Kείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Φέτος συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Βρετανού πεζογράφου Άντονι Πάουελ (1905-2000), ενός συγγραφέα του οποίου το έργο δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά παρά το ότι το δωδεκάτομο roman fleuve του Χορεύοντας στη Μουσική του Χρόνου (1952-1975) αποτελεί το πιο φιλόδοξο συνολικά εγχείρημα στη μεταπολεμική βρετανική πεζογραφία και ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα.

Ο χαρακτηρισμός «Βρετανός Προυστ» κυριαρχούσε στις κριτικές και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, και πράγματι, αν και οι διαφορές μεταξύ των δύο συγγραφέων είναι σημαντικές, υπάρχει μία κοινή βάση σύγκρισης που δε γίνεται να παραβλέψει κανείς. Ο ίδιος ο Πάουελ εξηγούσε σε διάφορες συνεντεύξεις ότι τόσο λόγω τεχνικής όσο λόγω σχεδιασμού, υπήρχαν εμφανείς αποκλίσεις μεταξύ των δύο έργων, όμως παρ’ όλα αυτά αναφερόταν στον Προυστ, (τον οποίο θαύμαζε και του οποίο το έργο γνώριζε σε βάθος), σαν συνειδητή πηγή έμπνευσης.

Το έργο – ποταμός των δώδεκα τόμων και 3,000 σχεδόν σελίδων αποτελεί την πληρέστερη απόπειρα καταγραφής της κοινωνικής και διανοητικής ιστορίας της Βρετανίας από τις αρχές της δεκαετίας του είκοσι μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα. Το magnum opus του Πάουελ παραπέμπει τόσο στο μυθιστόρημα «τρόπων» και «συνείδησης» της παράδοσης του Χένρι Τζέιμς και της Ίντιθ Γουόρτον από τη μία και του Μαρσέλ Προυστ από την άλλη, όσο και στο σατιρικό μυθιστόρημα του συγχρόνου και φίλου του Ίβλιν Ουώ. Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο ενδοδιηγητικά με την εσωτερική εστίαση του αφηγητή Νίκολας Τζένκινς, μέσα από του οποίου την οπτική γωνία ξετυλίγεται ένα πανόραμα του εικοστού αιώνα στο Λονδίνο. Όπως και ο Μαρσέλ στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, ο Νίκολας έχει εμμονή με τη φευγαλέα φύση του χρόνου και τη δύναμη της ανάμνησης, και χρησιμοποιεί εικαστικά ερεθίσματα – έναν πίνακα του Πουσέν (από τον πίνακα του οποίου προέρχεται και ο τίτλος της σειράς), μια καρτ ποστάλ – προκειμένου να ξετυλίξει το κουβάρι της αφήγησής του και τους συνειρμούς που αυτά τα ερεθίσματα του προκαλούν. Ο Πάουελ συνήθως ακολουθεί μια σαφέστατη – επιφανειακά τουλάχιστον – αφηγηματική τεχνική: ξεκινάει με μια παρατήρηση ή αφορισμό στο ύφος του Μονταίνου σχετικά με κάποιο τομέα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, και προχωράει να εξηγήσει τον ισχυρισμό του αφηγούμενος ένα επεισόδιο σαν παράδειγμα.

A Dance to the Music of Time by Nicolas Poussin

Παρά την αδιαμφισβήτητη μαεστρία του ύφους του Πάουελ, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια ρέουσα, υπνωτική, κομψή, και σε ορισμένα σημεία λιτή, σχεδόν μινιμαλιστική γλώσσα και το ευφυές και εσωτερικό χιούμορ του, οι αρνητικές κριτικές εναντίον του ήταν έντονες και επιστράτευαν τα ίδια πάνω κάτω επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν κατά του Τζέιμς και του Προυστ στο παρελθόν: ότι δηλαδή ο Πάουελ αγνοούσε την εργατική τάξη και επικεντρωνόταν σε ένα προνομιούχο κύκλο ευκατάστατων αστών, καθώς και στην μποέμ κοινότητα του Κέιμπριτζ και της Οξφόρδης και των διαφόρων πάρτι στις πιο μοδάτες περιοχές του Λονδίνου. Τον κατηγόρησαν για συντηρητισμό, σνομπισμό, ελιτισμό και αντίστοιχους «–ισμους». Πράγματι, ο Πάουελ ήταν συντηρητικός πολιτικά και όντως, ο κύκλος που περιγράφει στο «Χορεύοντας στη Μουσική του Χρόνου» δεν είναι – ούτε και υποκρίνεται ότι είναι – Ντικενσιανός ώστε να συμπεριλαμβάνει τη Βρετανική κοινωνία στο σύνολό της, όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι τόσο περιορισμένος όσο υποστηρίζουν οι  επικριτές του, ούτε και θεωρώ ότι αφήνει την πικρή γεύση του σνομπισμού στον αναγνώστη. Θα έλεγα αντιθέτως, ότι παρά τους προφανείς και συνειδητούς περιορισμούς του, ο Πάουελ χρησιμοποιεί μια εκλεπτυσμένη σάτιρα που σκοπό δεν έχει να πληγώσει αλλά να κατανοήσει και να αποκαλύψει.

Ο Πάουελ εξ’ αρχής είχε συλλάβει το περίπλοκο αυτό έργο σαν ένα φιλόδοξο εγχείρημα που είχε σαφείς στόχους, να καταφέρει να αποκωδικοποιήσει την αγγλική κοινωνική ζωή της οποίας η αλήθεια εξακολουθούσε να μένει απροσδιόριστη:

«Οι περιπλοκότητες της κοινωνικής ζωής καθιστούν τις αγγλικές συνήθειες ανυποχώρητες σε οποιαδήποτε απόπειρα υπεραπλούστευσης, ενώ η αυτοσυγκράτηση και η ειρωνεία – προς την οποία συγκλίνουν όλες οι τάξεις σε αυτό το νησί – ανατρέπουν τη φυσιολογική έμφαση του πλάγιου λόγου».

Προκειμένου να μπορέσει να αποκαλύψει την ιδιομορφία της αγγλικής ζωής ο Πάουελ έπρεπε να δημιουργήσει άρτια κατασκευασμένους μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, κάτι που κατάφερε στην εντέλεια, όντας υπεύθυνος για ορισμένους από τους πλέον αξιομνημόνευτους αντιήρωες στη μεταπολεμική πεζογραφία: τον χαρισματικό και αυτοκαταστροφικό Στρίνγκαμ, την κωμική φιγούρα του οπορτουνιστή, εγωκεντρικού, ατζαμή και χωρίς καμία φαντασία Γουίντμερπουλ που αποτελεί την πεμπτουσία του ανθρώπου που είναι κομμένος και ραμμένος για ιλιγγιώδη αναρρίχηση στην ιεραρχία της δημόσιας διοίκησης, αλλά και τον θείο Τζάιλς, του οποίου η διαρκής περιστασιακή εμφάνιση στα μυθιστορήματα αποτελεί ένα μοτίβο για τον Πάουελ, ίσως και ένα ξεκαρδιστικό σύμβολο ενός συγκεκριμένου είδους ανθρώπου του μεσοπολέμου, του απόλυτου εγωπαθή που αξιώνει αγαθά από τη ζωή χωρίς να διαθέτει κανένα χάρισμα. Το σημαντικότερο αφηγηματικό εύρημα του Πάουελ όμως είναι ο ίδιος ο Τζένκινς, μέσα από το πρίσμα του οποίου φιλτράρονται τα πάντα. Ο Πάουελ φροντίζει ώστε ο Τζένκινς, η προέκταση και alter ego του, να είναι σχεδόν αόρατος, ένας ουδέτερος παρατηρητής που καταγράφει τα γεγονότα, εκφράζοντας μεν σκέψεις και ιδέες, συγκρατώντας δε τις απόψεις του. Αν και, βέβαια, τελικά και ο ίδιος ετεροκαθορίζεται μέσα από τους αναρίθμητους χαρακτήρες που τον πλαισιώνουν έτσι ώστε και το δικό του πορτρέτο τελικά αποκαλύπτεται αντίστροφα, μέσα από τον κενό χώρο που αφήνουν τα πορτρέτα των άλλων.

Σε κάθε περίπτωση, ο Πάουελ παραθέτει τη χορογραφία για τους χαρακτήρες – χορευτές του και μέσω της συγκριτικής τους πορείας στη διάρκεια των ετών μάς παρουσιάζει πειστικά τις αλλαγές στη βρετανική κοινωνία και τη σταδιακή αποκαθήλωση των ανώτερων τάξεων. Η κομψότητα της γραφής, η διορατικότητα και η αναλυτική του ικανότητα, η ευαισθησία σε ανεπαίσθητες αποχρώσεις που σε άλλους περνούν απαρατήρητες, το διακριτικό αλλά συχνά ξεκαρδιστικό του χιούμορ, είναι λιγοστές μονάχα από τις αρετές που καθιστούν τον Πάουελ έναν μεγάλο συγγραφέα, όχι με την σύγχρονη έννοια του όρου που έχει διευρυνθεί τόσο πολύ ώστε να περιλαμβάνει τους πάντες, αλλά με την παραδοσιακή, εκλεκτική έννοια που υποδηλώνει κάτι πραγματικά σπάνιο. Και ο Άντονι Πάουελ ήταν σπάνιος.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Illustration: ©Andrea Ventura.