Κείμενο: Άννα Σταυροπούλου

«Ανοιχτή υπόθεση η ανθρώπινη ιστορία. Αν το παλέψουμε ώστε στο ταξίδι της να τραβήξει σε καλό δρόμο, στο μέλλον θα βλέπουμε ως μελανό στίγμα την κατάσταση στο Ανατολικό Αιγαίο. Μακάρι, λέω εγώ. Όπως μαθαίνουμε πλέον για τη Μακρόνησο, τη Σπιναλόγκα, τη Λέρο (την περίοδο που το ψυχιατρείο της ήταν το «ένοχο μυστικό της Ευρώπης»), την Ικαρία (όταν έγινε ο προορισμός χιλιάδων εξορίστων), και πάει λέγοντας… Υπάρχει, βέβαια, από την άλλη και η περίπτωση να τα συνηθίσουμε όλα αυτά. Και αντί να τα ανακαλούμε στη μνήμη μας με τη φρίκη που αισθάνεται κανείς μπαίνοντας σε ένα στρατόπεδο εργασίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, να τα βλέπουμε με την αδιαφορία ενός ανθρώπου που κοιτάζει ένα κακόγουστο εμπορικό κέντρο ή μια ελεεινή πολυκατοικία – δηλαδή, με μια νωθρή συγκαταβατικότητα μπροστά στην κοινοτοπία του κακού. Έτσι είναι, όμως. Σε τελική ανάλυση, οι άνθρωποι πλάθουν την ιστορία που τους αξίζει. Ευτυχώς, όπως έγραψε ο Μπρεχτ, “η τελευταία λέξη δεν ειπώθηκε ακόμη”».

«Η μόνη ρεαλιστική αντιμετώπιση ανθρώπων είναι η ανθρώπινη»

Αυτός είναι ο επίλογος στο βιβλίο «Αν το προσφυγικό ήταν πρόβλημα, θα είχε λύση» (εκδόσεις Πόλις) του καθηγητή Δημήτρη Χριστόπουλου, ο οποίος ασχολείται μια εικοσαετία περίπου με το μεταναστευτικό ζήτημα. Και ο πρόλογος, ίσως, της νέας σελίδας που ανοίγει μετά τη φωτιά στη Μόρια, στις 9 Σεπτεμβρίου 2020. Το «συνώνυμο της αβίωτης ζωής», όπως λέει ο Δ. Χριστόπουλος. «Ένα άσημο χωριό της Λέσβου του οποίου το όνομα έγινε διαβόητο όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά παντού στον κόσμο, ως η πεμπτουσία της βαρβαρότητας του ανθρώπου σε άνθρωπο. Η φωτιά στη Μόρια ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Η απόλυτη καταστροφή. Από την αρχή φωνάζαμε τι θα γίνει με τις δομές αλλά επιλέχθηκε ο συνωστισμός μέσα στην καραντίνα ώστε απλώς να μην τους βλέπουμε. Και η ζημιά έγινε. Θα γίνονταν όμως κάποια στιγμή. Έγινε τώρα.  Θα τη θυμόμαστε τη μέρα».

Λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχαμε κουβεντιάσει με τον Δημήτρη Χριστόπουλο με αφορμή το νέο του βιβλίο. Ένα βιβλίο, που όπως λέει ο συγγραφέας, δεν είναι στρατευμένο, αλλά ούτε και ουδέτερο και με το οποίο ο Χριστόπουλος επιχειρεί, με πολύ απλό, ψύχραιμο και ισορροπημένο λόγο, να δει τη μεγάλη εικόνα – «να υπηρετήσει τη γνώση χωρίς να χάνει την επαφή με την πραγματικότητα».

Τι είναι δηλαδή το προσφυγικό σύμφωνα με τον συγγραφέα; Φαινόμενο, λέει. Και ως φαινόμενο, αντιμετωπίζεται, δεν λύνεται. Το βιβλίο ξεκινά με τον ορισμό του πρόσφυγα και τη Σύμβαση της Γενεύης το 1951, αναφέρεται στις μετακινήσεις πληθυσμών από και προς την Ελλάδα, συνεχίζει στην πρόσφατη ιστορία θυμίζοντάς μας το 1991, όταν άρχισαν να φτάνουν οι Αλβανοί μετανάστες στη χώρα μας, εξηγεί το νομικό πλαίσιο και φτάνει μέχρι τον κανονισμό του Δουβλίνου 2003, το 2015 που «δεν έπεσε από το ουρανό», τον ρόλο της ΕΕ, την κοινή δήλωση με την Τουρκία και τα πολύ πρόσφατα γεγονότα στον Έβρο, την άνοιξη του 2020. Ο πρόσφυγας είναι μετανάστης που ανήκει σε μια ειδική κατηγορία, όμως και τους δυο τους διώχνει η ανάγκη κι όχι η δίψα για περιπέτεια και ταξίδια, αναφέρει. Στις μέρες μας μόνο το 3% της ανθρωπότητας έχει μεταναστεύσει σε άλλη χώρα, είναι δηλαδή διεθνείς μετανάστες.

Δ. Χριστόπουλος

Όπως θα βοηθήσεις μια κακοποιημένη γυναίκα που σου χτυπά την πόρτα, κι ας μην ευθύνεσαι εσύ για τα δεινά της, έτσι και η έννομη τάξη μας δεσμεύει να συνδράμουμε όποιους απειλούνται. Αν όμως αυτοί είναι πάρα πολλοί, έχουμε δικαίωμα να ζητήσουμε να συνδράμουν και οι γείτονές μας. Αν εκείνοι δεν το κάνουν, ή αποκτηνωνόμαστε, ή επιμένουμε να βοηθάμε με ό,τι μέσο διαθέτουμε. Αν πάλι σκεφτούμε πονηρά, ότι δυσχεραίνουμε τόσο τις συνθήκες, ώστε να αποτρέπουν τον κόσμο να έρχεται, δεν θα μας βγάλει πουθενά, γιατί ό ο κόσμος δεν σταματά να έρχεται και γίνεται ακόμα πιο απελπισμένος, κι έτσι κινδυνεύει πλέον και το δικό σου σπίτι. Κάπως έτσι συνοψίζει συμβολικά ο συγγραφέας την κατάσταση στη χώρα μας σήμερα, χωρίς ούτε να δαιμονοποιεί ούτε να εξωραΐζει.

Με ποιο σκεπτικό έγραψε λοιπόν ο Δ. Χριστόπουλος αυτό το βιβλίο; «Το έγραψα με διπλό σκεπτικό», μου εξηγεί. «Αφενός να δώσω εύληπτα επιχειρήματα στον κόσμο που έχει καταλάβει ότι το προσφυγικό θα μείνει και χρειάζεται στρατηγική: βιώσιμη και ανθρώπινη. Αφετέρου να συνομιλήσω με ανθρώπους που διαφωνούν, εισάγοντας ρωγμές στις επικίνδυνες βεβαιότητες που βλέπω και που είναι προϊόν άγνοιας. Για παράδειγμα το ότι η εφημερίδα Εστία έκανε θετική κριτική στο βιβλίο, έχει για μένα μεγαλύτερη σημασία από την κριτική σε φιλικά προς τις απόψεις μου έντυπα».

Και ποιες είναι αυτές οι επικίνδυνες βεβαιότητες; «Ότι το προσφυγικό λύνεται, ότι είναι πρόβλημα που κάποιοι δεν έλυσαν κι εμείς θα το λύσουμε. Αυτό είναι υπαρξιακά ανόητο! Δεν μπορεί να βογκάει η μισή οικουμένη δίπλα σου κι εσύ να λες ότι θα αποτρέψεις τους πρόσφυγες. Είναι απάνθρωπη και στρατηγικά τιποτένια η μονοδιάστατη έμφαση στην πολιτική της αποτροπής. Ακόμα και σήμερα λέμε ότι δεν έρχονται λόγω πολιτικής αποτροπής, όταν απλά προσωρινά δεν μετακινούνταν προς τα παράλια της Τουρκίας, επειδή ήταν κλειστά λόγω πανδημίας».

Τι θα κάνεις όμως με τους πρόσφυγες; Κάπου στο βιβλίο αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι η μετανάστευση μπορεί να είναι πλούτος, αλλά κα μπελάς, ότι υπάρχει ο ρομαντισμός αλλά και η σκληρή πραγματικότητα. Η μετανάστευση και η προσφυγιά προκαλούνται από προβλήματα και με τη σειρά τους τροφοδοτούν ή οξύνουν άλλα προβλήματα που προϋπήρχαν στις χώρες υποδοχής. «Να τους εξαϋλώσεις δεν μπορείς. Εφόσον ο πρόσφυγας θα μείνει για ένα μη προβλέψιμο διάστημα στη χώρα σου, τι θα κάνεις, θα τον αφήσεις χωρίς σπίτι, φάρμακα, σχολείο; Τότε θα υποφέρει κι αυτός κι εσύ. Άρα είναι αναγκαία η διαδικασία της συμπερίληψης. Θα δώσεις από τη μικρή πίτα σου. Η χώρα έχει κάνει πολιτικά επιλογή να διαθέσει τα αγαθά για την αποτροπή, τους πόρους. Λείπει η βούληση, όχι οι πόροι. Ακούω ότι δεν μπορεί η Ελλάδα να ενσωματώσει. Πρέπει όμως. Η συμπερίληψή τους στην πολιτική κοινότητα και η πρόσβασή τους στα κοινωνικά αγαθά είναι μονόδρομος για την ασφάλεια και συνοχή της κοινωνίας μας. Δεν έχει τίποτε ριζοσπαστικό αυτό, αλλά ανθρώπινο. Η μόνη ρεαλιστική αντιμετώπιση ανθρώπων είναι η ανθρώπινη».

Η Ελλάδα ως τελικός προορισμός, αφετηρία ή σημείο διέλευσης έχει γνωρίσει μείζονες μετακινήσεις πληθυσμών, ακριβώς λόγω και της γεωγραφικής της θέσης, για την οποία περηφανευόμαστε, γράφει ο συγγραφέας, κάνοντας μια αναδρομή από την ίδρυση του κράτους, τον 19 αιώνα, μέχρι σήμερα, αποδομώντας τη «μυθιδεοδογία» περί αυτοχθονίας και παραπέμποντας παράλληλα σε κείμενα των Κ.Θ. Δημαρά, Κ. Παπαρρηγόπουλου ή του Ελ. Βενιζέλου. «Άνθρωποι με όραμα δηλαδή», μου λέει ο Δ. Χριστόπουλος, «που έβλεπαν πέρα από το ‘φτωχή πλην τίμια Ελλάδα’. Δεν φοβόμαστε την αλλοίωση. Τα έθνη μακροημερεύουν ακριβώς επειδή αλλοιώνονται».

Η πρόεδρος της ΕΕ μας αποκάλεσε πριν λίγους μήνες «ασπίδα». Στον Ευρωπαίο φορολογούμενο στοιχίζει πολύ ακριβά το να μη βλέπει μπροστά του πρόσφυγες, αναφέρεται χαρακτηριστικά στο βιβλίο. Από το 2015 ως το 2019 διατέθηκαν από την ΕΕ 2 δις στην Ελλάδα και 6 δις στην Τουρκία και έπονται κι άλλα. «Η ΕΕ ενδιαφέρεται για την αποτροπή, όχι για την ενσωμάτωση», μου λέει ο Δ. Χριστόπουλος. «Εμάς όμως πρέπει να μας ενδιαφέρει και πρέπει να διεκδικήσουμε κονδύλια για την ένταξη, αρκεί να υπάρξει και η βούληση να τα χρησιμοποιήσουμε. Οι άνθρωποι δεν διέρχονται απλώς από τη χώρα, αλλά πιθανόν και να μείνουν εδώ και πρέπει, κι αυτοί κι εμείς, να το δεχτούμε. Από την άλλη, μια κοινωνική παροχή και απλή παροχή κονδυλίων μπορεί να οδηγεί στην ιδρυματοποίηση, εάν δεν συνοδεύεται από μέτρα ένταξης και κοινωνικής ενσωμάτωσης. Εμείς φοβόμαστε ότι αν επενδύσουμε σε τέτοιες πολιτικές, έτσι θα παρακινηθούν να έρχονται περισσότεροι πρόσφυγες. Μια μικρογραφία είναι αυτό που γίνεται τώρα, με την πλατεία Βικτωρίας και τα παγκάκια που ξήλωσαν, θεωρώντας ότι έτσι δεν θα κάθεται κόσμος. Είναι το ίδιο ανόητο. Λες κι ο κόσμος έρχεται στην Ελλάδα γι’ αυτό. Η Ελλάδα ποτέ δεν είχε πολιτική καλωσορίσματος. Περιφέρονταν στην Ελλάδα 350 χιλ. άνθρωποι σε νομικό λίμπο».

Το ότι δεν υπάρχει νόμιμος τρόπος εισόδου στη χώρα μας και στην ΕΕ, οδηγεί στην κατάχρηση των αιτήσεων ασύλου. «Δεν υπάρχει μηχανισμός νόμιμης εισόδου ως δικλείδα ασφαλείας. Πρέπει όμως να μπορεί να κάνει ο κόσμος αιτήσεις ασύλου. Η Τουρκία αυτή τη στιγμή εργαλειοποιεί το ζήτημα. Τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ κατέρρευσαν, όχι επειδή ήταν διάτρητα, αλλά επειδή ήταν άκαμπτα. Άσυλο δεν παίρνει μόνο αυτός που φεύγει λόγω πολέμου, αλλά και για άλλους λόγους, όπως και οι Έλληνες έφευγαν λόγω δικτατορίας. Γι’ αυτό και εκτός από Σύρους, παίρνουν άσυλο και Αφγανοί και Ιρακινοί, και πολύ καλά κάνουν, σ’ όλη την Ευρώπη».

«Αλλιώς αφήνεις πολιτοφύλακες στον Έβρο και φιτιλιάζεις το κράτος δικαίου σου. Ο Έβρος πάντα κλειστός ήταν», συνεχίζει. «Υπάρχει ένας συνδυασμός μη βούλησης, αμηχανίας και άγνοιας. Από φόβο μιας νέας Ειδομένης, πιέζει η ΕΕ να κρατήσουμε στα νησιά τους πρόσφυγες κι έτσι επινοήθηκε η κοινή δήλωση με την Τουρκία. Αυτό που μας προσφέρθηκε ως σανίδα σωτηρίας, είναι αυτό που μας βουλιάζει. Η Ελλάδα δυστυχώς φέρεται στα νησιά του Αιγαίου όπως η ΕΕ στην Ελλάδα».

Το βιβλίο αναφέρεται στον Κανονισμό του Δουβλίνου 2003, τα προβλήματά του, καθώς η ΕΕ τα χρέωσε όλα στα κράτη πρώτης διέλευσης όπως η Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία, αλλά και τη μη εφαρμογή του ως προς τις επιστροφές, καθώς η χώρα μας κατοχυρώθηκε ως μη ασφαλής με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το 2011. «Η τωρινή Προεδρία της Γερμανίας στην ΕΕ ίσως προωθήσει ένα Δουβλίνο ΙV πιέζοντας τους κεντροευρωπαίους να δεχτούν για τα προσχήματα κάποιους, αλλά σίγουρα εδώ θα μείνουν πολλοί, δεν εναποθέτουμε ελπίδες. Το καλό για την Ελλάδα θα ήταν η υποχρεωτική ποσόστωση κάθε κράτους στην υποδοχή προσφύγων, ώστε να αναχωρούν απευθείας για τις χώρες προορισμού τους».

Το βιβλίο μιλά για εύλογο φόβο, εργαλειοποίησή του και φοβία, διαχωρίζοντάς τα φυσικά. «Δεν απαξιώνουμε αυτόν που φοβάται ή τον θεωρούμε φασίστα, φυσικά ο άλλος τρέμει στην ιδέα ότι έρχονται ξένοι, αλλά τι να κάνουμε. Φερόμαστε στους ανθρώπους ανθρώπινα, μόνο έτσι υπάρχουν ελπίδες. Προτάσσουμε τον ρεαλισμό, όχι τον κυνισμό. Να δούμε πώς θα σώσουμε την παρτίδα, να συνυπάρχουμε, να ζούμε! Η δημοκρατία δεν κινδύνευσε από πρόσφυγες, αλλά από ολοκληρωτισμό. Ο κόσμος νομίζει ότι η μετανάστευση γεννά τον φασισμό, αλλά γίνεται το αντίθετο. Οι άνθρωποι δεν χωρίζονται σε αυτούς που θέλουν ή δεν θέλουν μετανάστες, αλλά σε αυτούς που λογίζονται με σώφρονα τρόπο τη ζωή και σε αυτούς που δε συλλογίζονται. Το πρώτο που σκέφτομαι είναι η συνοχή της κοινωνίας, να είναι εντάξει τα παιδιά μας. Αν, για να έχουμε ειρήνη, πρέπει να έχουμε και ξένους, το κάνουμε. Όταν βλέπω τον φασίστα που ωρύεται, σκέφτομαι τον μετανάστη αλλά και το τι θα τραβήξω εγώ μετά. Οι κυβερνήσεις στην Ουγγαρία και στην Πολωνία πχ. τα έχουν βάλει με όλους τους μετανάστες, βόρειους και νότιους, αλλά ουσιαστικά τα έχουν βάλει με τους αδύναμους. Κι αυτό τινάζει την Ευρώπη και το πρότυπο ειρήνης και αλληλεγγύης στον αέρα».