Η Future Library επιχειρεί να αλλάξει την εικόνα και την εμπειρία που πολλοί ίσως έχουν από τις βιβλιοθήκες: Ήσυχους χώρους με σκονισμένα βιβλία και συχνά σκονισμένους ανθρώπους. Ο οργανισμός προωθεί τη δημιουργικότητα και καινοτομία στις βιβλιοθήκες. Ιδρύθηκε το 2011 με πρωτοβουλία και αποκλειστική χρηματοδότηση του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος και αποτελεί «το μοναδικό όχημα που κινείται στο χώρο των βιβλιοθηκών», όπως εύστοχα παρατηρεί η βιβλιοθηκονόμος κ. Κ. Κεράστα. Το όραμα και οι στόχοι της σχετίζονται με την εξασφάλιση της πρόσβασης στην πληροφόρηση και σε υπηρεσίες φιλικές προς όλους, στις καινοτόμες δράσεις και στη σύνδεση μεταξύ βιβλιοθηκών και ανθρώπων τους. Στο πλαίσιο της ανταλλαγής απόψεων και της διασύνδεσης με τους ανθρώπους των βιβλιοθηκών απ’ όλο τον κόσμο πραγματοποιείται στην Αθήνα το 2ο Unconference (Μουσείο Μπενάκη, 9 και 10 Δεκεμβρίου 2013).

Το ελculture μίλησε με τρεις γυναίκες βιβλιοθηκονόμους που εργάζονται στην περιφέρεια, ανήκουν στο δίκτυο των 16 πρωτοπόρων υπαλλήλων και των οποίων οι ιδέες ξεχώρισαν και υλοποιούνται. Πρόκειται για τις: Ανδριανή Ζαφειροπούλου Δημόσια Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου, Κατερίνα Κεράστα Δημόσια Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς και Μαρία Βραχλιώτου Δημόσια Βιβλιοθήκη Σερρών.

ελc: Τι σημαίνει για εσάς το Future Library;
Μαρία Βραχλιώτου: Μια ευκαιρία να δείξουν οι βιβλιοθήκες την πραγματική τους δυναμική και να διεκδικήσουν τη θέση που τους αξίζει στην ελληνική κοινωνία. Για τους επαγγελματίες των βιβλιοθηκών το πρόγραμμα έδωσε χώρο για πρωτοβουλία, πειραματισμό και δημιουργικότητα.
Ανδριανή Ζαφειροπούλου: Επικοινωνία, δικτύωση, καινοτομία, δημιουργία, μάθηση και κυρίως όραμα για την αναβάθμιση των βιβλιοθηκών και την ανάδειξη του ρόλου τους.
Κατερίνα Κεράστα: Ένα πρόγραμμα που βλέπει το μέλλον ΜΕ βιβλιοθήκες και τις προετοιμάζει γι’ αυτό, που προσπαθεί να προσθέσει σ’ αυτές το plus που λείπει από το δυσκίνητο κράτος και τους οργανισμούς του: τη σπιρτάδα, τον ενθουσιασμό, το όραμα, την εμπιστοσύνη, την επιθυμία να μοιραστείς τις γνώσεις σου με όλους!

ελc: Τι προσδοκάτε από το Unconference;
Μ.Β.: Όσοι μοιραζόμαστε την ίδια τρέλα, ανταλλάσσουμε ιδέες απόψεις και εμπειρίες. Είναι σημαντικό να αισθάνεσαι ότι δεν είσαι μόνος. Σου δίνει το κουράγιο να συνεχίσεις. Στο Unconference θα ακουστούν και πολλές καινοτόμες υπηρεσίες από το εξωτερικό και για πρώτη φορά νομίζω ότι θα σκεφτούμε «Αυτό έχει αρχίσει να υλοποιείται και σε κάποιες ελληνικές βιβλιοθήκες».
Α.Ζ.: Την μαγεία και τον ενθουσιασμό που μπορούν να προκύψουν από όλο αυτό το κλίμα συνεργασίας, δημιουργικότητας, ανταλλαγής γνώσεων και φαντασίας!
Κ.Κ.: Ανταλλαγές, φρέσκες ιδέες, νέες επαγγελματικές γνωριμίες, απόψεις, εμπειρίες, διεθνείς βιβλιοθηκονομικές τάσεις…

ελc: Είστε ενταγμένες στο Δίκτυο Πρωτοπόρων Υπαλλήλων. Τι σημαίνει πρωτοπορία στο πεδίο σας και πώς βλέπετε να ανταποκρίνεται ο κόσμος στην περιφέρεια, σε μια εποχή που οπισθοδρομούμε, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και κοινωνικά, πνευματικά…
Μ.Β.: Πρωτοπορία σε όλους τους τομείς είναι να τολμάς, να ρισκάρεις και να θυσιάζεις και κομμάτι του εαυτού σου για να πετύχεις αυτό που θέλεις. Δεν αισθάνομαι όμως διαφορετική: Κάνουμε το αυτονόητο, τη δουλειά μας. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι «πρωτοπόροι» του χώρου, ήταν οι γραφικοί ή αυτοί που «χαλούσαν τη σούπα» και αλλοίωναν την εικόνα του «επαγγελματία βιβλιοθηκονόμου». Νομίζω ότι αυτή η οπτική αρχίζει να αλλάζει.
Α.Ζ.: Η πρωτοπορία στο πεδίο των Βιβλιοθηκών συνδέεται με τη γέννηση ή εξέλιξη ιδεών, με την καινοτομία, τον πειραματισμό, την επιτυχία αλλά και την αποτυχία, με στόχο την προσφορά νέων σύγχρονων υπηρεσιών. O κόσμος αναγνωρίζει τις προσπάθειες αυτές, ανταποκρίνεται θετικά και μάλιστα πολλοί μας υποστηρίζουν με την εθελοντική τους συμμετοχή και προσφορά.
Κ.Κ.: Θα έλεγα ότι είναι πολύ νωρίς να χαρακτηριζόμαστε ως πρωτοπόροι. Οι πράξεις και τα αποτελέσματα των επιλογών μας στο χρόνο θα δείξουν αν ο όρος ήταν ρεαλιστικός, καταχρηστικός ή υπερβολικός. Το πρόγραμμα “Αναζήτηση Εργασίας με Αρωγό τη Βιβλιοθήκη” που πρότεινα και υλοποιείται στη Στερεά Ελλάδα, είναι κατά τη γνώμη μου πρωτοποριακό, γιατί προέκυψε από μια διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων, δίνοντας στη βιβλιοθήκη ένα ρόλο που δεν είχε ποτέ μέχρι σήμερα, βαθιά κοινωνικό και ανθρώπινο, αγγίζοντας και τα πλέον ευαίσθητα κοινωνικά προβλήματα, όπως την ανεργία.

ελc: Ποιούς τρόπους δοκιμάζετε για να γίνει πιο συναρπαστική μια βιβλιοθήκη αλλά και η εργασία του επαγγελματία του χώρου;

Μ.Β.: Σαν ένα πολύ καλό βιβλίο περιπέτειας, που σου κρατάει το ενδιαφέρον, η βιβλιοθήκη θα πρέπει να είναι ένας χώρος αναζήτησης, έρευνας και «περιπέτειας», με καινοτόμες υπηρεσίες για κάθε πολίτη. Ο δε βιβλιοθηκονόμος να είναι ο ενορχηστρωτής όλου αυτού με τους χρήστες να πρωταγωνιστούν. Μια βιβλιοθήκη από ανθρώπους για τον άνθρωπο.
Α.Ζ.: Είναι συναρπαστικό να αφουγκράζεσαι τις ανάγκες και επιθυμίες των χρηστών και να εφευρίσκεις τρόπους για να τις ικανοποιήσεις. Προσπαθούμε το κοινό μας να βιώνει κάθε φορά συναρπαστικές εμπειρίες μέσα από υπηρεσίες που κεντρίζουν το ενδιαφέρον, που βοηθούν τους χρήστες να καλλιεργούν τις δεξιότητές τους, να περνούν το χρόνο τους όμορφα και δημιουργικά.
Κ.Κ.: Πιστεύω ότι σήμερα, δε χρειάζεται και τόσο πολύ να προσπαθείς να κάνεις συναρπαστική μια βιβλιοθήκη ή το επάγγελμά σου. Είναι. Αρκεί να αφουγκράζεσαι και να αναδεικνύεις την ομορφιά που είναι μπροστά σου, αλλά οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα δεν σε αφήνουν να δεις. Να μετατρέπεις το αρνητικό σε θετικό, να μη φοβάσαι την αλλαγή και το πείραμα, το άγνωστο, τη δημιουργία.

ελc: Με ποιούς τρόπους βλέπετε ότι μπορούν να προσεγγιστούν καλύτερα τα παιδιά;
Μ.Β.: Τα παιδιά ανταποκρίνονται πάντα με καθηλωτική ειλικρίνεια στα ερεθίσματα που λαμβάνουν, αλλά έχουμε μάθει, εσφαλμένα, να μην τα ακούμε, θεωρώντας ότι δεν έχουν δικό τους κριτήριο ή αισθητήριο. Ανταποκρίνονται πάντα θετικά στη δημιουργική διαδικασία, στα νοερά ταξίδια και στα βιβλία, όταν είναι συνταξιδιώτες και όχι στείρα εργαλεία μάθησης.
Α.Ζ.: Ο καλύτερος τρόπος είναι να ξαναγίνει κανείς παιδί και να μην κρίνει τις ανάγκες των παιδιών βάσει των κριτηρίων του ενήλικα. Σ’ αυτό βασίζεται και μια νέα υπηρεσία για σχολεία που υλοποιείται αυτή τη στιγμή σε Βιβλιοθήκες της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας με τίτλο “Φτου και βγαίνω!…στη Βιβλιοθήκη μου πηγαίνω!” με στόχο να προσφέρει δραστηριότητες παιχνιδιών με τις οποίες τα παιδιά να διασκεδάζουν μαθαίνοντας!
Κ.Κ.: Με κάθε τι που μπορεί να εξάψει τη φαντασία, την επιθυμία για μάθηση, την ενθάρρυνση για δημιουργία, το συμμετοχικό πνεύμα, την καλλιέργεια της ανάγνωσης. Δείτε για παράδειγμα, πώς οι καλοκαιρινές εκστρατείες του Future Library προσέλκυσαν δεκάδες χιλιάδες παιδιά, αλλά επηρέασαν και τους ενήλικες στο να δουν τις βιβλιοθήκες όχι μόνο ως χώρο με βιβλία, αλλά ως ενεργό πολιτιστικό κύτταρο, όταν μάλιστα τριγύρω τα πάντα καταρρέουν. Γιατί η βιβλιοθήκη δεν είναι πακεταρισμένη γνώση, αλλά ενέργεια που απλά περιμένει το “τζίνι” της να την απελευθερώσει.

ελc: Με αφορμή τη δημιουργία των media labs, πόσο μπορεί το ψηφιακό υλικό να αντικαταστήσει ή να υποστηρίξει τη ζωντανή επαφή με το βιβλίο;

Μ.Β.: Αποτελεί μια αλλαγή και συνήθως η πρώτη αντίδραση είναι η επιφύλαξη, συχνά και ο αρνητισμός. Η τεχνολογία είναι ένα απίστευτο εργαλείο στα χέρια του βιβλιοθηκονόμου που μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά προς το έντυπο βιβλίο. Να το κάνει προσβάσιμο από απόσταση, να του δώσει φωνή και εικόνα, να το ζωντανέψει! Για παράδειγμα, στο σεντούκι των e-στοριών “αποθηκεύσαμε” την εμπειρία του κ. Τσάγκα Παναγιώτη, του μοναδικού επιζήσαντα από τη σφαγή των Κερδυλλίων το ’41, η οποία αναφέρεται στο εγχειρίδιο τοπικής ιστορίας των Σερρών. Για ένα παιδί που διαβάζει σχετικά και μετά ακούει τη συγκλονιστική αφήγηση του ανθρώπου που το βίωσε, η γνώση αποκτά πρόσωπο και φορτίζεται με συναίσθημα. Το παιδί μαθαίνει τι συνέβη τότε, χωρίς να χρειάζεται να παπαγαλίσει.
Α.Ζ.: Το ψηφιακό υλικό δεν έρχεται να αντικαταστήσει τη ζωντανή επαφή με το βιβλίο αλλά να τη συμπληρώσει και να την υποστηρίξει. Πρέπει να προσαρμοζόμαστε στις τεχνολογικές εξελίξεις και να τις αξιοποιούμε προς όφελός μας χωρίς να τις φοβόμαστε.
Κ.Κ.: Η δική μου γενιά, και σε ένα ποσοστό η μεταγενέστερη, μεγάλωσε με το έντυπο και παραμένει προσκολλημένη σ’ αυτό. Αλλά οι νεότεροι, και κυρίως οι επόμενες γενιές, θα έχουν ελάχιστες βιωματικές εμπειρίες έντυπης ανάγνωσης και το ψηφιακό κείμενο θα τους είναι πιο οικείο. Πάντως για πολλά χρόνια ακόμη το έντυπο και το ψηφιακό θα συνυπάρχουν στη χώρα μας. Πιστεύω, όμως, ότι “ζωντανή επαφή” υπάρχει με το περιεχόμενο ενός βιβλίου και τα νοήματά του, και όχι με το ίδιο το μέσο.