Γλωσσικά και υφολογικά κομψός, διαπεραστικά παρατηρητικός, ευρυμαθής και μεθοδικός, γαλλοτραφής και περιπαικτικός, ο Τζούλιαν Μπαρνς είναι μέλος της γενιάς των Βρετανών συγγραφέων που κυριάρχησαν σχεδόν ολοκληρωτικά στην εκδοτική σκηνή της Αλβιώνας τα τελευταία σαράντα χρόνια (με τους φίλους του Ίαν Μακ Γιούαν, Μάρτιν Έιμις, αλλά και τους Γκράχαμ Σουίφτ, Σαλμάν Ρούσντι και Καζούο Ισιγκούρο) και έγιναν συνώνυμο με τη μεταμοντέρνα βρετανική μυθοπλασία το τελευταίο τέταρτο του αιώνα. Από όλους, ο Μπαρνς είναι ο πιο Ευρωπαίος, και όχι μόνο λόγω της γαλλικής του παιδείας ή της θεματολογίας του, όσο και λόγω μιας ευαισθησίας και αισθητικής που παραπέμπει στην ηπειρωτική Ευρώπη μιας άλλης εποχής.

Το τελευταίο του βιβλίο είναι ένα υβρίδιο που ως ένα βαθμό παραπέμπει στον υπέροχο Παπαγάλο του Φλομπέρ. Είναι ένα αμάλγαμα δοκιμίου, ιστορικής έρευνας, βιογραφίας, κριτικής τέχνης, λογοτεχνικής κριτικής, με πινελιές μυθοπλασίας. Επιπλέον, ο Μπαρνς έχει επιλέξει να πλαισιώσει το κείμενό του με αρκετές εικόνες από φωτογραφίες και πίνακες της περιόδου. Σε πρώτο επίπεδο το θέμα περιστρέφεται γύρω από την επίσκεψη τριών Γάλλων στο Λονδίνο του 1885, του χειρουργού-γυναικολόγου Σαμιέλ Πότσι, του κόμη Μοντεσκιού και του πρίγκιπα Πολινιάκ. Και οι τρεις υπήρξαν πασίγνωστοι στο κοσμικό Παρίσι, τα πορτρέτα τους είχαν φιλοτεχνήσει γνωστοί ζωγράφοι της εποχής, ενώ έχουν αποτελέσει την έμπνευση για χαρακτήρες στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο του Μαρσέλ Προυστ, (με τον Κόμη Μοντεσκιού μάλιστα να λέγεται ότι αποτελεί τη βάση για τον Βαρόνο Σαρλύς). Ο Μπαρνς μας παρουσιάζει το λογοτεχνικό πορτρέτο αυτών των τριών φίλων, τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονταν καθώς και τους κοινούς τους κύκλους. Στο επίκεντρο βεβαίως βρίσκεται ο επώνυμος άντρας με τον κόκκινο μανδύα, δηλαδή ο ιατρός Σαμιέλ Πότσι, (ο τίτλος προκύπτει από το πορτρέτο του Πότσι που είχε ζωγραφίσει ο περίφημος Αμερικάνος πορτρετίστας Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ).

Σε δεύτερο επίπεδο όμως ο Μπαρνς χρησιμοποιεί αυτή την αφορμή για μια ευρύτερη μελέτη γύρω από την μπελ επόκ, ή αλλιώς την περίοδο ανάμεσα στον γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1871 και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914. Ο Μπαρνς αναλύει με τη γνωστή του διεισδυτικότητα, οξυδέρκεια και χιούμορ μια εποχή ιδιαίτερης ακμής των τεχνών (ιδιαίτερα της ζωγραφικής στη Γαλλία), μόνο που στην προκειμένη περίπτωση παρατηρείται το παράδοξο του ότι η καλλιτεχνική αυτή ακμή τροφοδοτούνταν από μια ευρύτερη παρακμή στο ευρωπαϊκό πολιτισμό, παρακμή αισθητική, πολιτική, ηθική, η οποία και οδήγησε στο ξέσπασμα του μεγάλου πολέμου, «Θεία Παρακμή, Αγαπημένη, μια ύστατη, τρυφηλή ανθοφορία, καθώς ο αιώνας οδεύει προς το τέλος του», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Αν και ο Μπαρνς δεν εξαντλείται σε αναφορές γύρω από την τέχνη και τη λογοτεχνία. Λόγω του επαγγέλματος του Πότσι, ο Μπαρνς μας παρέχει αρκετές πληροφορίες γύρω από την εξέλιξη των καινοτόμων ιατρικών πρακτικών σχετικά με τη χειρουργική και τη γυναικολογία πιο συγκεκριμένα, ιδιαίτερα εφ’ όσον η συμβολή του Πότσι υπήρξε ανεκτίμητη.

Είναι όμως το τρίτο επίπεδο που θεωρώ ότι είναι το σημαντικότερο όσο και το πλέον επίκαιρο. Εδώ, ο Μπαρνς ουσιαστικά αντιπαραβάλλει τις απόψεις, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις ανάμεσα σε Βρετανούς και Γάλλους, διαχρονικά κλισέ, βολικές γενικεύσεις, αλλά και οξυδερκείς εκτιμήσεις και αναλύσεις. Πού ακριβώς βρίσκεται το επίκαιρο σε κάτι τέτοιο, θα ρωτήσετε. Στο ότι ο φανατικά ευρωπαϊστής και γαλλόφιλος Μπαρνς, αηδιασμένος από την αυτοκαταστροφική αυταπάτη του Brexit, αφ’ ενός στρέφεται ενστικτωδώς προς την αγαπημένη του Γαλλία και αφ’ ετέρου επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει τις στερεοτυπικές καχυποψίες πάνω στις οποίες πάτησαν οι δημαγωγοί για να οδηγήσουν τη Βρετανία στην παρούσα κατάσταση. Παραθέτω τα λόγια του από το σημείωμα στο τέλος του βιβλίου:

«Ο σοβινισμός είναι μια μορφή άγνοιας. Έγραψα αυτό το βιβλίο έναν περίπου χρόνο πριν από την παραπλανημένη, μαζοχιστική αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το απόφθεγμα του δρα Πότσι ερχόταν συχνά στον νου μου… Οι Άγγλοι (και όχι οι Βρετανοί) συχνά υπερηφανεύονται υπερβολικά αυτάρεσκα πως είναι νησιώτες, πως δεν έχουν καμιά περιέργεια για «τον άλλον» προτιμώντας το εύκολο αστείο και την ανώφελη συκοφαντία… Είμαι γιος δασκάλων ξένων γλωσσών… το να καταλαβαίνεις μια ξένη γλώσσα σημαίνει ότι καταλαβαίνεις εκείνους που τη μιλάνε, και επιπλέον, ότι κατανοείς τον τρόπο που αυτοί βλέπουν και κατανοούν τη χώρα σου. Είναι μια διαδικασία που απελευθερώνει τη φαντασία. Έτσι τώρα καταλαβαίνουμε λιγότερο τους άλλους, ενώ εκείνοι συνεχίζουν να μας καταλαβαίνουν καλύτερα. Άλλο ένα άθλιο στοιχείο αυτοαπομόνωσης». Ο Μπαρνς έχει γράψει ένα χρήσιμο και κατατοπιστικό βιβλίο, δύσκολο μεν να το ορίσει κανείς αλλά εύκολο να το απολαύσει.

Το βιβλίο «Άνδρας με κόκκινο μανδύα» του Τζούλιαν Μπαρνς, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο