Επιμέλεια: Πέπη Νικολοπούλου

Περνώντας τον καιρό της καραντίνας: Το ελculture ζητάει σε πρόσωπα απ’ τον κόσμο των τεχνών να μας στείλουν τη δική τους ανταπόκριση για τις μέρες της καραντίνας μοιράζοντας ελεύθερα μαζί μας τις σκέψεις τους.

Η  Άννα Κοντολέων μάς στέλνει τη δική της ανταπόκριση:

Ένας διανοούμενος, πολιτικός κρατούμενος για χρόνια απολυταρχικού καθεστώτος κεντρικής αφρικανικής χώρας, μου είχε αφηγηθεί κάποτε ότι όσο ήταν στη φυλακή δεν του έδιναν χαρτί για να μην μπορεί να συνεχίσει να γράφει. Στην προσπάθειά του να διατηρήσει ζωντανό το πνεύμα του έγραφε στα κενά ανάμεσα στις σειρές των σελίδων των βιβλίων που όλως παραδόξως του είχαν επιτρέψει να τα έχει μαζί του.

Πρέπει να συνεχίσω να γράφω και να σκέφτομαι, λέω αποφασιστικά όταν ξυπνώ το πρωί και βιάζομαι ν’ ανοίξω πατζούρια και κουρτίνες. Απέναντί μου ο λόφος με τις πέτρες και τους γυμνούς θάμνους του και λίγο πιο πέρα η θάλασσα, άλλοτε ρυτιδιασμένη και άλλοτε φτιαγμένη λες από γυαλί. Πού να φανταζόμουν πριν μερικούς μήνες, όταν νοίκιαζα το διαμέρισμα που θα σημάδευε την προσωπική μου μετάβαση, ότι θα πέρναγα τόσες ώρες εντός του.

«Η οθόνη του υπολογιστή με καλεί γεμάτη κείμενα που υπόσχονται να κρατήσουν ζωντανή την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει»

Η οθόνη του υπολογιστή με καλεί γεμάτη κείμενα που υπόσχονται να κρατήσουν ζωντανή την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει. Δεν καταφέρνω να τα αγγίξω. Η μέρα κυλά άτσαλα. Διαβάζω άρθρα και μελέτες αγωνιώντας να εξηγήσω αυτό που είναι αδύνατον να εξηγηθεί. Σκέφτομαι. Αμφισβητώ. Φοβάμαι. Προσπαθώ να αντισταθώ στον πανικό. Αμύνομαι. Ενίοτε τα καταφέρνω. Ενίοτε παραδίνομαι.

Τα ηλεκτρονικά μου μηνύματα περιμένουν απάντηση. Τα δάχτυλά μου δεν καταφέρνουν να διατρέξουν το πληκτρολόγιο. Δοκιμάζω να διαμορφώσω τις ηλεκτρονικές μου σχολικές τάξεις, αν και ξέρω ότι είναι μάταιο αφού οι πλατφόρμες δεν λειτουργούν παρά βαθιά ξημερώματα. Εγκαταλείπω.

Το τηλέφωνο χτυπάει. Αγαπημένοι, συγγενείς, φίλοι που ζητούν ν’ ανταλλάξουν δυο λέξεις. Άλλοι σε καραντίνα με ανθρώπους που αγαπούν, άλλοι με ανθρώπους που αποστρέφονται ή απλώς ανέχονται. Άλλοι μόνοι αποκλεισμένοι στην ίδια γειτονιά και άλλοι πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Όλοι ωστόσο το ίδιο χαμένοι και ανήσυχοι. Πώς να αρνηθείς να πεις μαζί τους δυο λόγια.

Το πρωινό συνεχίζει να κυλά, χωρίς συγκεκριμένους στόχους και πρόγραμμα που όλο ανατρέπεται. Άλλες μέρες αφήνομαι στην άμπωτη και στην παλίρροια των συναισθημάτων μου, άλλες ρίχνω άγκυρα σε ρόλο ασφαλή και σίγουρο, αυτόν της μαμάς. Τουλάχιστον ο μικρός έχει εναλλαγές περιβάλλοντος. Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα έφταναν να θεωρούνται προνομιούχα τα παιδιά που μοιράζονται τη ζωή τους ανάμεσα σε δύο σπίτια.

Όταν είναι εκεί, ο γιος μου με καλεί να μπω στον ηλεκτρονικό του κόσμο και εγώ τον ακολουθώ αμήχανα και αδέξια. Σκάβω αναζητώντας σίδηρο και κάθε που βραδιάζει τρέχω ν’ αποφύγω τα τέρατα. Και έπειτα έρχεται η δική μου η σειρά να τον καλέσω να με ακολουθήσει στο δικό μου κόσμο. Διαβάζουμε και γελάμε μαζί με τις περιπέτειες της ατρόμητης κλέφτρας γιαγιάς που αποπειράθηκε να κλέψει μαζί με τον εγγονό της τα κοσμήματα του στέμματος. Αγωνιούμε παρακολουθώντας παρέα το ένα επεισόδιο μετά το άλλο, με τις προσπάθειες της αξιολάτρευτης ορφανής κοκκινομάλλας που παλεύει να γίνει κοινωνικά αποδεκτή (τι ειρωνεία εν μέσω κοινωνικής απομόνωσης) σε πανέμορφο νησί στην άλλη άκρη του ωκεανού. Σύγχρονα θέματα και αφορμές για συζήτηση εμπνευσμένα από παιδικό μυθιστόρημα έκπληξη των αρχών του προηγούμενου αιώνα.

Σταθερό σημείο της μέρας μας η απογευματινή βόλτα στο λόφο. Λίγο πριν δύσει ο ήλιος το χωμάτινο μονοπάτι μας τραβά σαν μαγνήτης. Άλλοτε μόνη, άλλοτε μαζί του, παρακολουθώντας από ασφαλή απόσταση τις προσπάθειες του να ξαναμάθει ισορροπία. Εκεί και μόνο εκεί νιώθω και πάλι αισιόδοξη και ασφαλής. Πλημμυρισμένη από το μεγαλείο μιας φύσης που σταθερά αναγεννιέται, γεμάτη χρώματα και μυρωδιές. Η απεραντοσύνη του ουρανού και της θάλασσας, οι φαγωμένες από την αρμύρα μορφές των βράχων και οι θάμνοι που πρασινίζουν ύστερα από την ξεραΐλα ενός αμείλικτου χειμώνα είναι η ελπίδα ότι η φύση συνεχίζει να κάνει τη δουλειά της. Παραμένει ακόμα φιλόξενη και ζωντανή. Ποτέ άλλοτε ένας χειμώνας δεν είχε σημαδευτεί με τόσες πολλές απώλειες. Ποτέ άλλοτε δεν περίμενα με τόση ευγνωμοσύνη να έρθει η άνοιξη.

Κλείνοντας το βράδυ τα παντζούρια ακούω το πρώτο αδύναμο τραγούδι του γρύλου. Χαμογελώ. Μυρίζει ο αέρας καλοκαίρι. Ίσως απόψε καταφέρω επιτέλους να κοιμηθώ.