Κάθε έκθεση του Ανδρέα Αγγελιδάκη είναι ένας καμβάς συνθέσεων, σκέψεων και προβληματισμού για έννοιες της επιστήμης, της αισθητικής εικόνας της αστικής κουλτούρας και της επίδρασης της καθημερινότητας στη ζωή μας.

Στη νέα έκθεσή του στην γκαλερί Breeder, με τίτλο “A Submissive Acknowledgment of Powerlessness”, συνεχίζει να διερευνά τους τρόπους με τους οποίους οι εξωτερικές δυνάμεις διαμορφώνουν το οικοδομικό περιβάλλον μας. Το έργο του αυτό, σε συνέχεια του “Unauthorised” που παρουσίασε στην documenta 14 στην Αθήνα και το Κάσελ και στα οποία εξέταζε πώς η γεωπολιτική, η κερδοσκοπία και η διαφθορά των κυβερνήσεων διαμόρφωσαν την Αθήνα, διερευνά τις αμφισημίες, τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες της αρχιτεκτονικής.

Με σπουδές αρχιτεκτονικής στις αποσκευές του, ο Ανδρέας Αγγελιδάκης ομολογεί ότι έγινε αρχιτέκτονας, επειδή το ήθελε η μητέρα του αντί να γίνει κατευθείαν καλλιτέχνης. Σήμερα αντιμετωπίζει με μια γλυκόπικρη γεύση στην τέχνη και τις σπουδές της αρχιτεκτονικής που σου δίνουν όπως λέει πολλά εργαλεία τα οποία όμως στη συνέχεια η ίδια η αρχιτεκτονική ως επάγγελμα όχι μόνο δεν εκμεταλλεύεται αλλά και μετατρέπει σε κάτι αυτιστικό. Στην έκθεσή του η ιδέα της αρχιτεκτονικής επανεξετάζεται σε σχέση και με τα επείγοντα ζητήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, την ουσία των αλλαγών και την πεσιμιστική και απαθή ίσως στάση των σύγχρονών μας που χτίζουν ανεξέλεγκτα, στοχεύοντας στον εντυπωσιασμό, την παραδοξότητα και τη «λαμπρότητα» των κατασκευών.

«Αυτή η έκθεση εξετάζει κάπως τις αδυναμίες της αρχιτεκτονικής, αλλά και το παράδοξό της», λέει ο Ανδρέας Αγγελιδάκης.

«Όταν μιλάμε για τις αρχιτεκτονικές ποιότητες ενός σχεδιαστή, αναφερόμαστε σε κάτι δυναμικό, δομημένο με γεωμετρία, σοβαρό, αρρενωπό. Αν παρατηρήσει κάποιος και τις γυναίκες αρχιτέκτονες, ακολουθούν ακόμα και το αυστηρό ανδρικό ντύσιμο. Πίσω από αυτή την όψη κρύβονται μόνο συμβιβασμοί. Ο αρχιτέκτονας συμβιβάζεται με το budget, το γούστο του πελάτη, με το κόστος του κτιρίου, με την αγορά. Πρόκειται για μια αντίφαση και για ένα όραμα βελτίωσης της ποιότητας που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Σήμερα, η αρχιτεκτονική δεν έχει τη δυνατότητα να υφίσταται ως κριτική τέχνη, έχασε τη ρίζα του, έγινε στιλ, αφότου σταμάτησε να σχολιάζει την κατανάλωση και τον τρόπο με τον οποίο συμβαίνει. Αυτή η προβληματική έρχεται να συνδεθεί με τις σκέψεις μου για την Αθήνα, που διέπεται ως πόλη από τον μοντερνισμό του χρήματος, της αντιπαροχής, του κέρδους».

Πρωτεύουσα-χάος φτιαγμένη από τις λαμογιές και τα μικροσυμφέροντα των εργολάβων, πόλη ανολοκλήρωτη για τους ξένους που εντυπωσιάζονται από τον «σέξι» χαρακτήρα της, η Αθήνα σύμφωνα με τον Αγγελιδάκη αποτελεί ένα μυστήριο με άδηλο μέλλον στο οποίο προκαλείσαι να στοιχηματίσεις. Θα καταφέρεις να επιβιώσεις μέσα σε αυτό το περιβάλλον; Στην έκθεσή του, αναρωτιέται για το μέλλον των κτιρίων και της σημασίας τους, αντλώντας έμπνευση από τα ταγκς που τα καλύπτουν και νοηματοδοτούν εκ νέου τα κτίρια με τα μηνύματα που ίσως μεταφέρουν. Το νέο νόημα των αρχιτεκτονημάτων είναι πολιτικό, αντιδραστικό, διεγερτικό της σκέψης, υπονομεύει την κρατούσα αισθητική; Οι αρχιτεκτονικές μακέτες που παρουσιάζει στην έκθεση με τα κείμενα στην επιφάνεια των εντυπωσιακών και περιστρεφόμενων κτιρίων, αναστρέφουν την έννοια της όψης δραματικά. Τα σχεδόν μοντερνιστικά κτίρια, σχεδόν αβαρή, χωρίς το νέο περίβλημα που τους δημιουργούν οι μουτζούρες, οι υπογραφές, οι λέξεις, φαντάζουν πιο κενά περιεχομένου, ασήμαντα, οι φράσεις του Αγγελιδάκη τους δίνουν μια ίσως ωμή διάσταση μέσα σε μια καινούργια αλήθεια.

«Έχω σκεφτεί πολλές φορές», λέει ο Ανδρέας Αγγελιδάκης, «ότι ίσως αυτό το νέο περίβλημα στα κτίρια που δημιουργείται από τις μουτζούρες, ούτε καν από τις τοιχογραφίες, είναι ο μόνος τρόπος που μπορεί η αρχιτεκτονική να πει κάτι νέο. Αυτά τα κτίρια που παρουσιάζω στην έκθεση τα μεταμόρφωσα σε μπιμπελό που αφομοιώνουν τις πόζες της αρχιτεκτονικής πολυτελείας των σταρ αρχιτεκτόνων όπως τις βλέπουμε να παρουσιάζονται σε περιοδικά αρχιτεκτονικής, σε έναν χωρίς τέλος ανταγωνισμό για το πιο παράξενο και εντυπωσιακό σχεδιασμό. Επάνω τους παραθέτω κάποια από τα “εργαλεία” της σύγχρονης ζωής, φράσεις που βρήκα στο instagram, ή φίλτρα που σε κάνουν πιο όμορφο και βρήκα πώς ταιριάζουν με μια πόλη αλλά και με μια  κριτική προσέγγιση προς την αρχιτεκτονική».

Καθώς κάθε έκθεση του Αγγελιδάκη αντλεί από ένα ψηφιδωτό συνδεόμενων αλλά και συγκρουόμενων και πάντα αλληλοσυμπληρούμενων σκέψεων, ένα τμήμα της αυτή τη φορά ασχολείται με την κατάσταση της αρχιτεκτονικής ως μεταφορά για ολόκληρη την ύπαρξή μας. Ο Αγγελιδάκης σαν ένας σύγχρονος Queer Διογένης εξετάζει τη συμμετοχή μας σε συστήματα που θεωρούμε αποτυχημένα ή έχοντας ακόμα και την επίγνωση της ματαιότητάς τους δε σταματάμε να παίρνουμε μέρος στην ύπαρξη αλλά και την ανάπτυξή τους.  Η ενασχόλησή του με τον Διογένη ξεκίνησε όταν είδα παίρνοντας μέρος στην Μπιενάλε του Λίβερπουλ, τα ελληνικά κεραμικά που υπήρχαν εκεί, το πιο εξαγώγιμο είδος της αρχαιότητας.

«Παρατηρώντας τα κεραμικά», λέει ο Ανδρέας Αγγελιδάκης, «είδα ότι απεικόνιζαν ή ιστορίες μυθολογικές, ιστορίες διασήμων προσώπων της εποχής ή ιστορίες της καθημερινότητας. Ήταν σαν να είχαν ένα instagram, ένα περιβάλλον, ένα φόντο για να φωτογραφηθούν αλλά και μια προσωπική εμπειρία που ήθελαν να μοιραστούν. Τα κεραμικά έμοιαζαν με τα σόσιαλ μίντια της εποχής μας και τι πιο εμβληματική σε σχέση με αυτά, από την παρουσία, την κατοικία του Διογένη σε ένα πιθάρι; Σε μια μεταφορά είναι σαν να ζεις μέσα στο instagram, να το κατοικείς. Και όλο αυτό έχει να κάνει και με τη δική μας εμπλοκή με τα σόσιαλ μίντια, την ύπαρξή μας μέσα σε αυτά, σε κάθε επίπεδο, αλλά και την αντανάκλαση στο κοινωνικό περιβάλλον που επιλέγουμε μέσα από αυτά. Μοιάζει με ένα μέρος που στήνεις για να φωτογραφηθεί μπροστά του ο καλεσμένος, ο επισκέπτης, -ακόμα και στη δική μου έκθεση υπάρχει και ως πραγματικότητα και ως σχόλιο ένας τέτοιος χώρος- που σχολιάζει τελικά αν ποζάρουμε ή αν ειρωνευόμαστε την πόζα που έχουμε επιδιώξει να έχουμε».

Η οπτική του παρατηρητή, παράξενου Διογένη, που μας λέει και μας δείχνει τις δυσάρεστες αλήθειες με τον πιο ποπ, πολύχρωμο και ευχάριστο τρόπο και θυμίζει εργαλείο προπαγάνδας, αντιστρέφοντας την αλήθεια, έρχεται να συμπληρώσει και η εικόνα μιας παράδοξης Αθήνας που παραδομένη σε ένα άλλο σύγχρονο κέρδος, στο κέρδος του Airbnb, παίρνει διαρκώς μια άλλη μορφή, βιομηχανοποιημένη, με τα ίδια «σύγχρονα χαρακτηριστικά» εμφανίζοντας μια πόλη που αυτοβελτιώνεται ακόμα και πάνω στα ερείπιά της και τα ιστορικά μνημεία της. Το εικαστικό σχόλιο του Αγγελιδάκη, έχει έμπνευση από τις αναμνηστικές φωτογραφίες που μάζευε ένας Αμερικανός όταν επισκέφθηκε την Αθήνα τον 19ο αιώνα. Ο ναός του Ηφαίστου στάζει γλίτσα, έχει τσιμεντένιες κολώνες και η πύλη του Αδριανού επεκτείνεται για να ανταποκριθεί στις τουριστικές ανάγκες της μεσογειακής μητρόπολης που αυξάνονται διαρκώς. Συμπληρώνονται από τις «ρομποτικές» μαζικές περιγραφές των τουριστικών καταλυμάτων που μοιάζουν με καταγγελίες μιας αδύναμης, συμβιβασμένης  αρχιτεκτονικής σε μια κοινωνία χωρίς ελπίδα.

Ο Ανδρέας Αγγελιδάκης με κάθε του έκθεση καταδεικνύει και τον πεσιμισμό μιας γενιάς που στέκεται αμήχανα μπροστά σε έναν κόσμο και σκέφτεται μόνο την καταστροφή του, με το έργο του ανοίγει μια χαραμάδα στην οπτική των επόμενων, στην προβληματική των εφήβων, τη μαχητικότητά τους για ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή που θεωρούνται «χαμένα» από τον κόσμο των ενηλίκων. Καταφέρνει και παρουσιάζει ένα παιχνίδι εννοιών ζοφερών και αισιόδοξων που στο συλλογικό φαντασιακό συμπλέκονται για να δημιουργήσουν με τη σειρά τους ένα κρίσιμο σχόλιο. Την πικρή αντίληψη ενός τρισδιάστατου κόσμου που ισορροπεί διαρκώς, απελπισμένα και επικίνδυνα.

Info έκθεσης:

A Submissive Acknowledgment of Powerlessness30 Μαΐου – 31 Αυγούστου 2019 | The Breeder