Top Girls (1982) της σπουδαίας Βρετανής Κάριλ Τσέρτσιλ σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στο Θέατρο Πόρτα: ένα έργο για τη θέση της γυναίκας στον σύγχρονο κόσμο, γραμμένο από μια γυναίκα, με αποκλειστικά γυναικείους ρόλους. Ένα κείμενο, που, σύμφωνα με τον περίφημο κριτικό της Guardian, Μάικλ Μπίλινγκτον, ανήκει στα σπουδαιότερα όλων των εποχών. Μια δραματουργία που αποτελεί τη μαγιά για μια από τις πιο μεστές παραστάσεις της σεζόν, φέρνοντας στην ίδια σκηνή σημαντικές, αν και με διαφορετικές διαδρομές, ηθοποιούς μας.

Στους καιρούς του αλόγιστου θεατρικού πληθωρισμού, αυτής της «κρίσης πανικού» του θεάτρου μας, που εκτονώνει το άγχος της με την παραγωγή ολοένα και περισσότερων παραστάσεων, ανούσιων και μετριότατων στη συντριπτική πλειοψηφία τους, ο Θωμάς Μοσχόπουλος και το Θέατρο Πόρτα αντιστέκονται, υποστηρίζοντας -ήδη από πέρσι- μία πρόταση-παράσταση ανά θεατρική περίοδο (παράλληλα με την παιδική σκηνή). Έχει ευθύνη, αλλά και ρίσκο αυτή η στάση. Η επιλογή, ωστόσο, ενός έξοχου έργου, αποτελεί κεφάλαιο για ένα καλλιτεχνικό εγχείρημα. Και ο Μοσχόπουλος το έχει αυτό το ταλέντο: ξέρει να διαλέγει καλά έργα.

Το Top Girls αφηγείται, με μια άκρως ενδιαφέρουσα δομή, κομμάτια της ζωής της Μαρλίν, μιας σκληρής, απολύτως επιτυχημένης γυναίκας. Σε μια πρώτη ματιά τουλάχιστον. Βρισκόμαστε στο Λονδίνο, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, επί Πρωθυπουργίας Μάργκαρετ Θάτσερ. Στην Α’ πράξη του έργου, η Μαρλίν γιορτάζει, σε μια σουρεαλιστική σκηνή, την προαγωγή της σε διευθύντρια εταιρείας, έχοντας καλεσμένες σε δείπνο εξέχουσες γυναίκες από διαφορετικές εποχές. Είναι ομολογουμένως αλλόκοτη η βραδιά που φέρνει στο ίδιο τραπέζι την Ιζαμπέλα Μπερντ, Βικτωριανή εξερευνήτρια, την Κυρία Νίτζο, παλλακίδα ενός Ιάπωνα αυτοκράτορα του 13ου αιώνα αλλά και Βουδίστρια μοναχή, την Πάπισσα Ιωάννα, την Χαζο-Γκρέτα, πρόσωπο του Φλαμανδικού φολκλόρ και την Γκριζέλντα, φιγούρα μεσαιωνικών θρύλων που απαθανατίστηκε μέσα από την πένα του Βοκάκιου, του Πετράρχη και του Τσώσερ. Η καθεμιά έχει ανάγκη να πει την ιστορία της. Να επιβληθεί με την ιστορία της. Ή να τραβήξει απλώς την προσοχή. Αλλά καμία δεν ακούει στην πραγματικότητα την άλλη. Ιστορίες αντρικής επιβολής και χαμένης μητρότητας. Ιστορίες που μάλλον δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ιστορίες κωμικοτραγικές. Με το αλκοόλ να ρέει άφθονο. Να λύνει κόμπους. Και με την ανάγκη της ακοής σταδιακά να αποκαθίσταται. Κυρίως εκεί που λειτουργεί η εξομολόγηση, η γυναικεία αλληλεγγύη, η γυναικεία συνενοχή.

Ήδη από την Α’ πράξη, η Τσέρτσιλ ανοίγει τη βεντάλια της θεματικής της: η μητρότητα ως πιθανότητα ή ως επιλογή που ορίζει την κατάσταση της γυναίκας (είτε γίνει μητέρα είτε όχι), η αναγκαστική ιδιοποίηση αντρικών χαρακτηριστικών από γυναίκες που θέλησαν να πετύχουν σε έναν αντρικό κόσμο, η αλήθεια ως αυτονόητο προνόμιο της αρσενικής οπτικής, η επιτυχία ως κατάκτηση που προϋποθέτει μυστικά, πληγές και μοναξιά. Και η ευτυχία; Ερωτηματικό.

Στις επόμενες πράξεις το τοπίο γίνεται ρεαλιστικό. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι η αφήγηση δεν ακολουθεί μια αποσπασματική δομή. Η Β’ πράξη διαδραματίζεται μια μέρα μετά το δείπνο, στο γραφείο εύρεσης εργασίας ‘Top Girls’, που προτείνει νέες ευκαιρίες καριέρας σε γυναίκες που θέλουν να αλλάξουν τη ζωή τους. Το γραφείο όπου διευθύντρια είναι πια η Μαρλίν. Η εισβολή της επαρχιώτισσας ανιψιάς της στη ζωή της, μια εισβολή για την οποία δεν θα μάθουμε ποτέ τι εξέλιξη θα έχει, αφήνει σκόπιμα το έργο σε μια άνω τελεία. Γιατί η Γ’ πράξη μας πηγαίνει πίσω στον χρόνο. Όταν η Μαρλίν είχε επισκεφτεί, έναν χρόνο νωρίτερα, την αδελφή και την ανιψιά της στο μίζερο, φτωχικό περιβάλλον της επαρχιακής πόλης από το οποίο δραπέτευσε. Σοκαριστικές αποκαλύψεις διαγράφουν διάφανα τις διαφορετικές προσωπικότητες και πολιτικές τοποθετήσεις των δυο γυναικών. «Το παρελθόν δεν αφήνει το μέλλον στην ησυχία του». Η -καπιταλιστικώς εννοούμενη- επιτυχία κηλιδώνεται με αλήθεια.

«Θυμάμαι ότι πριν γράψω το Top Girls σκεφτόμουν τις γυναίκες δικηγόρους, που συνιστούσαν μια μειοψηφία και έπρεπε να μιμηθούν τους άντρες συναδέλφους τους για να καταξιωθούν. Και θεωρούσα ότι εγώ διαφέρω. Ότι δεν είμαι στην ίδια κατάσταση με αυτές. Και μετά σκέφτηκα: ένα λεπτό, η όλη η ιδέα που έχω για το τι είναι ένα θεατρικό έργο προέρχεται από έργα που γράφτηκαν από άντρες. Και άρχισα να σκέφτομαι για τον ‘αρσενικό’ τρόπο δόμησης ενός έργου με τη σύγκρουση και τη δέση έτσι φτιαγμένες, ώστε να οδηγούν σε μια κλιμάκωση. Δεν ήταν κάτι που είχα σκεφτεί μέχρι τότε [1]» σημείωνε η Κάριλ Τσέρτσιλ. Και πράγματι, εκτός από ένα έργο που μοιάζει να φωτίζει από πολλαπλές οπτικές το γυναικείο ζήτημα, το Top Girls έχει και αναπάντεχη μορφή. Στη θηλυκή γραφή της Τσέρτσιλ, η διαλεκτική αντικαθιστά τη σύγκρουση, ενώ η κορύφωση δεν είναι παρά ένα ανοιχτό, σε ερμηνείες και πιθανότητες, φινάλε.

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος, χωρίς σκηνοθετισμούς και τεχνάσματα, αφήνει το έργο να αναπνεύσει, να γοητεύσει με το σαρωτικό του χιούμορ, να εκθέσει όλον τον προβληματισμό της συγγραφέως: για την ευθύνη των γυναικών που αποδέχτηκαν ότι η χειραφέτηση προϋποθέτει την οικειοποίηση από μέρους τους αντρικών συμπεριφορών, αλλά και για τη φούσκα του σύγχρονου success story, που όχι μόνο δεν οδηγεί στην ευτυχία, αλλά χτίζει πάνω στα συντρίμμια της. Ως μοναδικός άντρας ενός γυναικείου, ως επί το πλείστον, θιάσου ηθοποιών και συντελεστών, μοιάζει να σκηνοθετεί σαν μέσα από την κλειδαρότρυπα: παρατηρώντας τον υπέροχο, μυστικό κόσμο της γυναικείας κατάστασης, αλλά και τη σκληρή, στρωμένη με αγκάθια, πορεία της γυναικείας χειραφέτησης, της γυναικείας αυτοπραγμάτωσης.

Η σκηνοθεσία καταφέρνει, σε μεγάλο βαθμό, να ενορχηστρώσει σε έναν υποκριτικό κώδικα ερμηνεύτριες που προέρχονται από διαφορετικές αφετηρίες. Και εάν κάτι χαρακτηρίζει το ανσάμπλ των ηθοποιών της παράστασης -Μαρία Καβογιάννη, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Βίκυ Βολιώτη, Αλεξία Καλτσίκη, Ευδοκία Ρουμελιώτη, Ειρήνη Μακρή, Άλκηστις Πολυχρόνη-, αυτών των αληθινών Top Girls, είναι μια αίσθηση δημιουργικής διαφορετικότητας, γόνιμης σκηνικής συνύπαρξης, γιορτής. Μιας γιορτής για τις ήττες, τις κατακτήσεις, τις πτώσεις και τους θριάμβους της γυναικείας φύσης. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται μόνο στα πρώτα λεπτά της δύσκολης εναρκτήριας σκηνής, όπου και το παραμικρό παραπάτημα σε επίπεδο ρυθμού -εδώ η Μαρία Καβογιάννη είναι οριακά εντός κλίματος-, με τις πολλαπλές επικαλύψεις του λόγου, δυσχεραίνει την προσπάθεια του θεατή να παρακολουθήσει. Ωραίοι οι αντικατοπτρισμοί που προκύπτουν από τους πολλαπλούς ρόλους που αναλαμβάνει καθεμιά ηθοποιός (εκτός από την Καλτσίκη-Μαρλίν, παρούσα και στις τρεις πράξεις), υπογραμμίζοντας εκλεκτικές συγγένειες σε συμπεριφορές γυναικών ανά τους αιώνες.

Εάν κάτι δείχνει το έργο της Τσέρτσιλ είναι ότι η χάραξη ενός νέου δρόμου για τη χειραφέτηση της γυναίκας συμπορεύεται με το αίτημα για μια ριζική κοινωνική αναδιάρθρωση και βασίζεται στην αποδοχή της γυναικείας φύσης, των ιδιαιτεροτήτων, της δύναμης και της ευαισθησίας της. Σε μια εποχή που το γυναικείο ζήτημα γίνεται σύνθημα, ενοχλεί, πυροδοτεί αντιδράσεις, ανακινεί συζητήσεις, το Top Girls του Μοσχόπουλου επιχειρεί μια βουτιά στον γυναικείο ψυχισμό, στοχάζεται, γιορτάζει, με τον τρόπο του θεάτρου, το θηλυκό βλέμμα στον κόσμο.

[1] Caryl Churchill, Top Girls, Methuen Drama, Λονδίνο, 1991, σελ. xxii.

Info παράστασης:

Top Girls | 2 Νοεμβρίου 2019 – 31 Ιανουαρίου 2020 | Θέατρο Πόρτα