Ένα από αυτά τα χειμωνιάτικα πρωινά βρίσκομαι στον όροφο μιας πολυκατοικίας στην αρχή της Αλεξάνδρας. Το κουδούνι με ξεθωριασμένα τα γράμματα θα μπορούσε να είναι τίτλος μιας κινηματογραφικής ταινίας με πρωταγωνιστές ένα ερωτευμένο ζευγάρι, απόλυτα δοσμένο το ένα στο άλλο και φόντο μια Ελλάδα ταλαιπωρημένη και εξαθλιωμένη να παλεύει να βρει ξανά το ανάστημά της, ανάμεσα στα χρόνια της κατοχής, του εμφυλίου, της χούντας. Ζέη Άλκη, Σεβαστίκογλου, γράφει.

Βρίσκομαι καθισμένη απέναντί της. Εκείνη με μάτια φωτεινά, έξυπνα, κάθεται σε μια πολυθρόνα και δυσκολεύεται στις κινήσεις της. «Είχα ένα ατύχημα πριν καιρό και αυτό με έχει καταβάλει». Και μέσα μου σκέφτομαι ότι στα 94 της χρόνια, ούτε αυτό το ατύχημα δεν στάθηκε ικανό να επιβραδύνει τη φόρα που από τα τα 16 της χρόνια την έχει ωθήσει σε μία ασίγαστη συγγραφική δράση.

Βρίσκομαι εδώ για να μιλήσω μαζί της με αφορμή το βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, «Ένα παιδί από το πουθενά».  Ο Ίκαρος Λαμπρίδης είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ένα παιδί 10 ετών που μένει στο Παγκράτι, στην οδό Δικαιάρχου με την οικογένειά του. Μια οικογένεια όχι συνηθισμένη αφού αποτελείται από την απόμακρη θεία του, Ελένη-Ιοκάστη Καποδίστρια το όνομά της, και το Αγόρι, έναν παπαγάλο. Την ιστορία της οικογένειάς του τη μαθαίνω κάθε Πέμπτη, όταν έρχονται οι φίλες της Ελένης-Ιοκάστης να παίξουν μπιρίμπα και καθισμένες στο καθιστικό, παίζουν και μιλούν ασταμάτητα. «Από πού βρέθηκαν αυτά τα ξανθά μαλλιά; Κανείς στο σόι μας δεν είχε. Θαρρείς κι αυτό το παιδί ήρθε από το πουθενά», ακούει συχνά να λένε μεταξύ τους.

Η Άλκη Ζέη γράφει με τη φωνή ενός παιδιού και αφηγείται την περιπέτεια τού να μεγαλώνεις σήμερα. Ο Ίκαρος γεννιέται.

Δεν ήξερα τι θα γράψω αρχικά. Όταν όμως πέρυσι πήγα στο Μέγαρο Μουσικής στην ομιλία του Jo Nesbo και τον είδα να βγαίνει στη σκηνή, σχεδόν χορεύοντας, με το ξανθό του το τσουλούφι σκέφτηκα ότι ήταν ένα μικρό αγόρι. Έτσι κάπως φαντάστηκα τον Ίκαρο. Και σιγά σιγά άρχισε να δημιουργείται αυτή η απίθανη ιστορία που δεν την είχα καθόλου στο νου μου. Και είναι και το πρώτο βιβλίο μου που δεν έχει τίποτα από εμένα. Ούτε από παιδικές αναμνήσεις, ούτε από μεγάλες. Είναι όλα φτιαχτά. Διάβασα τα βιβλία του Nesbo και μου αρέσουν, εκτός από εκείνα που έχουν μαχαιρώματα.

Δίπλα της σε μια κορνίζα η φωτογραφία από το χωριό Μίτζινα της Λακωνίας. «Μου το έφερε η φίλη μου όταν επισκέφθηκα το χωριό», θα μου πει. Και εγώ θα προσθέσω ότι με το βιβλίο ταξίδεψα σε μια άγνωστη για εμένα περιοχή της Ελλάδας. Άκουσα τα πουλιά να τιτιβίζουν, και τον άνεμο να στήνει ιστορίες. «Έτσι κάπως και εγώ σκέφτομαι τις ιστορίες», θα συνεχίσει. «Δε κρατάω σημειώσεις ούτε τίποτα. Αλλά μου έρχεται σκηνή – σκηνή στο μυαλό μου. Σαν να γυρίζω ταινία».

H επιλογή του ονόματος Ίκαρος ήταν τυχαία θα μου δηλώσει. Αλλά η επιτυχία του βιβλίου διόλου τυχαία θα προσθέσω εγώ. «Όταν το ολοκλήρωσα και όλοι μου έλεγαν ότι ήταν το καλύτερο μου βιβλίο, αναρωτιόμουν αν έπρεπε να είμαι ευχαριστημένη ή να παρεξηγηθώ. Στο Μέγαρο συγκεντρώθηκαν τόσα άτομα που έμεινα έκπληκτη. Μου φαίνεται ορισμένες φορές ότι είναι κάποιος άλλος στη θέση μου. Και τώρα μου κοστίζει που δεν μπορώ να πάω στην επαρχία να επισκεφθώ σχολεία».

Ένα από τα θέματα που καταπιάνεται το βιβλίο είναι οι άστεγοι και το προσφυγικό.

Στο βιβλίο ο Ίκαρος συνδέεται στενά με έναν άστεγο και του βρίσκει σπίτι. Δεν είναι δύσκολο να στεγάσεις έναν άστεγο μας λέει στο βιβλίο. Αλλά στην πραγματικότητα θα μου δηλώσει πως «είναι πολύ δύσκολο. Και στο βιβλίο, δεν τον φιλοξενούν αλλά του βρίσκουν κάποιο σπίτι που ήταν ανεκμετάλλευτο. Έπρεπε κάθε κυβέρνηση να τους έχει φροντίσει. Να μην είναι έτσι άστεγοι. Είναι σημαντικό να σκεφτούμε όμως ότι ο καθένας έχει και την ιστορία του. Δεν βρέθηκε έτσι τυχαία στο δρόμο».

Και εκείνη για πολλά χρόνια, ίσως τα περισσότερα της ζωής της τα έζησε μακριά από την Ελλάδα, μακριά από το σπίτι της. «Τα παιδιά μου γεννήθηκαν στη Ρωσία. Αλλά επειδή ήμασταν ομάδα, πηγαίναμε και οι 4 ακολουθούσαν. Τους έκανε καλό. Δεν είχαν προβλήματα όταν άλλαζαν τόπους. Με τα παιδιά μου ένιωθα χαρά και μακριά. Ζούσαμε συνήθως σε άλλη χώρα και έπρεπε να τους εξηγήσω. Μόλις γυρίσαμε στην Ελλάδα και προσπαθούσαν να ζήσουν και πάλι φυσιολογικά, αλλά μετά έπρεπε πάλι να φύγουμε».

Τα χρόνια της δικής της μετακίνησης, τα δύσκολα χρόνια του ξεριζωμού. Εκείνα που ξεχωρίζει:

«Και τα χρόνια στο Παρίσι και στη Μόσχα. Αυτό που δεν θέλω να θυμάμαι είναι τα χρόνια στην Τασκένδη. Είχα πάει να βρω τον άντρα μου. Εκεί γεννήθηκε η κόρη μου και μετά από 2 χρόνια πήγαμε στη Μόσχα όπου και μείναμε 8 χρόνια. Ήταν πολύ δύσκολη εκείνη ζωή. Μέναμε σε ένα μικρό δωμάτιο και οι 3, το μπάνιο το κάναμε σε σκάφη και η τουαλέτα ήταν έξω από το σπίτι. Έφθασα ουρανοκατέβατη εκεί, περιμένοντας 2 χρόνια στη Ρώμη να εκδοθεί η βίζα μου. Και δεν με είχε προετοιμάσει καθόλου ο άντρας μου. Αλλά έμεινα. Είχαμε φίλους εκεί. Και ό,τι δυσκολία και να έχεις το ξεπερνάς. Στη Μόσχα έγραψα το Καπλάνι της Βιτρίνας και διηγήματα που έστελνα για δημοσίευση στην Επιθεώρηση της Τέχνης».

Ο Ίκαρος θα βιώσει στο βιβλίο μερικά μικρά θαύματα που θα αλλάξουν τη δική του ζωή σε στιγμές που δεν τα περίμενε.

Μικρά θαύματα συμβαίνουν. Η αφορμή για το πρώτο βιβλίο.

«Όταν άρχισα να γράφω δεν ήξερα ότι έγραφα για παιδιά. Όταν άρχισα να γράφω το Καπλάνι της βιτρίνας το έκανα γιατί ήθελα να διηγηθώ στα παιδιά μου για το πώς μεγάλωσα εγώ με την αδελφή μου. Πάντα ιστορίες από τη ζωή μου τους έλεγα. Ποτέ παραμύθια. Τότε ήμασταν πολιτικοί πρόσφυγες στη Μόσχα και ήθελα τα παιδιά μου να μάθουν για την Ελλάδα. Δεν ήθελα να τους λέω παραμύθια και έτσι άρχισα να τους λέω για το τι έκανα εγώ και η αδελφή μου. Και όταν τελείωσα και το έστειλα στην Ελλάδα, και ο εκδότης δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν και έγραψε πως είναι βιβλία για νέους. Τότε δεν είχαν συνηθίσει βιβλία που να μιλάνε για δικτατορία. Κυνηγήθηκε πολύ το βιβλίο. Μετά τη μεταπολίτευση πήρα την κανονική του θέση. Εγώ δεν είχα καταλάβει ότι έκανα πολιτική. Έγραφα για τα παιδικά μου χρόνια. Πάντα ήθελα να γυρίσω. Και πάντα έφευγα».

Εκείνο που την κρατούσε πάντα στην Ελλάδα.

Είναι τα παιδικά μου χρόνια.

Ο Ίκαρος ζει στο Παγκράτι, στο κέντρο της τσιμεντούπολης. Εσείς τα παιδικά σας χρόνια τα ζήσατε στη Σάμο.

«Ό,τι ζήσαμε εμείς στη Σάμο, τα σημερινά παιδιά δεν πρόκειται να ζήσουν. Διαφορετικές συνθήκες. Ο τόπος ήταν έτσι που δεν ήταν δύσκολο να κυκλοφορήσεις μόνος σου. Ήταν στιγμές έντονες και πολύ ευτυχισμένες. Είχαμε εμείς τον παππού. Τότε δεν ήξερα καν τι σημαίνει συγγραφέας. Αλλά η αδελφή μου ήταν φλύαρη και δεν μου άφηνε θέση, σκέφτηκα λοιπόν ό,τι περνάει από το μυαλό μου να αρχίσω να το γράφω. Και τότε ήρθε η θεία μου, η Διδώ Σωτηρίου και μου είπε ότι αυτό είναι η συγγραφή. Τις σκέψεις σου να μπορείς να τις γράφεις. Με ενθάρρυναν και οι δάσκαλοι του σχολείου, έγραφα για το χρονογράφημα του σχολείου και έτσι κάπως ξεκίνησαν όλα. Από μια διάθεση να εκφραστώ.

Διάβαζα πολλά βιβλία. Άλλωστε δεν είχαμε και πολλά άλλα πράγματα να κάνουμε. Και ο παππούς και ο θείος μου θυμάμαι, μας έφερναν πάντα δώρο ένα βιβλίο. Είχε κάνει ο Ελευθερουδάκης μια σειρά από παιδικά μεταφρασμένα βιβλία και αυτά διαβάζαμε. Γιατί Έλληνες συγγραφείς για παιδιά δεν υπήρχαν και πολλοί. Ήταν ο Ξενόπουλος που είχα γράψει και σε αυτή τη σειρά. Τα υπόλοιπα ήταν ξένα: ο Δον Κιχώτης, ο Όλιβερ Τουίστ. Μου άρεσε πολύ της Σέλμα Λάγκερλεφ, το ταξίδι με τις αγριόχηνες (Το θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον) και μάλιστα αργότερα όταν μεγάλωσα, σκέφτηκα πόσο έξυπνος τρόπος ήταν αυτός για να μάθουν την ιστορία ενός τόπου. Με το ταξίδι της αγριόπαπιας μαθαίνουν νέους τόπους».

Η θεία του Ίκαρου, Ελένη-Ιοκάστη αλλά και οι φίλες της, ανήκουν στη γενιά του Πολυτεχνείου, και όλες τους συμμετείχαν στην εξέγερση του 1973. Πολλές σελίδες του βιβλίου είναι αφιερωμένες στο Πολυτεχνείο. Και η ίδια η Άλκη Ζέη, μυημένη στην Αριστερά από τα παιδικά της χρόνια, με τη Διδώ Σωτηρίου στο σπίτι αλλά και με όλες τις σημαίνοντες καλλιτεχνικές προσωπικότητες που ύψωσαν το ανάστημά τους, επιστήθιους φίλους.

Γνωριμία με σημαίνοντα πρόσωπα της ελληνικής διανόησης. Κατοχική Ελλάδα.

«Δυστυχώς τώρα στην εποχή μας δεν βλέπω κορίτσια 16 χρονών να βρίσκονται και να συζητάνε με συγγραφείς. Ήταν η περίοδος της κατοχής που μαζευόμασταν στου Λουμίδη τα πρωινά που δεν είχαμε σχολείο και τους ακούγαμε να μιλάνε για ποίηση. Συχνά με τη Ζωρζ Σαρή λέγαμε το παράδοξο, ότι τελικά ήταν τα καλύτερα μας χρόνια. Περίεργο αλλά είχαμε ένα όραμα. Πιστεύαμε ότι κάτι κάνουμε. Με τους διανοούμενους της εποχής είχαμε συναντήσεις. Είδαμε να γεννιέται το Θέατρο του Κουν. Και παράλληλα με την αντιστασιακή οργάνωση, ήταν μια πολύ έντονη ζωή».

Μπορεί το βιβλίο να κερδίσει τη μάχη της τηλεόρασης;

«Με πολύ μεγάλο κόπο. Εξαρτάται από τον δάσκαλο που θα έχουν τα παιδιά στο σχολείο. Είναι σημαντικό να τους βάλει να διαβάσουν. Είναι ένα πολύ δύσκολο έργο να βάλεις ένα παιδί να διαβάσει ένα βιβλίο. Έχει την τηλεόραση, έχει τα video παιχνιδια, το διαδίκτυο. Επίσης πολύ σημαντικό είναι από πολύ μικρά, η μαμά τους να τους διαβάζει παραμύθια ή να του λέει. Και από την άλλη πλευρά υπάρχουν και πάρα πολλά βιβλία. Κάποιος όμως πρέπει να τα σπρώξει τα παιδιά».

Πώς περνάει σήμερα τις ημέρες της.

«Μου λείπει πολύ που δεν γράφω. Είναι το οξυγόνο μου. Όταν δεν γράφω νιώθω άγχος και όταν γράφω νιώθω πολύ χαρούμενη. Πάντα βρίσκω τον τίτλο και την τελευταία φράση. Ξαπλώνω πριν με πάρει ο ύπνος και σκέφτομαι. Έτσι όταν θα καθίσω, έχω έτοιμη τη σκηνή. Ίσως έχει παίξει ρόλο ότι σπούδασα σε τμήμα σεναριογράφων. Από μέσα Δεκεμβρίου μέχρι και μέσα Μαρτίου τα τελευταία χρόνια ήμουν στις Βρυξέλλες και εκεί έγραφα. Αλλά τώρα λόγω του ατυχήματος δεν μπορώ να πηγαίνω. Απολάμβανα πολύ τις ημέρες μου εκεί. Έρχονται τα εγγόνια μου, έχουμε φίλους και περνούσα όμορφα. Μου έχει κοστίσει αυτό το ατύχημα».

Τι θα έλεγε σε ένα παιδί που θέλει να γίνει συγγραφέας;

«Μην ανησυχείτε θα τους έλεγα. Τρία πράγματα πρέπει να κάνετε. Πρώτον να διαβάζετε βιβλία. Δεύτερον να διαβάζετε βιβλία και τρίτον να διαβάζετε βιβλία. Δεν πιστεύω στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Μου το έχουν προτείνει πολλές φορές αλλά έχω αρνηθεί. Δεν μπορείς να μάθεις σε κανέναν πώς να γράφει. Όμως διαβάζοντας βιβλία, μαθαίνεις. Αυτό που ξεχωρίζεις σε κάθε συγγραφέα είναι το στυλ του που είναι απολύτως προσωπικό».

Περιτριγυρισμένη από πρόσωπα που αγάπησε, προσωπικότητες λαμπρές και αν και σχεδόν άπιαστες και αέρινες για εμάς, για εκείνη ωστόσο φίλοι επιστήθιοι που μαζί έγραψαν το μεγαλύτερο βιβλίο της: εκείνο της ζωής της. Νιώθω ότι θέλει να μου μιλήσει λίγο για εκείνους καθώς ετοιμάζομαι να την αποχαιρετήσω και κοιτάζω τις κορνίζες της. «Η Μελίνα (Μερκούρη) ήταν πολύ πιστή στους φίλους της, για αυτό και δεν συγχωρούσε την απιστία. Ο Κάρολος (Κουν) ήταν ανεπανάληπτος. Μέσα στην κατοχή έφερε ολόκληρο το αμερικάνικο θέατρο. To μετέφραζε ο άντρας μου και το έβαζαν να είναι Ισπανού συγγραφέα μήπως και περάσει από τη λογοκρισία. Την Ξένια (Καλογεροπούλου) την έχω παντρέψει έχουμε σπίτια στις Μηλιές. Είναι τόσο όμορφη η θέα εκεί. Φέτος κατέβηκα με μεγάλη δυσκολία για αυτό και δήλωσα ότι θα ήταν το τελευταίο καλοκαίρι που θα πάω στις Μηλιές. Και επειδή και οι δυο μας δυσκολευτήκαμε στα καλντερίμια, της είπα: Ξένια από του χρόνου θα βρισκόμαστε στο skype».

Πόσο γεμάτη και υπέροχη ζωή, δεν χωράει ολόκληρη σε κανένα βιβλίο. Ίσως έπρεπε να γίνει ταινία σκέφτομαι και το λέω αμέσως δυνατά. «Έχω γράψει εν μέρει την αυτοβιογραφία μου με την Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα και μετά στο Με μολύβι Φαμπέρ νούμερο δύο σταμάτησα στο ‘45 γιατί σκέφτηκα ότι τα υπόλοιπα τα έχω ήδη πει. Όταν κυκλοφόρησε η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, όλοι οι κινηματογραφιστές ήθελαν να την πάρουν για να γίνει ταινία. Και μου πρότειναν χιλιάδες υποψήφιες πρωταγωνίστριες. Αν μου φέρεις την Μέριλ Στριπ θα στο δώσω τους έλεγα. Ήταν η μόνη που θα μπορούσε να κάνει κάποια στα 18 και στα 45 της».

Λίγο πριν την αποχαιρετήσω ήθελα να μιλήσω και για εκείνον. Τον Γιώργο Σεβαστίκογλου.

Εκείνος ήταν ξεχωριστός. Μέχρι και τώρα που πηγαίνω στο Παρίσι κι έβλεπα τους μαθητές του, τους ηθοποιούς που είχε στο θέατρο της Πανεπιστημιούπολης, ακόμα τον θυμούνται. Ήταν δοσμένος. Ο άντρας μου ήταν ξεχωριστός  Γνωριστήκαμε στα 16 μου χρόνια όταν ήρθε να δει το Κουκλοθέατρο. Δεν έχω καμία συμβουλή. Δεν τους καταλαβαίνω. Γιατί είναι μαζί, γιατί χωρίζουν. Για εμένα ήταν ο πρώτος και μοναδικός.