Με την εκπομπή «Οι κεραίες της εποχής μας», ο Ανταίος Χρυσοστομίδης έχει καταφέρει κάτι δύσκολο: Να είναι πλέον, μαζί με τη Μικέλα Χαρτουλάρη, τηλεοπτική προσωπικότητα, όχι όμως εις βάρος, αλλά αντιθέτως εμμένοντας στη διανόηση και στην καλή λογοτεχνία. Όσο κι αν αγαπώ την εκπομπή, είμαι πολύ χαρούμενη που αποτυπώθηκε σε βιβλίο. Τόσο αυτό, όσο και η συζήτησή μας με πήγαν πίσω σε βασικά ερωτήματα για τη ζωή και τη στάση μας απέναντι στα πράγματα. Ερωτήματα συχνά δύστροπα, που θέλουν διάθεση, χρόνο και κόπο για να συζητηθούν. Κι ο Χρυσοστομίδης είναι, όπως πάντα, πνεύμα ζωντανό κι αποφασισμένο να μη διολισθαίνει προς τις εύκολες λύσεις.

ελc: Το βιβλίο έρχεται μετά από πέντε χρόνια επιτυχημένης τηλεοπτικής παρουσίας. Ποιοι ήταν οι στόχοι σας και, ίσως, η συνταγή της επιτυχίας σας;
Ανταίος Χρυσοστομίδης:
Καταρχήν εκμεταλλευτήκαμε το βασικό προσόν της τηλεόρασης, την εικόνα. Δεν κάναμε βαρετές συζητήσεις σε στούντιο, αλλά δείχναμε το μέρος που κάθε συγγραφέας ζει ή περιγράφει στα βιβλία του. Δεύτερον, είδαμε τους συγγραφείς ως διανοούμενους της εποχής μας, ως ανθρώπους που έχουν άποψη πέρα από τη λογοτεχνία. Από την αρχή αποφασίσαμε ότι οι εκπομπές δεν ήταν μόνο γι’ αυτούς που διαβάζουν βαριά και καλή λογοτεχνία, αλλά και για εκείνους που θα τους ενδιέφερε να ξέρουν τη γνώμη ενός ανθρώπου που πιάνει τα προβλήματα, τις τάσεις της εποχής μας.

ελc: Καταφέρατε να μιλήσετε με ιερά τέρατα της λογοτεχνίας. Πόσο περίπλοκο μπορεί να είναι αυτό;
Α.Χ.: Ένα πράγμα που έμαθα μικρός, όταν γνώρισα τον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, είναι ότι οι μεγάλοι λογοτέχνες είναι πολύ απλοί και σεμνοί άνθρωποι. Έτσι και οι πιο διάσημοι και χορτασμένοι συγγραφείς συνήθως δίνουν περισσότερο χρόνο από τους νεότερους και πιο αγχωμένους. Ο Ουμπέρτο Έκο, ας πούμε, έχει βαρεθεί να δίνει συνεντεύξεις. Είναι 80 χρονών, πλούσιος, φημισμένος, έχει γράψει χιλιάδες βιβλία. Μείναμε ωστόσο δύο μέρες στο σπίτι του και αποζητούσε την παρέα μας. Στο σπίτι της Γκόρντιμερ κυκλοφορούσαμε μία εβδομάδα, μιλούσαμε, μας έφτιαχνε τσάι και καφέ, χαιρόταν η ίδια με τη διαδικασία. Ο Λιόσα, αυτός ο ωραίος –και ωραιοπαθής– άνθρωπος που υπέφερε από καρκίνο του δέρματος, δέχτηκε να βγει τσακισμένος στο φακό. Αυτά είναι συγκινητικά πράγματα.

ελc: Αυτό που μου αρέσει στην εκπομπή είναι ότι δεν κόβετε τις τυχόν ατέλειες, τους προβληματισμούς σας ή ακόμα και μια αντιπαράθεση στην κουβέντα.
Α.Χ.: Ναι, επιμένουμε να προβάλλονται κάποια κενά στο λόγο ή σαρδάμ. Όσο για τις αντιπαραθέσεις, αυτό ξεκίνησε με την Γκόρντιμερ. Είχαμε μια διαφωνία για το βιβλίο της «Το όπλο του σπιτιού». Αυτή το έγραψε αλλιώς, εγώ το διάβασα αλλιώς. Αυτή είναι μια πολύ φυσική διαδικασία και την κατάλαβε και η ίδια μετά. Αλλά επειδή είναι σαν ταμπεραμέντο πολύ επιθετική –γι’ αυτό και επιβίωσε του απαρτχάιντ!–, είχε μια αυθόρμητη αντίδραση απέναντί μου. Το αφήσαμε, βέβαια, γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα. Για εκείνη το διάβασα λάθος το βιβλίο, για εμένα όμως το βιβλίο δεν είναι αυτό που γράφει ο συγγραφέας, είναι αυτό που διαβάζει ο αναγνώστης. Και μάλιστα, τα καλά έργα τέχνης αφήνουν πολλές ερμηνείες.

ελc: Φαντάζομαι ότι παρόμοιες προσωπικές εμπειρίες θελήσατε να περάσετε στο βιβλίο σας.
Α.Χ.: Ναι, αφενός ήθελα να αποτυπώσω τη δική μου γεύση και οπτική. Το άλλο που ελπίζω να κατάφερα να κάνω είναι ότι εγώ ο ίδιος, όπως και η Μικέλα, έχω πια διαμορφώσει ερωτήσεις που ενδιαφέρουν καταρχήν εμένα τον ίδιο – και νομίζω και το κοινό. Για παράδειγμα, ένα πολύ απλό ερώτημα: Η λογοτεχνία πρέπει να απευθύνεται στο πλατύ κοινό ή ως μορφή τέχνης πρέπει να απευθύνεται σε λίγους; Όπως καταλαβαίνετε, αυτό το ερώτημα έχει χιλιάδες απαντήσεις. Αυτό κι άλλα παρόμοια τα επαναλαμβάνω στους συγγραφείς. Στην τηλεόραση το βλέπεις και μετά ξεχνιέται. Ήθελα να καταγραφούν στο χαρτί αυτές οι απαντήσεις, ώστε να υπάρχει ένα μέρος, όπου αυτός που ενδιαφέρεται να μπορεί να κάνει συγκρίσεις. Είναι ζητήματα που ενδιαφέρουν εμένα τον ίδιο, εδώ που τα λέμε. Γιατί για να είσαι καλός σε ένα πράγμα, κακά τα ψέματα, πρέπει να έχεις ένα προσωπικό κίνητρο, ένα ενδιαφέρον.

ελc: Μιας και το λέτε αυτό, και είστε ένας από τους καλύτερους μεταφραστές μας, θα ήθελα την άποψή σας για την καλή μετάφραση.
Α.Χ.:
Πρέπει να υπάρχει φυσική έφεση, ταλέντο. Ο μεταφραστής είναι κατά κάποιο τρόπο συγγραφέας. Δευτερογενής μεν, αλλά συγγραφέας στη γλώσσα του. Μπορεί να πάρει ένα αριστούργημα και να το καταστρέψει και μπορεί να πάρει κι ένα μέτριο βιβλίο και να το κάνει πολύ καλύτερο. Είναι μια δύσκολη και άχαρη δουλειά. Σπάνια γίνεσαι γνωστός. Πλούσιος δε γίνεσαι, διάσημος δε γίνεσαι, κι από αυτούς ακόμα που σε διαβάζουν, ελάχιστοι κοιτούν το όνομα του μεταφραστή. Η μετάφραση είναι μια ερωτική σχέση μεταξύ του μεταφραστή και του συγγραφέα. Αν βάλουμε και τον αναγνώστη, γίνεται τρίγωνο. Είσαι εσύ με τη μοναξιά σου, παρέα με έναν άνθρωπο που μπορεί να μην έχεις γνωρίσει ποτέ στη ζωή σου, μπορεί άλλωστε να έχει πεθάνει. Και δε διδάσκεται η μετάφραση.

ελc: Εσείς όμως την έχετε διδάξει!
Α.Χ.: Ναι, δίδαξα κάνοντας πρακτική πάνω σε κείμενα και ήταν μια ενδιαφέρουσα εμπειρία. Στην τάξη των επτά ατόμων μπορούσαν να υπάρχουν τρεις μεταφραστικές λύσεις πάρα πολύ καλές. Δεν υπάρχει μία λύση, μία λάθος ή σωστή ερμηνεία, γιατί είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι, άρα διαφορετικά καταλαβαίνουμε κάτι και διαφορετικά το αποδίδουμε. Αυτό που μπορείς να διδάξεις είναι ορισμένες αρχές. Καλός μεταφραστής καταρχάς είναι ο πιστός υπηρέτης του συγγραφέα. Εάν ο συγγραφέας θέλει ένα κομμάτι να είναι κακοφτιαγμένο ή το έχει αφήσει κακοφτιαγμένο, εσύ δεν μπορείς, δεν πρέπει να το ωραιοποιήσεις. Κι ας φωνάζουν οι εκδότες κι οι επιμελητές. Κάποιος λόγος υπάρχει, κάτι ξέρει ο συγγραφέας καλύτερα. Εσύ οφείλεις να το σεβαστείς και βεβαίως να το αποδώσεις σωστά στη γλώσσα σου. Είναι δύσκολη ισορροπία και θέλει πολλή δουλειά.

ελc: Ως υπεύθυνος της σειράς Ξένης Λογοτεχνίας στον Καστανιώτη, με ποια κριτήρια προχωράτε στις επιλογές σας;
Α.Χ.: Καταρχάς, είναι τα βιβλία που θα ήθελα να έχω! Αλλά όχι μόνο. Προσπαθώ να καταλάβω και τι μπορεί να αρέσει. Έχω βγάλει πάρα πολλούς καινούργιους ξένους συγγραφείς, που δεν έχουν πάει πάντα καλά. Αυτό όμως συμβαίνει με όποιον καινούργιο προσπαθείς να βγάλεις στην ελληνική αγορά. Ούτε είναι δεδομένο ότι αν πουλήσει, για παράδειγμα, ο Κέλμαν στη Γερμανία ενάμισι εκατομμύριο, θα πουλήσει κι εδώ. Οι Έλληνες ακόμα θέλγονται από την αγγλοσαξονική διαφήμιση, το εμπορικό δηλαδή. Ο «Ντα Βίντσι» πριν έρθει στην Ελλάδα ήταν ήδη διαφημισμένος και έτρεχαν να το αγοράσουν επειδή είναι μόδα. Δεν ξέρω πόσοι μπόρεσαν να τελειώσουν το τελευταίο βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο, αλλά το πήραν, επειδή είναι must να αγοράσεις Έκο. Εμείς σε αυτή τη σειρά ποτέ δεν υπήρξαμε αυτής της λογικής. Προσπαθούμε να κάνουμε καλή λογοτεχνία και βεβαίως να πουλήσουμε, ώστε να συνεχίσουμε να βγάζουμε καλή λογοτεχνία. Αυτό που με στενοχωρεί είναι ότι τώρα, σε περιόδους κρίσης, μοιραία δεν μπορείς να κάνεις πειραματισμούς. Περιορίζεσαι και πηγαίνεις σε πιο γνωστά ονόματα ή σε άλλα είδη. Ο κόσμος θέλει κάτι πιο εύκολο. Φέτος το καλοκαίρι διαβάστηκε πολύ το αστυνομικό μυθιστόρημα. Είμαι λάτρης του καλού αστυνομικού και χαίρομαι γι’ αυτό. Από την άλλη, όμως, στενοχωριέμαι που άλλα βιβλία περνούν απαρατήρητα.

ελc: Η ελληνική συγγραφική δημιουργία εν μέσω κρίσης πώς πάει;
Α.Χ.: Δε νομίζω ότι περνάμε τις καλύτερες στιγμές μας. Αυτή την κρίση που περνάει η ελληνική κοινωνία και που μπορεί να δώσει μια καλή λογοτεχνία, δεν την έχει δώσει ακόμα. Βλέπω μια αμηχανία. Και για το ότι δεν έχουμε μεγάλη επιτυχία στο εξωτερικό δε φταίει μόνο η γλώσσα, φταίει και το ότι το κράτος δεν προώθησε ή προώθησε με άσχημο τρόπο το βιβλίο. Έδωσε, για παράδειγμα, εκατομμύρια στην Έκθεση της Φρανκφούρτης, ένα πυροτέχνημα δηλαδή, αντί να διαθέσει αυτά τα χρήματα σε μια οργανωμένη πολιτική για το βιβλίο μέσα κι έξω από τη χώρα.

Το βιβλίο «Οι κεραίες της εποχής μου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη και ετοιμάζεται ο δεύτερος τόμος.

Φωτογραφία: ο Ανταίος Χρυσοστομίδης με το συγγραφέα Κάρλος Φουέντες