Ζούμε μεγάλες στιγμές… Σαν να είμαστε στο θέατρο! (Σ. Μπέκετ, «Γκοντό»)

Αυτό το κείμενο θα έπαιρνε διαφορετική μορφή, μάλλον -δεν ξέρω καν αν θα γραφόταν, καθώς άλλο ήταν προγραμματισμένο-, αν δεν παρακολουθούσα την παράσταση του «Περιμένοντας τον Γκοντό» τη συγκεκριμένη μέρα: Κυριακή 28 Ιουνίου 2015. Ήταν από τις ελάχιστες φορές, ακόμη και εν μέσω πέντε χρόνων κρίσης άρα κοινωνικού αναβρασμού-, που η πραγματικότητα έξω από το θέατρο, το ήξερα καλά, μας ξεπερνούσε. Τόσο που ήμουν έτοιμη να εγκαταλείψω την παρακολούθηση «μίας ακόμη παράστασης», προκειμένου να συντονιστώ με τα πραγματικά γεγονότα εκεί έξω. «Είναι Μπέκετ», σκέφτηκα τελικά, και πήγα. Δεν το μετάνιωσα. Κι ας «έχασα» μέσα σε αυτό το δίωρο τις πολιτικές εξελίξεις που τρέχουν σαν σε μαραθώνιο από την Παρασκευή τα μεσάνυχτα, κι ας με βρήκε το άνοιγμα του τηλεφώνου με καταιγισμό ειδήσεων για κλειστές τράπεζες από Δευτέρα, μειωμένη δυνατότητα αναλήψεων και αβεβαιότητα πληρωμών.

Ως «ο τραγικός του 20ού αιώνα» έχει χαρακτηρισθεί ο Σάμουελ Μπέκετ και μπορεί να καταφύγει κανείς στις εκατοντάδες μελέτες που συνηγορούν ως προς αυτό. Ή, απλώς, να διαβάσει τα έργα του, από τα οποία ξεχωρίζει -αδιαμφισβήτητα;- ο «Γκοντό», μία οντολογική μελέτη σε δραματουργική φόρμα. Γι’ αυτό και ο «Γκοντό» χωράει σε οποιαδήποτε εποχή, οποιαδήποτε συνθήκη, όσο υπάρχουν άνθρωποι, και είναι λογικό επακόλουθο σε κάθε παράστασή του να δημιουργούνται αναγωγές και συνειρμοί· όχι, βέβαια, στη βάση μιας στενής επικαιρικότητας, αλλά, αντίθετα, βάση μιας ευρύτητας τέτοιας όσης ο άνθρωπος και η ιστορία του.

Για παράδειγμα, είναι μάλλον γνωστό πως μία από τις πρώτες παραστάσεις του έργου δόθηκε μπροστά στους κρατούμενους της φυλακής του Σαν Κουεντίν στην Καλιφόρνια (1957) και πως αυτό το, υποτίθεται, «κλειστό», «εγκεφαλικό» έργο, όπου «τίποτα σημαντικό» δεν συμβαίνει, σημείωσε αξιοσημείωτη επιδραστικότητα σε θεατές που μάλλον δεν είχαν ξαναδεί θέατρο, αλλά πάντως κάτι περισσότερο ήξερε το πετσί τους από ατέρμονη αναμονή, γέμισμα χρόνου με μη-δράσεις, από εξουσία κι υποταγή.

Όσο υπάρχουν άνθρωποι που «κάποιον» ή «κάτι» περιμένουν, κάποιον σωτήρα που μπορεί να είναι κι ο δυνάστης τους εντέλει, που εναποθέτουν κάπου τις ελπίδες τους, αλλά ενίοτε προσπαθούν να βγουν πέρα από αυτό για να φτάσουν στο τρομαχτικό πεδίο της προσωπικής ευθύνης, όσο υπάρχουν εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι, χειραγώγηση της σκέψης, αμφίρροπες σχέσεις, φλυαρίες που καλύπτουν την αδράνεια αλλά και σιωπές που κρύβουν σκέψη και συλλογισμό, τόσο ο «Γκοντό» θα συνομιλεί μαζί μας.

Η συγκεκριμένη παράσταση (που σκηνοθέτησε ο Νίκος Καραγέωργος) είναι εξ αρχής φτιαγμένη ώστε να συνομιλήσει με την εξωτερική συνθήκη αυτή του χώρου· το «έξω» εντάσσεται στο «μέσα», με τη μεγάλη γκαραζόπορτα του θεάτρου να μένει ανοιχτή και να δίνει στο φυσικό τοπίο ρόλο σκηνικού και χώρου δράσης. Ένα φυσικό τοπίο ιδανικό, μάλιστα, αφού το Cartel, μια αποθήκη διαμορφωμένη σε θέατρο στην πραγματικότητα, βρίσκεται στη μέση του «πουθενά» στον Βοτανικό, σε έναν χωματόδρομο ανάμεσα σε ερειπωμένες μάντρες. Η παρουσίαση του «Περιμένοντας τον Γκοντό» στο Cartel αποτελεί μια τόσο ευτυχή συγκυρία εναρμόνισης του έργου με το θέατρο, ώστε να φαίνεται σαν περίπτωση μιας site-specific παράστασης! Κι έτσι, η παράσταση βγαίνει από την προστατευμένη συνθήκη των κλειστών τοίχων και αντιδρά στη ζωή εκεί έξω: στις νταλίκες και τα απορριμματοφόρα που περνούν, τα σκυλιά που γαβγίζουν, το κάθε αναπάντεχο συμβάν που μπορεί να συμβεί. Και αναλόγως οι ηθοποιοί, ιδιαίτερα ο Βασίλης Μπισμπίκης και ο Παναγιώτης Σούλης που επωμίζονται τους ρόλους του διδύμου Βλαντιμίρ-Εστραγκόν, βρίσκονται σε μια συνεχή εγρήγορση και επίδραση με το περιβάλλον.

Όσον αφορά τη «μεγάλη» εξωτερική συνθήκη, είπαμε πως ο «Γκοντό» χωράει σε κάθε εποχή. Ειδικά στη δική μας: τώρα που πράγματι «κάτι» περιμένουμε, ίσως και για «κάτι» να προσπαθήσαμε, τώρα που είμαστε σε ένα σταυροδρόμι και, στην πραγματικότητα, έχουμε μονάχα ο ένας τον άλλο (ο Γκοντό μπορεί να μην έρθει ποτέ – κι αν έρθει, δεν ξέρουμε αν θα είναι αυτό που επιθυμούσαμε)· και ειδικά το συγκεκριμένο Σαββατοκύριακο, που όλα τα παραπάνω πήραν τη μορφή του κατεπείγοντος και από την αναμονή κληθήκαμε σε δράση, η εξωτερική συνθήκη ήρθε αυτή να συναντήσει την καλλιτεχνική πρόθεση, και το κείμενο του Μπέκετ έφτασε με μεγαλύτερη βαρύτητα στ’ αυτιά μας.

Θα μπορούσα να ασχοληθώ περισσότερο με την παράσταση -με τη φανερή χημεία μεταξύ των ηθοποιών που καθόρισε τις ερμηνείες τους (ειδικά των δύο που προαναφέρθηκαν), με τις εναλλαγές μεταξύ της κωμικής, παιγνιώδους διάθεσης και του «σοβαρού», με τη σκηνοθεσία που «αγχώθηκε» κάπως και αντί να εμπιστευθεί τους ηθοποιούς, τους καθοδήγησε σε μια συνεχή, σχεδόν, ένταση, ενώ φοβήθηκε και τις παύσεις-, αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενό μου. Γιατί με τη παρουσίαση του έργου τώρα, βρισκόμαστε μπροστά στην περίπτωση όπου ένα κλασικό έργο συνομιλεί χωρίς καμία «εξωτερική» προσπάθεια με το σήμερα και (όπου) στο αποκορύφωμα ενός αιώνα σκηνοθετικής διάνοιας, ο λόγος δίνεται στον συγγραφέα.

Ο λόγος στον συγγραφέα, λοιπόν:

(Βλαντιμίρ) Ας μην χάνουμε τον καιρό μας αερολογώντας. Ας κάνουμε κάτι τώρα που μας δίνεται η ευκαιρία! Δεν μας ζητούν βοήθεια κάθε μέρα. Κι ούτε πως χρειάζονται εμάς, προσωπικά. Μπορούσαν κι άλλοι να το κάνουν αυτό και καλύτερα μάλιστα. Αυτές οι φωνές, «βοήθεια!, βοήθεια!», που κουδουνίζουν ακόμη μεσ’ τ’ αυτιά μας, απευθύνονται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα! Αλλά αυτή τη στιγμή, και σε τούτον εδώ τον τόπο, όλη η ανθρωπότητα είμαστε ‘μεις, είτε μας αρέσει είτε όχι. Ας κάνουμε λοιπόν ό,τι μπορούμε όσο είναι καιρός ακόμα. Ας αντιπροσωπεύσουμε αντάξια, έστω για μια φορά, αυτό το βρωμερό συνάφι, όπου μας έριξε η κακή μας μοίρα. Τι λες;

Info: H Ομάδα Cartel επαναλαμβάνει για λίγες μόνο παραστάσεις, από τις 4 έως τις 27 Σεπτεμβρίου το έργο του Σάμιουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό» στον τεχνοχώρο Cartel