Δύο δυνατές σκηνές σηματοδότησαν την έναρξη και τη λήξη του κατά Γιάννη Χουβαρδά «Άμλετ», στην πολυαναμενόμενη παράσταση της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Ο Χρήστος Λούλης, κρυμμένος πίσω από το μαύρο βέλο του καπέλου του, πίσω από το «πέπλο της θλίψης», άνοιξε σιωπηλός την παράσταση την ώρα που, πίσω του, η Αμαλία Μουτούση-Γερτρούδη, απαστράπτουσα μες στην κατάξανθη περούκα της, χαιρόταν (με) τον νέο της σύζυγο. Τρισήμιση ώρες αργότερα, στη θέση του Άμλετ θα καθόταν ο Οράτιος, επαναλαμβάνοντας τα δικά του λόγια: «Να είσαι ή να μην είσαι; Ποια είναι η φύση του ανθρώπου; Να υπομένει ή να πάρει τα όπλα;» Δεν μάθαμε ποτέ την απόφασή του, το τηλέφωνο -ένα ενδιάμεσο μεταξύ του φυσικού και μεταφυσικού κόσμου- έμεινε να χτυπάει μέχρι το κλείσιμο της αυλαίας.

Hamlet_by_Vassilis Makris (3)
Φωτογραφία από την παράσταση | «Άμλετ», σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά στη Στέγη

Η πολιτικής υφής αγωνία του Χουβαρδά έκλεινε μια παράσταση που, μέχρις εκείνου του σημείου, είχε αφιερωθεί μάλλον ισότιμα στα θέματα του έργου, χωρίς να τοποθετεί κάποιο από αυτά στο κέντρο του· ίσως περισσότερο από όλα, δόθηκε σαν μια ιστορία προδοσίας με ψυχαναλυτικές προεκτάσεις, όπου η δολοφονία του Πατέρα στέκεται περισσότερο ως αφορμή για το ντόμινο όσων θα ακολουθήσουν. Η σκηνή μεταξύ του Άμλετ και της μητέρας του που κλείνει με το (σχεδόν) ερωτικό φιλί τους, ο λανθάνων ερωτισμός στη σχέση της Οφηλίας με τους άνδρες της οικογένειάς της (αδερφό και πατέρα), η έκρηξη λαγνείας που της προκαλεί η τρέλα, λειτούργησαν όλα ως επιμέρους εκδηλώσεις μιας «φροϋδικής» σκηνικής ανάγνωσης.

Κέντρο βάρους και χαρακτηριστικό της παράστασης ήταν η υποβλητική, σχεδόν μυσταγωγική ατμόσφαιρά της, που αποτέλεσε -παραδόξως- ταυτόχρονα το ατού και την αδυναμία της. Αργοί ρυθμοί, εσωτερικότητα, χαμηλόφωνη εκφορά του λόγου, σκηνές παιγμένες στο ημίφως, ένα μόνιμο μουσικό χαλί πίσω από τα λόγια, μεγεθυμένοι ήχοι από πόρτες που κλείνουν και κλειδιά που γυρίζουν, υπέβαλαν τους θεατές σε μια σχεδόν υπνωτική υποβολή, σε μια «μονορούφι» πρόσληψη των επί σκηνής δρωμένων -χάρη και στη λειτουργική (νέα) μετάφραση του Διονύση Καψάλη-, από όπου όμως έλειψαν κατά το μεγαλύτερο μέρος οι διακυμάνσεις και οι τονισμοί. Εν μέσω αυτής της ατμοσφαιρικής υποβολής, ξεχώρισε ερεθιστικά η σκηνή της «παράστασης»: οι θεατρίνοι, ενδεδυμένοι τα ίδια κοστούμια με τους ήρωες που τους παρακολουθούν, έστησαν ένα σκηνικό δρώμενο εξπρεσιονιστικού υποκριτικού ύφους, στο οποίο ενέπλεξαν πλήρως τους θεατές-θύτες.

Hamlet_by_Vassilis Makris (1)
Ο Χρήστος Λούλης στο ρόλο του Άμλετ | «Άμλετ», σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά στη Στέγη

Εξίσου χαρακτηριστικό το ιδιότυπο σκηνικό περιβάλλον (σκηνικά: Εύα Μανιδάκη), μοίρασε τη σκηνή σε δύο χώρους/«κόσμους»: ένα ξύλινο σπίτι από τη μια πλευρά και μια μοντέρνα γυάλινη κατασκευή από την άλλη. Ανάμεσα τους ένα απροσδόκητο αντικείμενο: ένα τηλέφωνο, που, πότε σαν απειλή πότε σαν βοήθεια, συνέδεε το μέσα με το έξω και το φυσικό με το μεταφυσικό. Κι αν για το τηλέφωνο χρειάστηκε να έρθει η τελική σκηνή για να δικαιωθεί στα μάτια μου η παρουσία του -καθώς έως τότε περισσότερο ζημίωνε την ατμόσφαιρα, παρά λειτουργούσε ως «μαγικό» στοιχείο-, η γυάλινη κατασκευή έμεινε ως το τέλος μια αμήχανη σκηνική παρουσία. Αντίστοιχες αντιρρήσεις μπορούν να διατυπωθούν για τον πλουραλισμό -και την ανομοιογένεια- του ενδυματολογικού ύφους (κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη) που, προσωπικά, θεωρώ ως το βασικό μειονέκτημα της παράστασης. Αντιθέτως, το ξύλινο σπίτι δικαιολόγησε με το παραπάνω την παρουσία του· ακολουθώντας την πορεία των γεγονότων και των ηρώων άλλαζε μαζί τους, ενώ η περιστροφή του δημιούργησε εξαιρετικές εικόνες παράλληλων δράσεων. Κυρίως όμως σηματοδότησε μια οικογενειακή εστία στην οποία ελάχιστα εισχώρησε ο Άμλετ, ο οποίος παρέμεινε για το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης, καθόλου τυχαία, στον μετέωρο χώρο ανάμεσα στα δύο κτίσματα.

Hamlet_by_Vassilis Makris (2)
Η Αμαλία Μουτούση στο ρόλο της Γερτρούδης | «Άμλετ», σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά στη Στέγη

Οι ηθοποιοί, απολύτως δοσμένοι στο έργο τους και εξαιρετικοί στη συντριπτική τους πλειοψηφία, έδωσαν μια χαρακτηριστική εικόνα του ρόλου τους, η οποία κινήθηκε πάντως στα αναμενόμενα πλαίσια: ο Χρήστος Λούλης εσωτερικός, σχεδόν μειλίχιος Άμλετ, ο Νίκος Χατζόπουλος κυνικός και μάλλον γλοιώδης Πολώνιος, ο Γιώργος Γάλλος ψυχρός Κλαύδιος. Εύστοχη η επισήμανση της Γερτρούδης ως ερωτεύσιμης γυναίκας, ο ρόλος μοιράστηκε μεταξύ της λαγνείας της συζύγου και της απελπισίας της μητέρας (με την Αμαλία Μουτούση να αποδίδει καλύτερα, θεωρώ, στο πρώτο σκέλος) και καλοδεχούμενη η ηδονική έκρηξη της Οφηλίας (Άλκηστη Πουλοπούλου) κατά την τρέλα της, που ήρθε να δώσει ενδιαφέρον σε μια, μάλλον επίπεδη, ρομαντική θεώρηση της ηρωίδας. Απολαυστικότατη η σκηνική απόδοση των Ρόζενκραντς και Γκίλντενστερν και εξαιρετικά ερμηνευμένοι οι ήρωες από τους Χάρη Φραγκούλη και Ορφέα Αυγουστίδη.

Η πρόταση του Γιάννη Χουβαρδά για το σημαντικότερο ίσως δημιούργημα του ευρωπαϊκού πνεύματος, δουλεμένη μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας, κατέθεσε αδιαμφισβήτητα τη δική της αισθητική σφραγίδα και, χάρη στην ιδιοτυπία της, μπορεί να ανοίξει ένα δημιουργικό πεδίο αντιπαραθέσεων. Προσωπικά, από αυτόν τον «Άμλετ» μου έλειψε ένας πιο επιλεκτικός ιδεολογικός προσανατολισμός, εστιασμένος στην πολιτική φύση του έργου.

Info: Οι παραστάσεις του «Άμλετ» του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, συνεχίζονται μέχρι και τις 8 Φεβρουαρίου στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών