Η Νατάσα Τριανταφύλλη, παρά τις σπουδές της στην υποκριτική (ή χάρη σε αυτές), γρήγορα κατάλαβε ότι ο δρόμος που της ταιριάζει είναι αυτός της σκηνοθεσίας. Θήτευσε για κάποια χρόνια ως βοηθός δίπλα στους «μεγάλους» του θέατρου μας, τον Βογιατζή, τον Χουβαρδά, φέτος πλάι στον Μπομπ Ουίλσον και την Οδύσσειά του, ώσπου ήρθε η ώρα για την πρώτη δική της δουλειά. Η Αντιγόνη του Σοφοκλή ανεβαίνει σε δική της σκηνοθεσία στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, σε μία ολιγοπρόσωπη εκδοχή με φόντο το «ζωντανό» σκηνικό του Μουσείου Μπενάκη που φιλοξενεί την παράσταση.

Η συνεργασία με τον Μπομπ Ουίλσον δε φαίνεται να την άφησε ανεπηρέαστη: η Αντιγόνη είναι μια παράσταση με ιδιαίτερες τεχνικές απαιτήσεις. Στην πρόβα, τεχνικοί, ηθοποιοί και σκηνοθέτις παιδεύονται να λύσουν τα μικροπροβλήματα που δημιουργούν τα -φορεμένα από όλους τους ρόλους- μικρόφωνα και να εναρμονίσουν το λόγο με τη μουσική που έγραψε η Monica. Επιπροσθέτως, ο φωτισμός που έχει σχεδιαστεί από τον Scott Bolman αποτελεί το βασικό σκηνικό στοιχείο της παράστασης. Προβολείς, ρομποτικά και φώτα νέον δημιουργούν ατμόσφαιρες, οριοθετούν το χώρο, παίζουν με την πρόσοψη του κτηρίου. Το ίδιο το κτήριο διεκδικεί ρόλο ενεργού συντελεστή, καθώς η δράση απλώνεται σε όλα τα επίπεδά του, γύρω από το αίθριο-ορχήστρα. Συχνά γίνεται διάφανο, φιλοξενώντας παράλληλες δράσεις, που μας φανερώνουν τους ήρωες πριν δράσουν. «Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε ένα γραμμικό χρόνο στην παράσταση. Αυτό σημαίνει ότι την ίδια στιγμή που συντελείται μια δράση, π.χ. από το Χορό και τον Κρέοντα, ο Αίμονας είναι μέσα στο παλάτι και κάνει κάτι άλλο. Θέλαμε να αναδείξουμε με κάποιον τρόπο αυτήν την πραγματικότητα του χρόνου, ότι την ίδια ώρα που εμείς μιλάμε δεκάδες άλλα γεγονότα πραγματοποιούνται ταυτόχρονα κοντά μας» μας είπε η Νατάσα Τριανταφύλλη.

Η σκηνοθέτιδα καταπιάστηκε με την Αντιγόνη για να αναμετρηθεί με μια πολύ προσωπική της αγωνία που αφορά το «πώς επιλέγουμε να αντισταθούμε, τι θα πει αντίσταση, πώς μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα». Το έργο στάθηκε η αφορμή για να διαμορφωθεί η σκέψη πως «για να γίνει οποιαδήποτε αλλαγή, χρειάζεται ένας τρίτος δρόμος, πιο ουσιαστικός. Στο έργο έχουμε τους δύο πόλους της σύγκρουσης, την Αντιγόνη και τον Κρέοντα, υπάρχει όμως και ο Χορός, που δείχνει το δρόμο της φρόνησης, της σοφίας. Ίσως τελικά εκεί βρίσκεται η λύση και όχι σε αντιδράσεις άμεσες και συγκρουσιακές, που δημιουργούν μια ατμόσφαιρα “επανάστασης”, αλλά δύσκολα φέρνουν την ουσιαστική αλλαγή. Αν δούμε και το έργο, η Αντιγόνη πεθαίνει, ο Κρέων νικιέται ηθικά κατά κράτος. Ο Χορός όμως είναι αυτός που μένει και κλείνει το έργο, αυτός που προσπαθεί σε όλη τη διάρκεια να συμβιβάσει τα δύο άκρα, που ξέρει κάτι παραπάνω, που δεν αντιμετωπίζει τα πράγματα με βάση το εγώ του, αλλά (με βάση) μια συνολικότερη σοφία».

Η σκηνοθετική επιλογή να συμπυκνωθεί ο πολυμελής τραγικός Χορός σε ένα ρόλο, στο πρόσωπο της Λυδίας Φωτοπούλου (που υποδύεται επίσης τον Τειρεσία και την Ευρυδίκη), φαίνεται να φωτίζει αυτόν τον τρίτο δρόμο, καθώς το έργο εξελίσσεται μέσα από συνεχή συγκρουσιακά τρίγωνα, όπου ο Χορός αποδεικνύεται η φωνή της λογικής, ένας εξισορροπιστικός παράγοντας σύνεσης και ψυχραιμίας. Η επιλογή της Λυδίας Φωτοπούλου ήταν συνειδητή «και απολύτως καίρια» για το ρόλο. «Η Λυδία έχει μια ιδιαίτερη συμπόνια για τους ανθρώπους και τις καταστάσεις. Αμέσως μου έφερε στο μυαλό πως εκπροσωπεί αυτή ακριβώς την ενέργεια που δεν προσπαθεί να διαλύσει, αλλά να ενώσει», τόνισε η σκηνοθέτιδα.

Η «ενωτική» διάθεση απασχολεί τη σκηνοθέτιδα, όχι μόνο ως προς την ιδεολογική ανάγνωση του έργου αλλά και ως προς τη γενικότερη στάση της απέναντι στη θεατρική τέχνη. «Τα έχουμε δει πια όλα στο θέατρο και πλέον το θέμα δεν είναι να προκαλέσεις ή έστω να ανατρέψεις κάτι προηγούμενο. Αφήστε που πλέον περισσότερο σοκάρει η αρμονία, η ένωση, το θετικό παρά τα άκρα, η διάλυση, το αρνητικό». Η Αντιγόνη εξάλλου στάθηκε μια καλή αφορμή για να κάνει μεγαλύτερες αναγωγές: «Η Αντιγόνη για μένα είναι φως. Όχι με την έννοια της αισιοδοξίας, αλλά της ζωής. Μας δείχνει τα όρια της ζωής, ότι δεν είμαστε μόνοι μας με το μικρό μας εγώ μέσα σε αυτό το τεράστιο σύμπαν. Ταυτόχρονα όμως μας θυμίζει ότι όλοι μπορούμε να γίνουμε “ήρωες”. Νομίζουμε εσφαλμένα ότι ήρωας γεννιέσαι, όμως ήρωας γίνεσαι. Αυτά τα έργα μας δείχνουν ότι οι ήρωες παθαίνουν, υποφέρουν, σκέφτονται, προκύπτουν μέσα από μια ανθρώπινη διαδικασία».

Η νύχτα έχει πέσει για τα καλά, το πέρασμα έχει τελειώσει, τεχνικοί και συντελεστές συγκεντρώνονται για τις τελευταίες παρατηρήσεις της ημέρας και εγώ φεύγοντας σκέφτομαι για ακόμη μία φορά ότι, μάλλον, για να προχωρήσουμε μπροστά χρειάζεται να κοιτάμε συχνότερα προς τα πίσω

Η θεατρική παράσταση Αντιγόνη ανεβαίνει στο Κτίριο της Πειραιώς του Μουσείου Μπενάκη από τις 19/06 έως 07/07.