Ο Ζαν Πολ Μπελμοντό έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών. Υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες του παγκόσμιου σινεμά, που σφράγισε με την παρουσία του μια ολόκληρη εποχή.

Ο Αχιλλέας Κυριακίδης και ο Γιώργος Δεπάστας τον αποχαιρετούν με λίγα λόγια και ο κομίστας Νικόλας Στεφαδούρος με ένα σκίτσο του.

Αχιλλέας Κυριακίδης: «Θα τον θυμάμαι πάντα, στιβαρό και ευάλωτο»

Ο Μπελμοντό θα ‘ναι πάντα για μένα αυτός που, σε αντίστιξη με την εκκωφαντικά θανάσιμη σιωπή του Ντελόν στον «Σαμουράι», εξέφερε τις δύο πιο αγαπημένες μου φράσεις του γαλλικού κινηματογράφου, λίγο πριν «πεθάνει»: “C’est vraiment dégeulasse” όταν η προδοσία της φίλης τού κόβει την ανάσα, και “Suis con, suis con”, όταν προσπαθεί επί ματαίω και μετανιωμένος, να σβήσει το φιτίλι του δυναμίτη με το οποίο έχει τυλιχτεί, στο τέλος του “Pierrot le fou”.

Θα τον θυμάμαι πάντα, στιβαρό και ευάλωτο, όπως ο ήρωας που υποδύθηκε στη «Σειρήνα του Μισισιπή».

Γιώργος Δεπάστας: «Όλα τα σημεία αναφοράς των νεανικών μας χρόνων σβήνουν το ένα μετά το άλλο»

Ο θάνατος του Ζαν Πολ Μπελμοντό γέμισε θλίψη όλους εμάς -τις πρώτες μεταπολεμικές γενιές- γιατί βλέπουμε καθαρά μπροστά μας το τέλος μιας εποχής. Όλα τα σημεία αναφοράς των νεανικών μας χρόνων σβήνουν το ένα μετά το άλλο. Ο Ζαν Πολ Μπελμοντό ήταν ο ομορφάσχημος γόης, ο τρυφερός μάγκας, ο αφελής τυχοδιώκτης, ο ρομαντικός εραστής, ο τίμιος κακοποιός – μερικά από τα αμέτρητα πρόσωπα ενός ηθοποιού που έλαμψε στο κινηματογραφικό στερέωμα του 20ου αιώνα. Ήταν ο ηθοποιός που συναγωνίστηκε επάξια με τη φυσικότητα της υποκριτικής του τον Ζαν Γκαμπέν και τον Λίνο Βεντούρα.

Θα αναφέρω μόνο μερικές από τις ταινίες του, που έχω δει ο ίδιος και πιστεύω είναι οι πιο σημαντικές και χαρακτηριστικές. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε το 1958 σε ένα μικρό ρόλο στην ταινία «Οι Ζαβολιάρηδες» (Les Tricheurs) του Μαρσέλ Καρνέ δίπλα στο νέο αίμα του γαλλικού κινηματογράφου, την Πασκάλ Πετί, τον Ζακ Σαρριέ και τον Λοράν Τερζιέφ. Γνωστός όμως έγινε το 1959 σε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία «Το Τρίγωνο της Αμαρτίας» (À double Tour)  του Κλοντ Σαμπρόλ, που σηματοδότησε την αρχή της μεγάλης καριέρας του.

Ακολούθησαν το 1960 η πρώτη συνεργασία του με τον Ζαν Λυκ Γκοντάρ «Με κομμένη την Ανάσα» (À bout de souffle) δίπλα στην Τζην Σήμπεργκ, που τον καθιέρωσε οριστικά ως πρωταγωνιστή της Nouvelle Vague, η ταινία του Πήτερ Μπρουκ «Μοντεράτο Καντάμπιλε» δίπλα στη Ζαν Μορώ και η ταινία «Η Χωριάτα» (La Ciociara) του Βιτόριο ντε Σίκα δίπλα στη Σοφία Λόρεν.

Το 1961 πρωταγωνίστησε στις ταινίες: «Ο Δρόμος των Κακόφημων Σπιτιών» (La Viaccia) του Μάουρο Μπολονίνι δίπλα στην Κλαούντια Καρντινάλε, «Ο Εφημέριος» (Léon Morin, prêtre) του Ζαν Πιερ Μελβίλ με την Εμανουέλ Ριβά και «Η Κυρία θέλει Έρωτα» (Une Femme est une Femme) του Ζαν Λυκ Γκοντάρ με την Άννα Καρίνα.

Τα χρόνια που ακολούθησαν συνεργάστηκε επανειλημμένα με τους σημαντικότερους σκηνοθέτες όπως: Αλμπέρτο Λατουάντα, Φιλίπ ντε Μπροκά, Ανρί Βερνέιγ, Κλωντ Σωτέ, Ρενάτο Καστελάνι, Μαρσέλ Οφύλς. Το 1965 πρωταγωνίστησε με την Άννα Καρίνα στον περίφημο «Τρελό Πιερό» (Perrot le fou) του Ζαν Λυκ Γκοντάρ, το 1969 με την Κατρίν Ντενέβ στη «Σειρήνα του Μισισιπή» (La Sirène du Mississippi) του Φρανσουά Τρυφώ. Το 1970 συνεργάστηκε με τον Αλαίν Ντελόν στο «Μπορσαλίνο» (Borsalino) του Ζακ Ντεραί.

Από το 1970 περίπου γύρισε την πλάτη στις παραγωγές των υψηλών αξιώσεων και πρωταγωνίστησε κυρίως σε εμπορικές ταινίες δράσης, σε κωμωδίες και σε περιπέτειες, σπαταλώντας κατά τη γνώμη των κριτικών το σπουδαίο ταλέντο του, γνώμη την οποία αγνόησε.

Παρέμεινε μέχρι το τέλος ο συμπαθής, ο αγαπητός ήρωας της οθόνης που έφερνε με τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο το τσιγάρο στα χείλη.

O Νικόλας Στεφαδούρος αποχαιρετά τον Ζαν Πολ Μπελμοντό με ένα σκίτσο: