Μεσημέρι στο Brooklyn. Γράφω αυτές τις γραμμές ακούγοντας τα πυροτεχνήματα της 4ης Ιουλίου, έναν προπομπό για το εντυπωσιακό βραδινό θέαμα. Αναζητώ την «ανεξάρτητη» Νέα Υόρκη την «ημέρα της Ανεξαρτησίας». Στο οδοιπορικό αυτό σκοντάφτω σε διαρκείς αντιφάσεις για το τι μπορεί να χαρακτηριστεί εδώ ως ανεξάρτητο, εναλλακτικό και underground στη μουσική, όταν όλα έχουν ειπωθεί και αναπαραχθεί μέσα στη μήτρα τους.

Ήδη από το ’60 ο όρος «underground» συνδέθηκε με την counterculture των Hippies που θυσίαζαν την κολεγιακή τους ρουτίνα για να παραδοθούν στη δίνη του ελεύθερου έρωτα, της κάνναβης και των παραισθησιογόνων. Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η εναλλακτική εμπειρία αφορούσε στενά τη hip-hop κουλτούρα και τα block parties, η ντίσκο μεσουρανούσε και το punk σήμανε καμπάνες στη μόδα. Στα 90’s το grunge και η ηλεκτρονική μουσική διαμόρφωσαν το δικό τους τοπίο. Από το 2000 και μετά τα DIY guerilla parties, οι μικρές ανεξάρτητες δισκογραφικές και οι creative εταιρείες έχουν δώσει νέο νόημα στον όρο.

Όσο όμως η τεχνολογία και το Ιnternet γίνονται συμπαγείς έννοιες αυτής της εξέλιξης, τόσο το πέρασμα από τον καινοτόμο δημιουργό, τον αφανή καλλιτέχνη στο λεγόμενο «mainstream», τείνει να εξαφανιστεί το underground. Οι μυημένοι στα «ψαγμένα» της πόλης πολύ εύκολα μπορεί να πολλαπλασιαστούν μέσα σε λίγες ώρες, όταν το μήνυμα πάρει το δρόμο του. Πάνε οι gatekeepers που ξέραμε.

Στη φωτογραφία εμφανίζεται ο David Benge, ιδιοκτήτης της Drunken Piano.

8Av14St, Spring St, Bedford, Lorimer, Dekalb, στάσεις Μετρό-ορόσημο της δημιουργικής κοινότητας που συνεχώς μετακινείται. Συναντάω τον David Benge, ιδιοκτήτη της Drunken Piano, μιας εταιρείας management στη μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης, με συνεργασίες με πιο μικρά labels, όπως οι French Kiss, Ecstatic Peace and Carpark Record’s και μεγάλα όπως οι Motown, Warner and Universal.

Ο David πιστεύει ότι αν υπάρχει κάτι εναλλακτικό αυτό δεν επιβιώνει πλέον στο Μανχάταν. «Κάποτε μαγαζιά όπως το CBGB’s, το Factory, η νοτιοανατολική πλευρά, ήταν το λεγόμενο “hot bed” για τους καλλιτέχνες. Πια, όμως, δεν υπάρχουν σκηνές αντίδρασης, όπως ήταν στα 80’s το punk ή αργότερα το grunge. Σήμερα, στα αμερικάνικα charts βλέπουμε και τα πιο απίθανα είδη. Στην πραγματικότητα λείπει η αίσθηση της μυστικής κοινότητας που είχε η Νέα Υόρκη».

Σήμερα αναγκαστικά τα σύνορα της καλλιτεχνικής ζωής επεκτείνονται είτε προς το Brooklyn είτε προς το Bronx. «Και αυτό είναι πολύ φυσικό, αφού οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να πληρώνουν 5.000 δολάρια το μήνα ενοίκιο, για να μένουν στο Μανχάταν, οπότε τραβιούνται προς τα έξω. Έτσι, διαμορφώνονται τα νέα στέκια. Πηγαίνουν σε μια περιοχή που είναι στην αρχή οικονομική, της δίνουν στυλ, μετά την εκτιμούν οι οικογενειάρχες, και δεν έχεις πάρει είδηση για πότε η γειτονιά σου έχει γίνει ακριβή και βαρετή. Το Williamsburg, για παράδειγμα, είναι η επέκταση του Μανχάταν. Έχει γίνει πανάκριβο, οπότε οι καλλιτέχνες μετακινούνται σε μέρη όπως το Bushwick. Εκεί συμβαίνουν τα πιο “φρέσκα” πράγματα. Το να βγάζεις 70.000 δολάρια το χρόνο, να μένεις στο Μανχάταν και να λέγεσαι “εναλλακτικός” και “underground” δεν έχει πολύ νόημα, κατά τη γνώμη μου. Στο Brooklyn υπάρχουν μέρη που γίνονται ενδιαφέροντα πράγματα. Θα πρότεινα τα Big Snow Buffalo, Shea Stadium and Death By Audio, Glasslands, Cameo, Secret Project Robot και φυσικά τα δρώμενα του Bushwick τουλάχιστον για τώρα».

Στη φωτογραφία είναι ο Lucola Band, ιδρυτής, μουσικός και συνθέτης της μπάντας Rohypnotise.

Με τον David συναντάμε τον Lucola Band, ιδρυτή, μουσικό και συνθέτη της μπάντας Rohypnotise, κάτοικο πλέον του Bushwick. «Η περιοχή εδώ ξεφεύγει από το χαμό της ΝΥ. Έχω βαρεθεί να ακούω για τις τάσεις και τις αλλαγές τους. Για μένα, το Brooklyn είναι πιο θαρραλέο και προσγειωμένο. Παρ’ όλα αυτά, οι δύο περιοχές συχνά αλληλοκολακεύονται, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Αυτό όμως που είναι πραγματικά απολαυστικό είναι η διαφορετικότητα στις μουσικές. Επίσης, οι καλλιτέχνες έχουν αλληλεγγύη μεταξύ τους. Μου αρέσει ιδιαίτερα το ρεύμα της dream pop και soft rock που αναπτύσσεται εδώ. Θα πρότεινα σίγουρα σε κάποιον να επισκεφτεί μέρη όπως τα Pianos, Mercury Lounge, Knitting Factory και Music Hall of Williamsburg».

Από την εποχή των Friends και του Sex and the City στο κοσμοπολίτικο Μανχάταν, περάσαμε στα χιπστεροκόριτσα του Williamsburg στο Girls, όπου ακόμα και στο ίδιο το σενάριο αποτυπώνεται η μαζική μετακίνηση. Έτσι, στα ενδότερα του Brooklyn οργανώνονται μυστικά music shows σε lofts και αποθήκες, ενώ με τον καιρό ξεφυτρώνουν μικρά μπαράκια και καφέ. Εκεί αντιλαμβάνεσαι ότι ακόμα είναι ανέγγιχτα από το γεγονός και μόνο ότι σε κάποια μπορείς να καπνίσεις, ενώ κάθεσαι στο τραπέζι τους έξω, πράγμα αδιανόητο για τη σημερινή ΝΥ.

Κινητά φεστιβάλ όπως το Bushwick Open Studios μαθαίνονται από στόμα σε στόμα ή ψιθυρίζονται, γιατί είναι παράνομα. Μια ηγετική μορφή στην καλλιτεχνική σκηνή είναι φυσικά το καταξιωμένο BAM, το οποίο μπορεί να μην το λες underground, πάντως καταφέρνει να προωθεί την πιο προοδευτική και avant garde σκηνή εδώ και έναν αιώνα και στο Μανχάταν το The Kitchen. Επίσης, πάντα κάτι συμβαίνει στο Dumbo ή στις γκαλερί της Meatpacking District και στα PS1 πάρτι του MoΜa.

Στη φωτογραφία είναι ο Νεκτάριος Ιωαννίδης, γνωστός για τα ReSolute parties και το ενTechno φεστιβάλ.

Φυσικά, η «underground» σκηνή είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την ηλεκτρονική μουσική. O Νεκτάριος Ιωαννίδης με υποδέχεται έξω για μια μίνι πλωτή techno περιπέτεια στα νερά της Νέας Υόρκης. Ο Νεκτάριος διοργανώνει τα επιτυχημένα ReSolute parties και ζει στη ΝΥ τα τελευταία 14 χρόνια, ενώ τον γνωρίζουμε και από τον ενTechno φεστιβάλ στην Αθήνα.

«Παρακολουθώ τον τρόπο που όλα αναμειγνύονται εδώ. Η ηλεκτρονική μουσική άνηκε στη λεγόμενη “subculture”, ένα είδος για συγκεκριμένο κόσμο, σε συγκεκριμένα μέρη, ειδικά η techno. Τώρα είναι παντού. Η hip hop δεν ακούγεται πια η ίδια. Μου θυμίζει περισσότερο house και electronic με λίγο rap από πάνω. Η ποπ και η ροκ έχουν μπλεχτεί μέσα στις indie κουλτούρες. Ειλικρινά πια, είναι δύσκολο να είσαι ενημερωμένος για όλα αυτά. Για μένα, το Brooklyn είναι το Μανχάταν του ’70 και του ’80, γεμάτο δημιουργικές κοινότητες, αλλά γίνεται ταχύτατα trendy και ακριβό. Τα μέρη έχουν αλλάξει. Για παράδειγμα, πήγαινα σε κάποια “υπόγεια” τζαζ μέρη όπως το Saint Nick’s, αλλά πια έχει αλλάξει τελείως, τώρα μπορεί να πάω σε κάποια συναυλία στη Madison Square ή στο Lincoln Center. Η ReSolute είναι μια κοιτίδα χαρισματικών και παθιασμένων ανθρώπων. Στη δική μας σκηνή αυτά τα πάρτι δεν ήταν τόσο δημοφιλή πριν έξι χρόνια, για αυτό και λέγονταν “underground”. Τώρα, το underground ταυτίζεται με το trend, οπότε δύσκολα τα αποκαλείς κυριολεκτικά underground. Τώρα, γίνονται πολλά αντίστοιχα στη ΝΥ. Πρόσφατα διάβασα για ένα πάρτι σε ένα επικίνδυνο σταθμό του Μετρό που είχε σταματήσει να χρησιμοποιείται, αλλά και σε μια παρατημένη εκκλησία. Στην τελική, το attitude είναι αυτό που κάνει κάτι underground». Κλείνουμε την κουβέντα περί μουσικής με τα σχέδια του για τον επερχόμενο γάμο του και το πέμπτο ενTechno στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου στο Βυρσοδεψείο, που -όπως μου λέει- επιστρέφει στις ρίζες του.

Στο ημερολόγιο μου είναι σημειωμένη σχεδόν κάθε μέρα και μια άλλη free συναυλία σε κάποιο από τα πάρκα ή τις πλατείες. Ευτυχώς, για μια πόλη, κατά τ’ άλλα, πανάκριβη, η πρόσβαση στη μουσική δεν είναι προνόμιο των λίγων. Από τους σταθμούς του Μετρό μέχρι οπουδήποτε στο δρόμο μπορείς να βρεθείς μπροστά σε απίστευτους καλλιτέχνες. Πρόσφατα έζησα ένα αυτοσχέδιο πάρτι στο Central Park, όπου ένας αφρικανικής καταγωγής DJ μαζί με την παρέα του έπαιζαν house, ενώ σιγά σιγά άρχισαν να μαζεύονται percussionists και χορευτές από 5 έως 85 χρονών και, ειλικρινά, δε βρήκα κανένα λόγο για να μείνω ακίνητη. Ένα πάλι μεσημέρι καταβεβλημένη από τη ζέστη και την υγρασία ανακάλυψα μια μουσική όαση. Δίπλα στις ορτανσίες της Washington Square ένας πιανίστας έπαιζε Debussy σε ένα πιάνο με ουρά το οποίο είχε κυριολεκτικά μεταφέρει στην πλατεία.

Αυτή η καταγραφή είναι ενδεικτική και αρκετά προσωπική. Θα χρειαζόμουν ίσως ένα ολόκληρο βιβλίο, για να συμπεριλάβω τα πάντα, αλλά και πάλι δε θα τα γνώριζα. Αυτό όμως που είναι, για μένα, η πιο αυθεντική underground εικόνα της ΝΥ είναι οι πιτσιρικάδες που μπαίνουν στα υπόγεια βαγόνια, πατάνε το play και χορεύουν σκαρφαλώνοντας στις χειρολαβές. O ουρανός πια καίγεται έξω.