Πολύ πριν το ελληνικό κοινό τον γνωρίσει για τα καλά με τους «Φόνους της Κίσσας» και το «Η λέξη είναι φόνος», ο Βρετανός Anthony Horowitz ήταν ήδη ο συγγραφέας των 19 εκατομμυρίων πωλήσεων. Έχει χρισθεί ως «εκλεκτός» συγγραφέας τις επίσημες νέες περιπέτειες των θρύλων Σέρλοκ Χολμς και Τζέιμς Μποντ, ενώ είναι ο σεναριογράφος πολυβραβευμένων τηλεοπτικών σειρών, όπως το “Foyle’s War” και το “Midsomer Murders”.

Ο Anthony Horowitz βρέθηκε στη μεγάλη ετήσια γιορτή του βιβλίου, τα Βραβεία Βιβλίου Public, και απένειμε το ειδικό βραβείο «Τιμώμενη Χώρα: Ηνωμένο Βασίλειο» στη Μυρσίνη Γκανά, μεταφράστρια του βιβλίου της Alice Oswald, «Μνημείο πεσόντων». Αν τον χάσατε και στις δύο παρουσιάσεις που έκανε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο των Βραβείων, μην ανησυχείτε: Θα τον βρείτε αυτό το καλοκαίρι στην Κρήτη να εμπνέεται για το επόμενο βιβλίο του. 

Έχω διαβάσει ότι ξεκινήσατε να γράφετε περίπου στην ηλικία των 8, και από τότε δεν έχετε σταματήσει. Πώς δημιουργήθηκε η ανάγκη για το γράψιμο σε τόσο μικρή ηλικία;

Για την ακρίβεια, στα δέκα μου συνειδητοποίησα ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας. Οι γονείς μου με έστειλαν σε ένα άθλιο οικοτροφείο. Δεν ήμουν ένα έξυπνο παιδί. Δεν ήμουν καλός στα αθλήματα. Δεν είχα πολλούς φίλους. Δραπέτευα στη βιβλιοθήκη… διαβάζοντας. Μου άρεσαν τα βιβλία του Ερζέ με τον Τεν Τεν, όπως επίσης και οι περιπετειώδεις ιστορίες από τον Καναδό συγγραφέα Ουίλαρντ Πράις. Έγιναν μια σανίδα σωτηρίας για μένα, μια απόδραση από την αληθινή ζωή. Ταυτόχρονα, ξεκίνησα να διηγούμαι σε άλλα αγόρια τις δικές μου ιστορίες, και τότε ανακάλυψα ότι ήταν το μοναδικό πράγμα στο οποίο ήμουν καλός. Το να διηγούμαι ιστορίες με έκανε χαρούμενο. Ήταν τόσο απλό. Ήξερα πως αναμφίβολα θα περνούσα την υπόλοιπη ζωή μου γράφοντας.

Έχετε επιλεχθεί να είστε ο συνεχιστής των Άρθουρ Κόναν Ντόυλ και Ίαν Φλέμινγκ, γράφοντας νέες ιστορίες του Σέρλοκ Χολμς και του Τζέιμς Μποντ. Ποιες ήταν οι προκλήσεις που αντιμετωπίσατε, μπαίνοντας στον κόσμο αυτών των θρυλικών χαρακτήρων;

Η κύρια πρόκληση -και στις δύο περιπτώσεις- είναι το να αναγνωρίσω ότι πρόκειται για δύο σπουδαίους συγγραφείς. Συνεπώς πρέπει να ανεβάσω το επίπεδό μου και να γίνω σχεδόν όσο καλός όσο αυτοί. Και οι δυο τους έχουν καθορίσει μία εποχή: Για τον Ντόυλ ήταν το Βικτωριανό Λονδίνο, για τον Φλέμινγκ ήταν η Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου. Πρέπει να είμαι αόρατος στα βιβλία. Οι χαρακτήρες ανήκουν σε εκείνους, όχι σε μένα. Ταυτοχρόνως βέβαια, πρέπει να γράφω πρωτότυπες ιστορίες που θα έχουν απήχηση σε σύγχρονο κοινό. Πρέπει να ζήσω μέσα στον κόσμο τους αλλά παράλληλα να τον επεκτείνω. Και τέλος, για μένα, το πιο σημαντικό πράγμα είναι να μην εκνευρίσω τους αληθινούς θαυμαστές του Σέρλοκ και του Μποντ. Υπάρχουν εκατομμύρια από αυτούς εκεί έξω και με έναν τρόπο είμαι ένας «καταπατητής» της ιστορίας τους. Πρέπει να προσέχω.

Ποια είναι η μέθοδος γραφής σας; Λειτουργεί για εσάς η μέθοδος «γράφω Χ λέξεις την ημέρα»;

Δεν μου αρέσει να μετράω λέξεις. Δεν μου αρέσει να έχω μέθοδο. Δεν ξεκινάω να γράφω κάποια συγκεκριμένη στιγμή. Προσπαθώ να σιγουρεύομαι για το ότι οι μέρες μου είναι διαφορετικές. Αν επιτρέψεις στον εαυτό σου το γράψιμο να γίνει ρουτίνα, νομίζω πως θα φανεί αυτό στο έργο που παράγεις. Για μένα, το πιο σημαντικό πράγμα είναι να βυθίζομαι μέσα σε αυτό που γράφω, να ξεχνώ τον έξω κόσμο. Η ώρα της μέρας, ο αριθμός των λέξεων, οι διορίες – όλα αυτά εξαφανίζονται. Χάνομαι μέσα στο βιβλίο.

Ποιο μέρος της Αγγλίας σάς εμπνέει περισσότερο;

Επιτέλους μου έκανες μια εύκολη ερώτηση! Αγαπώ το Όρφορντ στο Σάφοκ, περίπου δύο ώρες μακριά από το Λονδίνο. Έχω ένα μικρό σπίτι εκεί, πάνω στο ποτάμι και εκεί έχω γράψει μερικά από τα βιβλία μου. Το Σάφοκ είναι μια όμορφη περιοχή, όμως δεν πηγαίνουν πολλοί επισκέπτες της Αγγλίας εκεί. Οι περίπατοι εκεί είναι υπέροχοι (έχω σκύλο) και το φως αλλάζει συνεχώς. Μου αρέσει περισσότερο όταν είναι χειμώνας και κανείς δεν είναι γύρω. Ο άνεμος φυσά από τη Σιβηρία και συχνά η βροχή χτυπά δυνατά πάνω στα τζάμια. Ανάβω μια φωτιά και αρχίζω τη δουλειά. Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο μέρος.

Εκτός από συγγραφέας βιβλίων, είστε και επιτυχημένος σεναριογράφος. Ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ του να γράφεις ένα βιβλίο και ένα τηλεοπτικό σενάριο;

Υποθέτω ότι η κύρια διαφορά είναι το ότι ένα τηλεοπτικό σενάριο είναι ουσιαστικά μία συνεργασία: είναι ένα σχέδιο μιας μεγάλης ομάδας επαγγελματιών που θα φέρουν εις πέρας μεγάλο κομμάτι της δουλειάς μου. Οι ηθοποιοί θα ερμηνεύσουν τις λέξεις, ο σκηνοθέτης θα υλοποιήσει τον κόσμο, τα αντικείμενα για τα σκηνικά θα μας παρέχουν το hardware και ούτω καθεξής. Το σενάριο είναι η πλατφόρμα πάνω στην οποία όλα κατασκευάζονται. Στο βιβλίο φυσικά, έχω τον πλήρη έλεγχο. Όλα ξεκινούν και τελειώνουν με μένα – και γι’ αυτόν τον λόγο χρειάζεται περισσότερη δουλειά. Απολαμβάνω και τα δύο ίσα, βέβαια. Στο τέλος της μέρας, αυτό που σκέφτομαι είναι οι ομοιότητες: Η ιστορία, οι χαρακτήρες, η ανάγκη να κρατήσω το κοινό προσηλωμένο.

Τι να περιμένουμε λοιπόν από εσάς; Υπάρχει κανένα νέο βιβλίο στα σκαριά;

Βρίσκομαι την Κρήτη αυτή τη στιγμή (ένα ακόμη μέρος που με εμπνέει), γράφοντας το σίκουελ του βιβλίου μου «Οι Φόνοι της Κίσσας». Επίσης δουλεύω πάνω σε μία τηλεοπτική σειρά παραγωγής Gaumont, μια αστυνομική ιστορία στο Παρίσι του 1880. Παράλληλα, στην Αγγλία, ο Alex Rider γίνεται τηλεοπτική παραγωγή. Δεν έχω γράψει εγώ το σενάριο, αλλά εμπλέκομαι σε αυτό. Είναι μια πολύ γεμάτη χρονιά!

Info:

Τα βιβλία του Anthony Horowitz «Οι Φόνοι Της Κίσσας» και «Η Λέξη Είναι Φόνος» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα