Τα τελευταία χρόνια το Παρίσι βρίσκεται πολύ συχνά στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, καθώς ο υπόλοιπος πλανήτης έρχεται αντιμέτωπος με ειδήσεις και σοκαριστικές εικόνες του, που βρίσκονται στο άλλο άκρο από τις ειδυλλιακές καρτ ποστάλ του, στις οποίες πηγαίνει σχεδόν αυτόματα το μυαλό. Χωρίς να έχει πάψει προφανώς να αποτελεί ιδανικό τουριστικό προορισμό για το φαντασιακό των περισσοτέρων, έχει πάντως συσσωρεύσει στο σώμα του εσχάτως ουκ ολίγα πλήγματα. Μόλις χθες βράδυ προστέθηκε στη λίστα των πληγών του η μερική καταστροφή της Παναγίας των Παρισίων, με τη φωτιά και την κατάρρευση του ενός κωδονοστασίου του, με την αμέλεια και το ατύχημα να προστίθενται κι αυτά με τη σειρά τους στα αίτια των πληγών. Η φωτιά ξέσπασε ενώ ο Πρόεδρος Μακρόν ετοιμαζόταν να βγάλει διάγγελμα για την πορεία των συζητήσεων και των πολιτικών αλλαγών που θα πρότεινε, μήπως και κατευνάσει το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», ένα κίνημα που μετέτρεψε επί μήνες τα Σάββατα του Παρισιού σε πεδίο μαζικών διαδηλώσεων, ευρείας κοινωνικής διαμαρτυρίας και πολλών συγκρούσεων με τις κρατικές δυνάμεις καταστολής.

Όταν γράφτηκε και γυρίστηκε η «Αμάντα», η Παναγιά των Παρισίων δεν είχε φυσικά ακόμη τυλιχτεί στις φλόγες (και σε μια ταινία που κινηματογραφεί πολύ, πάρα πολύ Παρίσι, θα δούμε φυσικά κάποια στιγμή στο βάθος και το κωδωνοστάσι να δεσπόζει), ενώ και τα κίτρινα γιλέκα τα φορούσαν μόνο εργάτες και όχι διαδηλωτές. Τα τραύματα όμως από τα τρομοκρατικά χτυπήματα (του Σαρλί Εμπντό με 17 νεκρούς και 22 τραυματίες, του Μπατακλάν με 130 νεκρούς και 413 τραυματίες, ή και της Νίκαιας με 86 νεκρούς και 434 τραυματίες) υπήρχαν και παρέμεναν ανοικτά ή πάντως μη επουλωμένα. Και μολονότι η «Αμάντα» είναι μια ταινία στην οποία ένα επτάχρονο κοριτσάκι χάνει τη μητέρα του και ξεκινά να ζει με το νεαρό θείο της, δεν θα ήταν η ίδια ταινία αν το κοριτσάκι είχε χάσει τη μητέρα του σε τροχαίο ατύχημα ή από κάποια ανίατη ασθένεια.

Ο Μίκαελ Χερς βάζει τη μητέρα της να σκοτώνεται σε μια (φανταστική) τρομοκρατική επίθεση. Δεν αναπαριστά την επίθεση, δεν είναι τέτοιου είδους φιλμ, αναπαριστά όμως για λίγο τις συνέπειές της. Οι εικόνες δεκάδων σωριασμένων σε πάρκο νεκρών, οι εικόνες των αποτελεσμάτων μιας σφαγής που είχε λίγο πριν προηγηθεί, αντανακλούν ένα ευρύτερο συλλογικό τραύμα της γαλλικής κοινωνίας. Γιατί όσο και αν οι εικόνες από τις αληθινές τρομοκρατικές επιθέσεις μεταδίδονται αστραπιαία σε όλον τον κόσμο και όσο αν υπάρχει υπό μίαν έννοια κοινοκτημοσύνη αυτών των εικόνων, είναι πάντα άλλης τάξης μέγεθος η διαχείριση μιας είδησης που συμβαίνει σε κάποια άλλη χώρα από τη διαχείριση της πραγματικότητας που συνέβη στη δική σου. Για τους Γάλλους δεν ήταν οι επιθέσεις αυτές μόνο εικόνες, δεν ήταν μόνο ειδήσεις, ήταν άνθρωποι που ζούσαν ανάμεσά τους και δολοφονήθηκαν, ήταν το σοκ και ο τρόμος που ακολουθούσε τις επιθέσεις, ήταν ένα τραύμα διαρκείας. Και μολονότι η «Αμάντα» είναι εστιασμένη στη σχέση του κοριτσιού με τον θείο της, αφιερώνει καθόλου τυχαία χρόνο στο να μας δείξει ότι η τραγωδία δεν ήταν μεμονωμένη, ότι δίπλα στους νεκρούς υπάρχουν τραυματίες που η ζωή τους συνεχίζεται αλλά που θα αργήσει πολύ να επανέλθει πάλι σε κάποια κανονικότητα.

Η Αμάντα ήταν παιδί μονογονεϊκής οικογένειας. Ζει με τη μητέρα της, ο πατέρας της δεν υπάρχει πουθενά στην εικόνα, δεν έζησε ποτέ μαζί της, είναι μόνο βιολογικός της πατέρας, δεν ασχολείται με την κόρη του, ενδεχομένως να μην ξέρει κι ότι έχει κόρη. Η μαμά της είναι νέα, ο θείος της ακόμη πιο νέος, μεγάλωσαν κι αυτοί με τη σειρά τους σε μονογονεϊκή οικογένεια, με τον πατέρα τους όμως. Η μητέρα τους ζει στο Λονδίνο και προσπαθεί να ξανασυνδεθεί κάπως μαζί τους μετά από πάνω από είκοσι χρόνια απόστασης. Όταν η Αμάντα χάσει τη μαμά της, χάσει τον μόνο γονέα της, ο θείος της είναι σχεδόν αυτόματα εκείνος που θα αναλάβει να τη φροντίσει. Είχε άλλωστε στενή σχέση με τη μητέρα της, βοηθούσε συχνά σε πρακτικά ζητήματα, διευκόλυνε. Άλλα άλλο να βοηθάς και να διευκολύνεις εδώ κι εκεί, κι άλλο να καλείσαι να αναλάβεις πλήρως το μεγάλωμα ενός κοριτσιού. Σε κάθε ηλικία, αλλά πολύ περισσότερο όταν είσαι μόνο εικοσιτεσσάρων χρονών. Ο Νταβίντ ήταν παλιά αθλητής του τένις, δεν κατάφερε να γίνει επαγγελματίας, δουλεύει ως εποχικός κλαδευτής δέντρων στο δήμο και ως επιστάτης που παραλαμβάνει κι εγκαθιστά νοικάρηδες για λογαριασμό του ιδιοκτήτη σε ένα κτίριο με πολλά διαμερίσματα, σε μισθώσεις τύπου Airbnb. Έχει για κύριο μεταφορικό μέσο ένα ποδήλατο με το οποίο γυρνά όλο το Παρίσι, ζει αρκετά χαλαρά και χωρίς ιδιαίτερη πίεση, μέχρι που με τον θάνατο της αδελφής του και τη φροντίδα της Αμάντα καλείται να ανταπεξέλθει και να διαχειριστεί τόσο τα τραύματα και το πένθος και των δυο τους, όσο και τις εντελώς άλλης πίστας απαιτήσεις της νέας τους ζωής.

Πώς ανακοινώνεις σε ένα παιδί κάτι τόσο τραγικό και τόσο δύσκολο να το χωρέσει ο νους, όσο η απώλεια του γονέα του; Δεν υπάρχει συνταγή μάλλον. Μόνο δάκρυα. Μόνο η πληγή. Ίσως εκείνη την ώρα πονάς περισσότερο κι απ’ το παιδί. Γιατί αυτό δεν μπορεί να χωνέψει ακριβώς ακόμη την πληροφορία. Είναι μόνο μια ανακοίνωση. Είναι μόνο λέξεις. Η απώλεια αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα μετά. Οι λέξεις μπορεί να άνοιξαν την πληγή, αλλά το αίμα θα αρχίσει να τρέχει μόνο μετά. Με το χρόνο. Με τη νέα πραγματικότητα. Με την απουσία. Με τη συνειδητοποίηση.

Η «Αμάντα» όμως παρόλο το θέμα της, δεν είναι ένα έργο που θέλει να σε ψυχοπλακώσει. Και δεν θα σε ψυχοπλακώσει. Είναι ένα έργο που δείχνει ότι η ζωή μπορεί να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλά άλλο ο θάνατος, άλλο η αλλαγή. Αν δεν είσαι από αυτούς που πέθαναν, όσο και να πονάς, όσο και να πληγώνεσαι, παίρνεις το τραύμα σου στον ώμο και συνεχίζεις. Μακάρι να μην σου τύχαινε ποτέ. Αλλά αφού σου έτυχε παίζει να σε κάνει τελικά και πιο δυνατό, πιο στέρεο, πιο όμορφο, πιο αληθινό.