Κάπου στον Ελαιώνα. Στην περιοχή του Βοτανικού. Δίπλα από τα hot spot μεταναστών και προσφύγων. Έρημοι δρόμοι. Αποθήκες. Σκυλιά που γαβγίζουν. Κι ένα αίσθημα αδιόρατης απειλής. Εκεί, στην οδό Μικέλη 4, στον Τεχνοχώρο Cartel, σε μια παλιά μάντρα ανακύκλωσης, που, χάρη στην τρέλα μιας παρέας-κολεκτίβας καλλιτεχνών, λειτουργεί ως χώρος πολιτισμού, ανεβαίνει το Άνθρωποι και ποντίκια (1937) του νομπελίστα Τζον Στάινμπεκ σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη. Και δεν θα μπορούσε να βρεθεί πιο κατάλληλος χώρος για να στεγάσει την πιο τραγική και συνάμα την πιο τρυφερή ιστορία κάποιων …αστέγων της ζωής.

Τα φώτα κλείνουν. Ο ήχος μιας σιδερένιας συρόμενης πόρτας που ανοίγει κόβει το σκοτάδι σαν λεπίδα. Ένα κομμάτι της «πλάτης» του χώρου αίφνης εξαφανίζεται. Η θέα προς το ημιφωτισμένο, στενό σοκάκι της Μικέλη, ενώνει, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, δύο οπτικές: αυτή του θεάτρου κι εκείνη της ζωής. Ένα βαρέλι εν είδη αυτοσχέδιας σόμπας (το ίδιο το οποίο προσπεράσαμε πριν λίγο για να εισέλθουμε στο χώρο), δύο γυμνά δέντρα, δύο «γυμνοί» άνθρωποι, λαϊκά στο τρανζίστορ, το κρύο που εισβάλλει στο χώρο και το κρύο στις ψυχές δύο χαμένων, περιπλανώμενων προσώπων: του Λένου και του Βασίλη.

Μια παράσταση που αγγίζει την υψηλή ποίηση μέσα από το δρόμο του νατουραλισμού

Δύο εργατών. Ο Βασίλης ρίχνει μπινελίκια στον Λένο, καθώς βάζει ξύλα στο βαρέλι για να ζεσταθούν. Μπινελίκια τρυφερά. Είναι φανερό, είναι ο δυνατός κρίκος. Τον προστατεύει. Ο Λένος, αθώος σαν παιδί, με μια μορφή νοητικής στέρησης, έχει μια φοβερή μανία με ό,τι είναι απαλό στην αφή. Μια μανία που τον κάνει τελικά να πνίγει, να σκοτώνει ό,τι είναι απαλό. Ένα σκοτωμένο ποντίκι στην τσέπη του, το αποδεικνύει. Η ζωή των δύο δύσκολη. Αλλά όχι μοναχική. Γιατί, μέσα σε όλη την ανέχεια, έχουν ο ένας τον άλλον. Κι έχουν κι ένα όνειρο: να μαζέψουν χρήματα, να πάρουν ένα χωραφάκι, να ζουν εκεί, αυτόνομοι, μακριά από την εκμετάλλευση και την υποτέλεια. Όνειρα απαλά… Που διακόπτονται ενίοτε και από μια ανύποπτη νταλίκα που περνά. Ένας κόσμος μπεκετικός. Ένας κόσμος ποιητικός. Φτιαγμένος από τον απόλυτο νατουραλισμό. Η πρώτη αυτή σύντομη σκηνή δίνει το στίγμα του, διόλου αυτονόητου, επιτεύγματος της σκηνοθεσίας: της δημιουργίας ενός ποιητικού σκηνικού σύμπαντος μέσα από το μονοπάτι του νατουραλισμού.

Για το υπόλοιπο της παράστασης μεταφερόμαστε στο νέο χώρο εργασίας των δύο κεντρικών προσώπων του έργου: ένα συνεργείο. Όπου οι εργάτες εργάζονται αλλά και διαμένουν. Σε άθλιες συνθήκες και με 15 ευρώ τη μέρα μεροκάματο. Η μεταμόρφωση του χώρου (σκηνικά-κοστούμια: Αλεξία Θεοδωράκη) σε αληθινό συνεργείο είναι εντυπωσιακή: καθώς παίρνουμε τις θέσεις μας, ήχοι από μπλακ εντ ντέκερ, οξυγονοκολλήσεις, σπινθήρες στον αέρα. Σκόνη. Και μυρωδιά μηχανουργείου. Που τρυπώνει στη μύτη και τα ρούχα και σε ακολουθεί για πολύ μετά. Η διαχείριση του χώρου πολυεπίπεδη: στο πάνω μέρος, δωμάτια εργατών. Κάτω αριστερά το δωμάτιο ενός Κούρδου εργάτη, δεξιά το γραφείο του αφεντικού. Μια φωτογραφία του Παντελίδη, ένα καντηλάκι, τηλεόραση ανοιχτή, ένα χρηματοκιβώτιο, μια μπασκέτα, ένα καρότσι από σούπερ-μάρκετ, ένας σάκος του μποξ. Ένας κόσμος αρσενικός. Και λίγο πιο πίσω, μια εφιαλτική τρύπα. Σαν γιγάντια ποντικότρυπα. Προορισμένη για ανθρώπινη χρήση. Μια τρύπα που οδηγεί στην αθέατη, στο βλέμμα του θεατή, άβυσσο του συνεργείου. Εκεί που γαμιούνται άνθρωποι και σκοτώνονται ζώα. Στα σκοτεινά.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης και οι συνεργάτες του βουτούν στη νουβέλα του Στάινμπεκ και, βασισμένοι στη σκηνική μεταφορά του ίδιου του συγγραφέα (μετάφραση-ελεύθερη απόδοση: Σοφία Αδαμίδου), μας παραδίδουν μια εξελληνισμένη εκδοχή του, που όμως αποδίδει ακέραια το μεδούλι του έργου. Όλα τα πρόσωπα, εκτός του Λένου (Λένι) παίρνουν τα ονόματα των ηθοποιών που τα ερμηνεύουν, ο μαύρος ήρωας της νουβέλας γίνεται ένας Κούρδος πρόσφυγας, ενώ η θεατρική γλώσσα, γεμάτη βωμολοχίες και χυδαίες εκφράσεις, προκύπτει μέσα από μια αυτοσχεδιαστική δύναμη, βοηθά τα πρόσωπα να συναντήσουν τις σκέψεις τους και συνιστά ταυτότητα.

Οι ηθοποιοί-συνδιαμορφωτές της διασκευής κάθε βράδυ παραδίδουν μια εκδοχή που φωτίζεται από το ρεαλισμό της στιγμής, καθώς φαίνεται ότι δεν έχουν σταμπιλαρισμένα λόγια, αλλά αυτοσχεδιάζουν βάσει του κοινού και προαποφασισμένου δραματουργικά διακυβεύματος κάθε σκηνής. Η αδρεναλίνη, η εγρήγορση και μια ιδιαίτερη αίσθηση ακραίου ρεαλισμού εκτινάσσουν τους ηθοποιούς (Βασίλης Μπισμπίκης, Δημήτρης Δρόσος, Νικολέτα Κοτσαηλίδου, Στέλιος Τυριακίδης, Μάνος Καζαμίας, Γιώργος Σιδέρης, Γιανμάζ Ερντάλ, Θάνος Περιστέρης, Αγγέλα Πατσέλη) σε αξιομνημόνευτες ερμηνείες: δουλειά συνόλου, που εξαλείφει τις επιμέρους αδυναμίες των μελών του. Έτσι, μια νουβέλα εμπνευσμένη από το Κραχ του ‘30 στην Αμερική, μεταφέρεται, σαν να πρόκειται για ελληνικό έργο, στην Αθήνα του 2019. Ένα γκρο-πλαν σε ανθρώπους απόκληρους, που η ζωή τους έχει φερθεί σκληρά. Σε ανθρώπους που ζουν ζωές αδιανόητες στα μάτια των πολλών, αβάστακτες και τραγικές. Που η ανάγκη τους για βωμολοχία ξεπλένει τη βρωμιά μιας άδικης ζωής. Που η ανάγκη τους για χαρά, μπορεί να αρκεστεί σε λίγα και βασικά: ένα ουίσκι, ένα κέτσαπ και όνειρα …απαλά.

Η αφήγηση της παράστασης ενσωματώνει ένα διαρκές, υποδόριο αίσθημα απειλής. Μοιάζει λίγο με αυτό που κουβαλά ο θεατής πηγαίνοντας προς το Cartel. Μια κρυμμένη βία, που δεν ξέρεις πότε και πώς θα ξεσπάσει. Ποιος θα είναι ο πρωταγωνιστής της. Και ποιος το θύμα της. Καμία προειδοποίηση. Καμία σταθερά. Μόνο η βεβαιότητα της έκρηξης. Η δραματουργία αναπτύσσεται γύρω από το κεντρικό ζεύγος (Λένος-Βασίλης), φωτίζεται από τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα πρόσωπα-συγκατοίκους στο συνεργείο και ορίζεται από δύο …«μπαμ»: ένα αφοπλιστικό εκτός σκηνής (εκεί μέσα από την …ποντικότρυπα) και ένα συγκλονιστικό μπροστά στα μάτια μας. Η δολοφονία ως απελευθερωτική ευθανασία. Ως πράξη αλληλεγγύης, τρυφεράδας, αγάπης. Η δολοφονία που διατηρεί το όνειρο. Σε εκείνον που το έχει μεγαλύτερη ανάγκη. Η δολοφονία που εξισώνει τελικά ανθρώπους και ποντίκια. Η σκηνή του φινάλε Λένου-Βασίλη με τους ήχους της «Ρόζας» του Μητροπάνου, ανατριχιαστική. Μια παράσταση-ορισμός του site specific, που, εάν την ξεριζώσεις από τον χώρο της, της στερείς την ίδια της τη ζωή.

Βλέποντας την παράσταση του Μπισμπίκη, μου ‘ρθε στο νου το Στέλλα κοιμήσου του Οικονομίδη. Η γλώσσα, ο ακραίος ρεαλισμός, η αυτοσχεδιαστική λειτουργία των ηθοποιών, η θέαση ενός άλλου κόσμου, υπαρκτού, διπλανού. Αλλά, εάν το Στέλλα κοιμήσου ήταν ένα ταρακούνημα της θεατρικής σκηνής από έναν μαιτρ του κινηματογραφικού ρεαλισμού, το Άνθρωποι και ποντίκια είναι ένας αληθινός σεισμός. Αυθεντικός. Ανεξίτηλος. Σπαρακτικός. Μια παράσταση-εμπειρία. Μια παράσταση-ανάγκη. Ένα άγριο ουρλιαχτό. Κι ένα έργο που μοιάζει να έχει γεννηθεί για να παιχτεί με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο, από αυτούς τους συγκεκριμένους ανθρώπους, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Εκεί.

Info παράστασης:

Άνθρωποι και Ποντίκια | 17 Οκτωβρίου – 29 Δεκεμβρίου 2019 | Τεχνοχώρος Cartel