H Άννα Πάβλοβα, η μυθική μορφή του χορού, έμεινε στην ιστορία για τη δημιουργία του ρόλου στον «Θάνατο του Κύκνου». Η φιγούρα της μπαλαρίνας και η αέρινη παρουσία της -όσοι την έβλεπαν να χορεύει έλεγαν ότι έμοιαζε με φτερό- είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το όνομα και την εμβληματική της παρουσία στην τέχνη του χορού.

Μια από τις μεγαλύτερες χορεύτριες του κλασικού μπαλέτου, η «ασύγκριτη Άννα», όπως την αποκαλούσαν, με την αέρινη φιγούρα, γεννήθηκε το 1881 στην Αγία Πετρούπολη στη Ρωσία, σε μια πολύ φτωχή οικογένεια. Ισχυριζόταν ότι ο πατέρας της είχε πεθάνει όταν ήταν δύο ετών, ενώ άλλοι λένε ότι ήταν το νόθο παιδί του Εβραϊκής – ρωσικής καταγωγής τραπεζίτη Lazar Polyakov. Η μητέρα της Lyubov Feodorovna παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον Matvey Pavlov, του οποίου πήρε και το επώνυμο όταν την υιοθέτησε σε ηλικία τριών ετών.

H Πάβλοβα τον Αύγουστο του 1927

H Πάβλοβα τον Αύγουστο του 1927

Σε παιδική ηλικία παρακολούθησε με τη μητέρα της την «Ωραία Κοιμωμένη» στο Αυτοκρατορικό Θέατρο Maryinsky (Imperial Maryinsky Theater). Η παράσταση του Marius Petipa έκανε βαθιά εντύπωση στη μικρή Άννα και η μητέρα της αποφάσισε να την πάει σε μια οντισιόν του μπαλέτου της περίφημης Αυτοκρατορικής Σχολής Μπαλέτου (Imperial Ballet School). Λόγω της ηλικίας της και της εμφάνισής της, που θεωρήθηκε «καχεκτική», αρχικά δεν την επέλεξαν. Όμως το 1891, σε ηλικία 10 ετών, έγινε τελικά αποδεκτή. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή στο μπαλέτο Un conte de fées (A Fairy Tale) του Marius Petipa, το οποίο οργανώθηκε για τους μαθητές της σχολής.

Άννα Πάβλοβα

Η Πάβλοβα μιλούσε για τις δυσκολίες των ετών στη Σχολή, λέγοντας ότι οι συμμαθητές της την κορόιδευαν για τα μακριά άκρα της και τις δυσκολίες που συνάντησε στο κλασικό μπαλέτο. Η ίδια ήθελε να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα, δούλευε σκληρά με μερικούς από τους πιο σπουδαίους δασκάλους της εποχής της όπως οι Christian Johansson, Pavel Gerdt, Nikolai Legat και ειδικότερα με τον Enrico Cecchetti, μεγάλο δεξιοτέχνη του μπαλέτου και ιδρυτή της μεθόδου που φέρνει το όνομά του και εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα.

Άλλη σπουδαία δασκάλα της ήταν η Ekaterina Vazem, πρώην πρίμα μπαλαρίνα των Αυτοκρατορικών Θεάτρων της Αγίας Πετρούπολης (Saint Petersburg Imperial Theatres), η οποία την ενέπνευσε όταν το 1898 η Pavlova εισήχθη στην τάξη δεξιοτεχνίας (classe de perfection) της σχολής.

Άννα Πάβλοβα

Η Πάβλοβα αποφοίτησε το 1899 σε ηλικία 18 ετών και εντάχθηκε στο Αυτοκρατορικό Μπαλέτο, ως κορυφαία. Έκανε το επίσημο ντεμπούτο της στο Θέατρο Mariinsky στο μπαλέτο Les Dryades prétendues (The False Dryads) του Pavel Gerdt. Η ερμηνεία της κέρδισε τους επαίνους των κριτικών και ειδικότερα του μεγάλου κριτικού και ιστορικού Nikolai Bezobrazov.

Ο Marius Petipa τη λάτρευε, της έμαθε να χορεύει και να αισθάνεται, μαζί του ο χορός της απέκτησε εκτός από δεξιοτεχνία και εκφραστικότητα. Μαζί δούλεψαν  στο μπαλέτο Paquita, στην Princess Aspicia στο The Pharaoh’s Daughter, την Queen Nisia στο Le Roi Candaule και τη Giselle. Η εξέλιξή της ήταν αλματώδης. Από κορυφαία το 1902, έγινε première danseuse το 1905 και prima ballerina το 1906 μετά την ερμηνεία της στη Giselle. Ο Petipa μετασχημάτισε πολλά grand pas για εκείνη, καθώς και πολλές συμπληρωματικές variations. Η Πάβλοβα απέκτησε φανατικούς θαυμαστές τους οποίους αποκαλούσαν Pavlovatzi.

Άννα Πάβλοβα

Ο μεγάλος ρόλος της Πάβλοβα ήρθε όταν αντικατέστησε μια άλλη θρυλική μπαλαρίνα του Αυτοκρατορικού Θεάτρου, την Mathilde Kschessinska, όταν έμεινε έγκυος το 1901. Παρόλο που το σχήμα των ποδιών της ήταν τεχνικά υποδεέστερο της Kschessinska, η Πάβλοβα γοήτευσε το κοινό με την εύθραυστη παρουσία της στο ρόλο της Nikya στο μπαλέτο La Bayadère. Η σκηνή «Το Βασίλειο των Σκιών» («The Kingdom of the Shades») έμεινε σε όλους τους θεατές αλησμόνητη.

Τα πόδια της ήταν εξαιρετικά άκαμπτα, έτσι ενίσχυε τις pointes της προσθέτοντας ένα σκληρό κομμάτι ξύλου στις σόλες, λυγίζοντας το πλαίσιο του παπουτσιού. Εκείνη την εποχή πολλοί θεώρησαν ότι αυτό ήταν «απάτη» για μια μπαλαρίνα, δεδομένου ότι είχε μάθει να κρατάει το βάρος της στις pointes. Στην περίπτωση της Πάβλοβα αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο, καθώς το σχήμα των ποδιών της απαιτούσε να εξισορροπήσει το βάρος της στα μικρά δάχτυλα των ποδιών της. Λύση στο πρόβλημα αυτό έδωσε με την πάροδο των ετών, ο πρόδρομος του σύγχρονου παπουτσιού Pointe. Η pointe αργότερα έγινε λιγότερο επώδυνη και πιο εύκολη για τα κυρτά πόδια.

Σύμφωνα με τη βιογραφία της Pavlova από την Margot Fonteyn, στην Πάβλοβα δεν άρεσε η εφεύρεση αυτή με τις pointes να φαίνεται στις φωτογραφίες και έτσι αφαιρούσε τα πρόσθετα ή άλλαζε τις φωτογραφίες, ώστε να φαίνεται ότι χρησιμοποιεί κανονικές pointes. Το 1905 ο χορογράφος Michel Fokine δημιουργεί για την Πάβλοβα ένα σόλο, “The Dying Swan,” με το οποίο έμεινε στην ιστορία του χορού για την ανεπανάληπτη ερμηνεία που μας χάρισε.

Άννα Πάβλοβα

Τα πρώτα χρόνια των Ballets Russes, η Πάβλοβα δούλεψε για τον Σεργκέι Ντιαγκίλεφ. Το 1909 τον ακολουθεί στο Παρίσι μαζί με άλλους θρυλικούς χορευτές, όπως η Καρσάβινα και ο Νιζίνσκι. Οι παραστάσεις των Ρωσικών Μπαλέτων στη γαλλική πρωτεύουσα, εκείνη την περίοδο, σηματοδοτούν μια νέα εποχή για την τέχνη του χορού στη Δύση.

Οι σκηνογραφίες, τα κοστούμια, το μακιγιάζ των χορευτών, ήταν μια πραγματική επανάσταση στη μόδα, τη διακόσμηση και την ομορφιά. Δυο χρόνια αργότερα, μετά από κάποιες παραστάσεις στο Λονδίνο, εγκαταλείπει τον Ντιαγκίλεφ. Σύμφωνα με τις φήμες, δεν άντεχε άλλο την άκρως αυταρχική και εγωκεντρική συμπεριφορά του. Σχηματίζει, λοιπόν, μια μικρή ομάδα χορευτών και με αυτή ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο δίνοντας παραστάσεις μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Το ρεπερτόριό της περιλάμβανε κυρίως συμπτύξεις των έργων του Petipa και εξειδικευμένες χορογραφίες για τον εαυτό της.

Άννα Πάβλοβα

Η Πάβλοβα μετακόμισε στο Λονδίνο το 1912 στο Ivy House στο North End Road, στο Golders Green, κοντά στο Hampstead Heath, όπου έζησε για το υπόλοιπο της ζωής της. Λένε ότι είχε αληθινούς κύκνους στον κήπο της σε μια τεχνητή λίμνη, όπου ακόμα και σήμερα βρίσκεται ένα άγαλμα της από τον Σκωτσέζο γλύπτη George Henry Paulin. Σήμερα το σπίτι της είναι το Εβραϊκό Πολιτιστικό Κέντρο του Λονδίνου.

Κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στη Χάγη της Ολλανδίας, είπαν στην Πάβλοβα ότι έπασχε από πνευμονία και έπρεπε να υποβληθεί σε επέμβαση. Της είπαν επίσης ότι αν προχωρούσε στην επέμβαση δεν θα μπορούσε να χορέψει ποτέ ξανά. Έτσι αρνήθηκε να χειρουργηθεί, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι: «Αν δεν μπορώ να χορέψω τότε μάλλον θα είμαι νεκρή». Τελικά πέθανε από πλευρίτιδα, τρεις εβδομάδες πριν τα 50α της γενέθλια. Κρατώντας το κοστούμι του κύκνου από το “The Dying Swan”, είπε τα τελευταία της λόγια: «Παίξε το τελευταίο μέτρο πολύ μαλακά».

Πέθανε στο ξενοδοχείο Des Indes της Χάγης, στο οποίο υπάρχει μια τιμητική πλάκα και ένας χώρος ονομάζεται Βιβλιοθήκη Άννα Πάβλοβα στη μνήμη της.

Η Άννα Πάβλοβα αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της σκορπίστηκαν σε έναν περιστερώνα στο Golders Green Crematorium, όπου στη λάρνακα της τοποθετήθηκαν οι pointes της. Κάποιος φανατικός θαυμαστής της τις έκλεψε. Όταν άνοιξε το Victoria Palace Theatre στο Λονδίνο της Αγγλίας, το 1911, εγκαταστάθηκε πάνω στον τρούλο του θεάτρου ένα επίχρυσο άγαλμα της Πάβλοβα. Το κατέβασαν για ασφάλεια κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και χάθηκε. Το 2006 ένα αντίγραφο του πρωτότυπου αγάλματος τοποθετήθηκε στη θέση του προηγούμενου.

Η Άννα Πάβλοβα στην παράσταση του Fokine/Saint-Saëns για το έργο The Dying Swan, Αγία Πετρούπολη, 1905

Η Άννα Πάβλοβα στην παράσταση του Fokine/Saint-Saëns για το έργο The Dying Swan, Αγία Πετρούπολη, 1905