Κείμενο: Κατερίνα Κανέλλη

Ο Βασίλης Αμανατίδης, ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής εκ Θεσσαλονίκης, μας μίλησε για το νέο του ποιητικό πρότζεκτ 7: Ποίηση για videogames που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη. Στην αρχική τηλεφωνική μας επικοινωνία, εύγλωττος συνομιλητής με καθαρότατη άρθρωση μας θύμησε τις ασώματες μπεκετικές φωνές …

ελc: Θα μπορούσαμε να πούμε για την ποιητική σας συλλογή 7: Ποίηση για videogames ότι « Εν αρχήν ήτο ο Μπέκετ»;
B.A:
Νιώθω ότι για το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, και ίσως ακόμη περισσότερο για τις αρχές του 21ου που διανύουμε, ο Μπέκετ αποτελεί ταυτόχρονα ένα είδος παγκόσμιου ορίου αλλά και αφετηρίας. Το μπεκετικό “words fail” (οι λέξεις φθίνουν-αδυνατούν-αποτυγχάνουν) μεταθέτει ολόκληρο το ζήτημα της τέχνης του λόγου προπάντων σε έξω-λεκτικές γλώσσες. Άλλωστε, ο δημιουργός αυτός (επανα)τοποθέτησε τη δρώσα ή ακινητούσα ύπαρξη του υποκειμένου μπροστά στο βλέμμα του θεατή-αναγνώστη, και τη φόρτισε με μία υπαρξιακή δυναμική που δεν έχει προηγούμενο. Οι μορφές του είναι σύγχρονοι Προμηθείς του κενού, η ερημία των οποίων καθίσταται συμπαντική και εκτός χρόνου. Θεωρώ τον Μπέκετ ποιητή, με την ευρεία έννοια του όρου. Εποίησε είδος, υπερβαίνοντας κάθε κατηγορία: μία τραγωδία ενωμένη αξεδιάλυτα με την κωμωδία του όντος. Ως προς το δικό μου βιβλίο τώρα: η πραγματική, μα αμνησιακή, ύπαρξη του παίκτη ενός video game –όσο και η υποθετική ενδιάμεση «ύπαρξη» ενός πλάσματος που κατοικεί μέσα σε ένα video game– δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, παρά να εκφραστούν με έναν τρόπο που αναφέρεται στον μπεκετικό. Οτιδήποτε άλλο πιθανόν και να υποβίβαζε την οντολογική διάσταση του θέματος σε lifestyle. Ας πω, ωστόσο, πως το βιβλίο θέτει ως κυριολεκτικό και ομολογημένο σημείο εκκίνησης τον Μπέκετ, ώστε μετά να λοξοδρομήσει, να καταβυθιστεί και σε άλλες επιρροές, επισκεπτόμενο άλλους τόπους και κατευθυνόμενο προς άλλα είδη.

ελc: Το βιβλίο σας, εκτός από την ποιητική του ταυτότητα, είναι ίσως κι ένα έργο για το διαδίκτυο, όπως ο Μπέκετ έγραφε έργα για την τηλεόραση, για το ραδιόφωνο εκτός από τα γνωστότερα θεατρικά του;
Β.Α: Βρίσκω την ερώτηση εξαιρετική. Ούτε που το είχα σκεφτεί ποτέ. Με διασκέδαζε πάντα αφόρητα η τριβή του Μπέκετ με διάφορα οπτικοακουστικά μέσα επικοινωνίας, όσο και η πίστη του στην ασώματο φωνή. Το 7: ποίηση για video games, ωστόσο, δεν είναι ένα έργο για το διαδίκτυο, αλλιώς θα είχε αναρτηθεί εκεί. Αντιθέτως είναι κάτι που ενσωματώνει σε βιβλίο μερικές νέες ή καινοφανείς πτυχές πρόσληψης, στις οποίες ασκούμαστε τελευταία μέσω του διαδικτύου. Οι πτυχές αυτές αναπτύσσονται μοιραία –μεταξύ άλλων– γύρω από την αγραμμικότητα, τα links-υπερσυνδέσεις, τη χρήσω των λογικών κενών και μετατοπίσεων, όπως και την ανάπτυξη ενός νέου είδος χώρου. Επίσης, το «7» είναι ένα βιβλίο-αντικείμενο σε μία εποχή που το βιβλίο ψηφιοποιείται – επομένως εμπράγματη άρνηση μιας αντίφασης. Το βιβλίο επιχειρεί να πει: τα πράγματα υπάρχουν «μαζί», συμπλεκτικά, ποτέ διαζευκτικά. Τέλος, χειρίζεται μάλλον αποπλανητικά μία θεματική καθώς και δομές που άπτονται της τεχνολογίας, για να μιλήσει για ζητήματα που δεν ανήκουν μόνο σε τούτη εδώ την εποχή. Πάντως, το project του «7» είναι και πιο επεκτατικό: περιλαμβάνει και το βιβλίο (μία επισφαλή ολότητα, ταυτόχρονα πλήρες-αύταρκες και μαζί «ανολοκλήρωτο»-μονίμως ανοιχτό προς τον αναγνώστη) και το site γύρω από το βιβλίο, αλλά και την παίζουσα παρουσία-απουσία του ποιητή του μέσα από performance πάνω στο υλικό αυτό.

ελc: Παρουσιάζετε ο ίδιος τα κείμενα σας στο κοινό, μια ιδιότυπη performance, σε τι διαφέρει από μια ανάγνωση του έργου, ένα θεατρικό αναλόγιο;
B.A: Προτιμώ τον όρο “performance”, γιατί με παραπέμπει σε κάτι πιο ανοιχτό και –εύχομαι– κάπως πιο ριψοκίνδυνο. Δεν είμαι ηθοποιός, άρα δεν πρόκειται για θεατρικό αναλόγιο. Και οπωσδήποτε αυτό που συχνά επιχειρώ μπροστά σε κοινό δεν είναι απλώς μία ανάγνωση του έργου. Πρόκειται, θα έλεγα, για ένα είδος «επιτέλεσης», για μία χειρονομία μέσα από την οποία αποκολλώμαι από το βιβλίο, υποδυόμενος ένα πρόσωπο που έχει τα αδρά χαρακτηριστικά μου, χωρίς όμως να ταυτίζομαι με αυτό. Είναι ένας κατασκευασμένος ρόλος, εκεί το εγώ είναι και ένας άλλος. Τούτο γίνεται, ώστε με όχημα το κείμενο, να επιτρέψω μέσα μου, αλλά και μεταξύ του εαυτού-του ρόλου και του κοινού, να αναδυθεί, να βλαστήσει θα έλεγα, το ανοίκειο. Είναι πράξεις γεμάτες με αγωνία, και με ένα είδος κινητήριου φόβου αυτές. Ικανοποιούν κυρίως μία ανάγκη μου, την εποχή αυτή. Μία ανάγκη για έκθεση και μαζί για επαφή – μέσα από όχι έναν μόνο δρόμο. Όταν πετυχαίνει, έχουμε κάπως επανατοποθετηθεί όλοι μας (εγώ, η περσόνα, το κείμενο, οι παρευρισκόμενοι), ο ένας προς τον άλλον.

ελc: Χρησιμοποιείτε την τεχνολογία στην performance σας, τα video games παίζουν κάποιο ρόλο;
B.A: Μέχρι τώρα, ό,τι κάνω βασίζεται σε πολύ ερασιτεχνικά “οικιακά”  βίντεο, που έχουν έναν παιγνιώδη και μάλλον χιουμοριστικό χαρακτήρα. Τεμαχίζω και επανασυνθέτω την εικόνα μου με τον πιο απλό δυνατό τρόπο, χρησιμοποιώντας το “mirror image” ενός υπολογιστή. Αλλά ο τρόπος που αντιμετωπίζω τα video games (και στο βιβλίο) είναι έτσι κι αλλιώς πολύ διευρυμένος. Είναι, για μένα, μια αφορμή για να πλάσω –όπως δηλώνεται και στο οπισθόφυλλο– «αλληγορίες» του τώρα, που αναζητούν διακύβευμα: νόημα-θέμα-επιμύθιο. Είμαστε, νομίζω, όλοι «video games” ο ένας για τον άλλον: παίκτες και παρατηρητές, δημιουργοί και δημιουργήματα. Και χειριζόμαστε πλέον την επικοινωνία μας μέσω της αποστάσεως της όρασης. Στη ραχοκοκαλιά, ωστόσο, του βιβλίου μου υπάρχει αθέατο, αλλά κυρίαρχο, το ζήτημα της (επ)αφής. Πιστεύω πως περισσότερο από ποτέ, μέσα σε έναν κόσμο ψηφιακό, χρειαζόμαστε μία επαναδιαπραγμάτευση της αφής. Ακόμη και μέσα στα ανοιχτά όρια της ποίησης.

ελc: Μια τυπογραφική performance σε 7 μέρες, ‘αλλά γιατί 7; Επειδή την έβδομη αναπαύεται…’ γράφετε στο οπισθόφυλλο, και αφήνετε τρεις τελίτσες. Ποιητής, δημιουργός του 7 : Ποίηση για videogames, τώρα αναπαύεστε;
Β.Α: Οι λόγοι –ως συνήθως– είναι πολλοί, και ισχύουν όλοι συμπλεκτικά. Το «7» είναι, κατά παράδοση, ένας πλήρης, ολοκληρωμένος, «μαγικός» αριθμός. Τον χρησιμοποιώ μιας και φαίνεται πως πλαγίως πάντα προσδοκούμε ακόμη την επίτευξη της ολότητας. Έτσι, η σήμανση “7” ενέχει τον ρόλο μίας ευκτικής ευλογίας. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και ένας τίτλος αρκετά ειρωνικός (μα “7” σήμερα; Σε έναν κόσμο κατακερματισμένο και ασυνεχή; Είσαι με τα καλά σου, ποιητή;). Ας πω όμως και το εξής: κάθε μου βιβλίο ποίησης ενσωματώνει ως τώρα στον τίτλο του και έναν αριθμό. Μέχρι τώρα υπάρχει το 9 («Υπνωτήριο – Εννιά νυχτικές παραβολές»), το 1 (“Σπίτι από πάγο όλο – 11 διπλές ή τριπλές ιστορίες”), το 3 (“Τριαντατρία”), το 6 (“Καλοκαίρι στο σπίτι + έξι αποδείξεις ικανοτήτων”), το 4 (“4-D: Ποιήματα τεσσάρων διαστάσεων»). Πρόκειται για ένα ιδιόχρηστο “αστείο”, αλλά και για μία εσωτερική δέσμευση που μου επιτρέπει, φαίνεται, να οργανώνω αριθμολογικά το χάος. Μάλλον τώρα πλέον είχε έρθει η ώρα του “7”. Όσο για το θέμα της ανάπαυσης, α, ναι, πολύ σωστά: Όπως όλοι ξέρουμε, η 7η ήταν –εκ μέρους Θεού-δημιουργού– η ημέρα της ανάπαυσης και της ολοκληρωμένης πλέον θέασης του δημιουργήματός του. Την 7η ημέρα, εκείνος ξεκουράστηκε αλλά και ευλόγησε το “video game” που εποίησε. Την ημέρα εκείνη, ο κόσμος καθ’ ολοκληρία είχε την τύχη να έχει για κοινό του τον Θεό. Μεγαλεία. Δυστυχώς, εγώ ως κοινός θνητός την 7η ημέρα δεν αναπαύτηκα καθόλου. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν είχα το δικαίωμα να ονειρευτώ κάτι τέτοιο στο οπισθόφυλλο του βιβλίου μου.

Διαβάστε επίσης στο site του βιβλίου 7: Ποίηση για videogames τις ενδιαφέρουρες ενότητες που το συντροφεύουν «σπαράγματα βιβλίου», «πίσω από το βιβλίο» και «links».