Πειραματισμός είναι η πρώτη λέξη που μου έρχεται κατά νου μιλώντας με την Αλεξία Κυριακοπούλου, αμέσως μετά σίγουρα θα χαρακτήριζα την ίδια και πολυταξιδεμένη με εμπειρίες, περιέργεια και ιδέες, όπως ακριβώς αυτές που την έκαναν να ξεκινήσει το «ταξίδι» της στην εικονική πραγματικότητα. Συγκεκριμένα αφορμή της συνάντησής μας στάθηκε αυτή η ιδέα που ονομάζεται “Normal Day” και τελικά είναι ένα βραβευμένο ντοκιμαντέρ εικονικής πραγματικότητας, το οποίο προέκυψε από το master της στο NYU. Ξεκινώντας απ’ το τελευταίο και πώς το ανακάλυψε, αρχίζοντας και σκέφτοντας παραπέρα, μιλήσαμε με λεπτομέρειες για προγράμματα και κώδικες, για την κάθε συναρπαστικά δύσκολη εβδομάδα των σπουδών της, με μότο το fail fast και το να «μην φοβάσαι την τεχνολογία, όλα μαθαίνονται, επικοινώνησέ το με την ομάδα σου, επίλεξε τι σου κάνει και υλοποίησε την ιδέα σου, γιατί μπορείς».

«Με το VR μπορείς να μπεις σε έναν κόσμο που διαφορετικά δε θα είχες τη δυνατότητα να ζήσεις, σε έναν άλλο κόσμο», η συζήτηση συνεχίζεται για το storytelling και πρωτοποριακούς τρόπους να λες ιστορίες, φτάνοντας στον ειρωνικό τίτλο του ντοκιμαντέρ “Normal Day”, γυρισμένο με μια κάμερα χαμηλής ανάλυσης από το Πανεπιστήμιο, όπως μας είπε αλλά βασιζόμενο στην ιστορία. Συγκεκριμένα, φορώντας τα “VR headsets” βιώνουμε μέσα από την εικονική πραγματικότητα την καθημερινή ζωή της Tatyana Kot, η οποία έχει διαγνωστεί με ένα σπάνιο είδος καρκίνου, «μια ηθοποιός-χορεύτρια, που ζει με έναν φόβο, ενώ κάνει ένα επάγγελμα που πρέπει να χρησιμοποιεί το σώμα της και να εκφράζεται με αυτό, το οποίο όμως είναι πληγωμένο, ζώντας σε μια λεπτή γραμμή». Ένα ντοκιμαντέρ σε μορφή VR με τρόπο ποιητικό, μια εμπειρία ποιητική που επικοινωνεί το βίωμα, σαν να σε βάζει στο υποσυνείδητό της γυναίκας, επιτυγχάνοντας την ενσυναίσθηση, μια λέξη που μας είπε πολλές φορές η Αλεξία Κυριακοπούλου, η λέξη-κλειδί της, τονίζοντας τη σημασία της και: «φέρνοντας τους ανθρώπους πιο κοντά». 

Έφτασε η στιγμή να το βιώσουμε κι εμείς, φορώντας τα ειδικά γυαλιά: «Είναι interactive», λέει στον viewer, «βλέπεις καθαρά;, μην το φοβάσαι, γυρνάς το κεφάλι ελεύθερα, ξεκινάμε…» μετά την αμηχανία που γεννά η περιέργεια έρχεται η σιωπή. Η Αλεξία, ως “moderator” παρατηρούσε τον viewer χωρίς να θέλει να χάσει την παραμικρή αντίδραση, «ζαλίζεσαι;» ρωτάει, ένα νεύμα αρνητικό και ο viewer δείχνει χαμένος ολοκληρωτικά, βυθισμένος στον κόσμο της “Normal day”.

Φορώντας τα VR headsets για τη VR εμπειρία στην "Normal Day"

Φορώντας τα VR headsets για τη VR εμπειρία στην “Normal Day”

Ας μπούμε στο δικό της κώδικα, να γνωρίσουμε τη VR γλώσσα που μας συστήνει, αφήνοντας να μας πει την ιστορία της αλλά και όλες αυτές που θέλει να μας πει μια μέρα μέσα από τις δυνατότητες της εικονικής περιήγησης:

Αν υπάρχει μία λέξη που με περιγράφει καλύτερα αυτή είναι η λέξη περιέργεια. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα αμφισβητούσα τα πάντα γύρω μου. Είχα μια ισχυρή κίνηση και δίψα για γνώση που απλά συνέχισε να μεγαλώνει και να μεγαλώνει. Φυσικά, το περιβάλλον που μεγάλωσα το υποστήριξε αυτό. Έχοντας τη μεγάλη τύχη να έχω ταξιδέψει από μικρή σε πολλά μέρη του κόσμου: στην Άπω Ανατολή, τη Μέση Ανατολή, στην Ευρώπη και την Καραϊβική, είχα την ευκαιρία να εξερευνήσω διαφορετικούς πολιτισμούς και τρόπους σκέψης. Καθώς οι γονείς μου είχαν διαφορετικά ενδιαφέροντα, οι συνομιλίες στο σπίτι κυμαίνονταν γύρω από την επιχειρηματικότητα, την επιστήμη, την πολιτική, τη μουσική, την τέχνη και τη φιλοσοφία. Έτσι, η γεννημένη με αυτή περιέργεια μου ενθαρρύνθηκε στο σπίτι, αλλά ήταν πηγή απογοήτευσης στο σχολείο, διότι έβρισκα ενδιαφέρον σε όλους τους τομείς ακόμα και σε αντικείμενα που έμοιαζαν ασύνδετα. Με ενδιέφερε εξίσου η Χημεία και οι Εικαστικές Τέχνες, τα Μαθηματικά και η Λογοτεχνία. Ένιωθα συνεχώς διχασμένη και δεν μπορούσα να βρω το δρόμο μου.

Μόνο όταν πήγα στην Αμερική κατάλαβα τελικά πως όλα αυτά τα «αντίθετα» ενδιαφέροντα δεν ήταν πλέον ένα βάρος, αλλά ένα μεγάλο πλεονέκτημα που μου έδινε ξεχωριστά όπλα για να αποκτώ συνεχώς μία πιο σφαιρική εικόνα σε ό,τι είχα να αντιμετωπίσω. Αυτό μου άνοιξε και νέες διόδους δημιουργικότητας. Ανακάλυψα σταδιακά πως όλοι οι τομείς κρύβουν αντιθέσεις ακόμα και ο τομέας των επικοινωνιών και του μάρκετινγκ, που εν τέλη διάλεξα να ακολουθήσω, είναι ένας πολύπλευρος τομέας που συνδυάζει την επιχειρηματικότητα, την τεχνολογία, την τέχνη, το σχεδιασμό, καθώς και την ψυχολογία και την ανάλυση δεδομένων. Έτσι οι σπουδές αυτές φιλοξένησαν την πολύπλευρη μου προσωπικότητα.

Μετά την αποφοίτησή μου από το Emerson College, άρχισα να δουλεύω στο FOX Digital Studios. Εκεί εργάστηκα κάτω από τον VP του Branded Entertainment και βοήθησα στην οικοδόμηση ενός νέου τμήματος που εστιάζει στο κομμάτι του branded content. Ήμασταν μια μικρή ομάδα νέων που προσπαθούμε να δοκιμάσουμε ένα καινοτόμο επιχειρηματικό μοντέλο της FOX, οπότε όπως και σε κάθε start-up, άρχισα να δουλεύω με διαφορετικά τμήματα στην εταιρεία και να φοράω πολλά καπέλα. Ο πρωταρχικός μου ρόλος ήταν να βρω μάρκες που ενδιαφέρονται να επενδύσουν στην αφήγηση και να φτιάξουν περιεχόμενο όπως π.χ digital web series που σχετίζονται με τις αξίες τους και την στρατηγική τους. Συνεργάστηκα με την ομάδα παραγωγής μας, με τα μέσα ενημέρωσης και εταιρείες διανομής. Αυτό που αγάπησα περισσότερο στη δουλειά μου ήταν ότι έπρεπε συνεχώς να διερευνώ και να βρίσκω νέους τρόπους και μορφές που μπορούν να διαμορφώνονται ιστορίες έτσι ώστε να έχουν και πιο μεγάλη απήχηση στον κόσμο. Όταν πήγα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance, παρακολούθησα ένα συνέδριο με τίτλο “The Future of Storytelling“. Ενθουσιάστηκα από ορισμένους ομιλητές, όπως με τον Ισραηλινό μουσικό Yoni Bloch, ο οποίος ξεκίνησε μια επιτυχημένη εταιρεία με τίτλο “Interlude“, μια πλατφόρμα που μετατρέπει αφηγηματικό περιεχόμενο σε διαδραστικές εμπειρίες. Στο φεστιβάλ είδα επίσης κάποιες ταινίες εικονικής πραγματικότητας, όπως το “Project Syria” της Nonny De la Peña που με έκανε να νιώσω σαν να βρίσκομαι πραγματικά μάρτυρας των βίαιων γεγονότων στη Συρία. Συγκινήθηκα από τα συναισθήματα που μπορεί να προκαλέσει η εικονική πραγματικότητα και αισθάνθηκα πως πραγματικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να επηρεάσει σημαντικά πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Μετά από αυτή την εμπειρία ένιωσα ξαφνικά μία σιγουριά και μία παρότρυνση πως έπρεπε να διερευνήσω τις δυνατότητες που απορρέουν ευρύτερα από την τεχνολογία. Αρχικά, αυτή η εμπειρία με ενέπνευσε να κάνω μαθήματα μετά τη δουλειά για να μάθω να γράφω κώδικα. Ο κώδικας με έκανε να νιώσω ότι τα όρια της δημιουργίας είναι απεριόριστα. Τόσο πολύ, που τελικά αποφάσισα να ακολουθήσω διαδραστική τέχνη και τεχνολογία για το μεταπτυχιακό μου.

Παράλληλα με τις αιτήσεις στο εξωτερικό αποφάσισα να γυρίσω στην Ελλάδα. Επέστρεψα λοιπόν στην Αθήνα, το καλοκαίρι του 2015 σε μια εποχή που η μακροπρόθεσμη οικονομική και κοινωνική κρίση είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Είχα την ανάγκη να γυρίσω στη χώρα μου κατά τη διάρκεια αυτής της δύσκολης εποχής και να διερευνήσω πώς θα μπορούσα να είμαι χρήσιμη με τις γνώσεις και την εμπειρία που είχα πάρει από το εξωτερικό. Χαίρομαι που ανακάλυψα ότι παρά τα αυστηρά μέτρα λιτότητας υπήρχαν χρυσά ορυχεία καινοτομίας και δημιουργίας. Η κρίση ενέπνευσε την εμφάνιση πολλών νέων καλλιτεχνών και επιχειρηματιών που επιδίωκαν να καλύψουν τα κενά που προκάλεσε η κρίση. Επαγγελματικά, στην Ogilvy & Mather, δούλευα τόσο με τις διεθνείς εταιρείες όσο και τις τοπικές επιχειρήσεις στην μεταβίβαση τους στον ψηφιακό τομέα, βοηθώντας τους στην ανάπτυξη παιχνιδιών, εφαρμογών, ιστοτόπων και κοινωνικών μέσων ενημέρωσης, καθώς και την παροχή αναλυτικών αποτελεσμάτων για τις καμπάνιες τους. Σε σύγκριση με όλες τις προηγούμενες εργασιακές μου εμπειρίες, η εμπειρία μου στην Ελλάδα ήταν πολύ πιο προκλητική. Οι αναπόφευκτοι οικονομικοί περιορισμοί με ανάγκασαν να επανεφεύρω προσεγγίσεις και διαδικασίες για την υλοποίηση των ιδεών μου. Αυτό με ενέπνευσε να διερευνήσω νέους τρόπους δημιουργικότητας. Αγκάλιασα την αβεβαιότητα ως καινοτόμο καταλύτη που ξεγυμνώνει μια ιδέα στις αληθινές ρίζες της.

Γυρνώντας στην Αμερική το καλοκαίρι του 2016 ξεκίνησα το μεταπτυχιακό μου στο πρόγραμμα διαδραστικών τηλεπικοινωνιών στο NYU. Ήμουν απόλυτα γοητευμένη από την ποικιλόμορφη και ανοιχτή κουλτούρα του προγράμματος. Το πρόγραμμα συγκέντρωνε ένα μείγμα ταλέντων και μυαλών έτσι ώστε να πειραματιστούν και να δουν τι μπορεί να δημιουργηθεί όταν βάζεις 5 ανθρώπους από διαφορετικά backgrounds μαζί και πως μπορεί ο ένας να συμπληρώσει τον άλλον. Ήταν ένα περιβάλλον όπου οι ιδέες εξελίσσονταν.

Ενθουσιαζόμουν κοιτάζοντας το ημερολόγιό μου με όλα τα πρωτοποριακά μαθήματα που είχα να παρακολουθήσω κάθε μέρα. Από creative coding, visual language, διαδραστικό βίντεο, κινούμενα σχέδια, σχεδιασμό ψηφιακών παιχνιδιών, motion capture, projection mapping και πολλά άλλαΈμαθα να μη φοβάμαι την τεχνολογία και συμφιλιώθηκα με την αποτυχία. Το πρόγραμμα αυτό μου έδωσε τη δύναμη να νιώσω πως οποιαδήποτε ιδέα είχα μπορούσα να την πραγματοποιήσω χωρίς να γνωρίζω ή να είμαι ειδική στον τομέα που σχετίζεται με αυτή. Πειραματίστηκα με διάφορα project στο πανεπιστήμιο: έκανα ένα live video coding performance,  σχεδίασα μια διαδραστική βιτρίνα που στήθηκε σε κεντρικό σημείο στην πόλη και μαζί με μία ομάδα κάναμε ένα projection mapping πάνω στο High Line στην Νέα Υόρκη. Η μεγαλύτερη επιτυχία ήταν το ντοκιμαντέρ εικονικής πραγματικότητας “Normal Day”, το οποίο προέκυψε από μία τάξη του master μου στο NYU που λεγόταν “Directing for VR” και ήταν μία συνεργασία μεταξύ του Film department και του Interactive Technology department το οποίο κέρδισε πολλές διακρίσεις σε φεστιβάλ παγκοσμίως όπως το ART Basel και πήρε και βραβείο από το NYU. Το ντοκιμαντέρ αναδεικνύει την εξωπραγματική καθημερινή ζωή της Tatyana Kot, η οποία έχει διαγνωστεί με ένα σπάνιο είδος καρκίνου. Όταν είδα τις αντιδράσεις του κόσμου άρχισε να με ενδιαφέρει όλο και περισσότερο η ιδέα του επιπέδου ενσυναίσθησης των ανθρώπων μέσα από την εικονική πραγματικότητα. Κατά τη διάρκεια της εξεταστικής μου, έφτιαξα μια ταινία εικονικής πραγματικότητας στην οποία δουλεύω ακόμα, που ονομάζεται «Συγγνώμη». Η ιστορία είναι βασισμένη σε μία δική μου προσωπική εμπειρία και αναδεικνύει την ψυχολογική κακοποίηση μέσα σε μία σχέση.

Όταν τελείωσα το μεταπτυχιακό μου, επιτέλους ένιωσα πως είχα βρει τη γέφυρα που με εξόπλισε με την πρακτική τεχνογνωσία για να μετατρέψω τις ιδέες μου στην πραγματικότητα και αυτό με οδήγησε να βρω συνδέσεις μεταξύ πραγμάτων που προηγουμένως φαινόντουσαν ασυμβίβαστα. Όταν αποφοίτησα άρχισα να εργάζομαι σε μία start-up που είναι βασισμένη στη Βραζιλία και ασχολείται με την παραγωγή και διανομή περιεχομένου εικονικής πραγματικότητας και επαυξημένης πραγματικότητας.

Έχοντας ζήσει και δουλέψει στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας για κάποιους μήνες, τώρα ζω στο Λος Άντζελες, όπου βοηθάω την εταιρεία να αναπτυχθεί μέσα από συνεργασίες με μεγάλα στούντιο, κάθε μέρα μαγεύομαι από τα πράγματα που μαθαίνω και συνεχώς ανακαλύπτω το πώς η τεχνολογία αυτή συνεχώς ξεκλειδώνει δυνατότητες που μέχρι τώρα περιορίζονταν στη φαντασία μας. Το όνειρό μου είναι μία μέρα να γυρίσω στην Ελλάδα και να μπορέσω να μεταδώσω όλες μου τις γνώσεις και την εμπειρία έτσι ώστε να δημιουργήσω κάτι καινοτόμο. Προς το παρόν, συνεχίζω να διερευνώ το πώς μπορεί η αφήγηση μέσα από την τεχνολογία να μας κάνει να βιώσουμε καταστάσεις που διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε ανακαλύπτοντας νέους κόσμους που είναι απεριόριστοι.

OfftheRecord info:

Μιλώντας με τον viewer για την VR εμπειρία στο “Normal Day”:

«Με το “Νormal Day” δεν μπαίνεις στη θέση της Tatyana – μπαίνεις σε μια άλλη δύσκολη θέση : αυτής του συνανθρώπου και συνοδοιπόρου, αρχικά αθέατου και αμέτοχου. Το μόνο που σου ζητά είναι το χέρι σου για να τη συνοδέψεις στο πάντα μοναχικό ταξίδι της ασθένειας, παύοντας πια να είσαι ο θεατής/ακροατής μιας φαινομενικά “normal day”. Πόσο θα αντέξεις μέχρι να της δώσεις το μοναδικό πράγμα που σου ζητά; Αυτό εξαρτάται μόνο από σένα και τις αναστολές σου, ανάλογα με το πόσο έχεις “δεθεί” ή όχι με μια ιστορία πέρα για πέρα ανθρώπινη και “διπλανή”, ή ακόμα και δική σου.

Στο τέλος της VR εμπειρίας, θα χρειαστείς κι εσύ έναν άνθρωπο δίπλα σου, που είναι δεδομένος και είναι ο “moderator”. Αλλά τίποτα δεν θα είναι το ίδιο : Δευτερόλεπτα πιο πριν ήσουν μόνος με μια μόνη ασθενή που σε οδηγούσε τυφλά στη ζωή της, όπως τυφλά οδηγείται η ζωή της από την ασθένεια. Το Normal Day εξερευνά για μένα τα όρια της ενσυναίσθησης αλλά και της ετοιμότητας ενός ανθρώπου να ενεργοποιηθεί μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, έστω και ψηφιακό».

Info:

Δείτε παραπάνω πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ “Normal Day”