Ο «Απόστρατος» διαδραματίζεται σε έναν εντελώς συγκεκριμένο χρόνο και εντελώς συγκεκριμένο τόπο. Ο χρόνος είναι τα τέλη του 2011 και οι αρχές του 2012 και ο τόπος ο Δήμος Παπάγου. Σε αντίθεση με τον χρόνο, που δεν δηλώνεται από την αρχή αλλά μόνο σε ένα σημείο της ταινίας, ο τόπος δηλώνεται εξαρχής και θα ακουστεί πολλάκις καθ’ όλη τη διάρκειά της. Ίσως αυτό συμβαίνει επειδή θα μπορούσαμε να φανταστούμε την ιστορία του ήρωα, του Άρη, να λαμβάνει χώρα -με αρκετές βέβαια παραλλαγές- πριν ή μετά τα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, αλλά είναι πολύ δύσκολο ως σχεδόν αδύνατο να τη φανταστούμε να λαμβάνει χώρα κάπου αλλού εκτός από του Παπάγου, αφού τα συγκεκριμένα ιστορικά και πολεοδομικά χαρακτηριστικά του Παπάγου χαρίζουν στον «Απόστρατο» την ιδιοπροσωπία του, ο οποίος πατώντας πάνω σε αυτά αναπτύσσει γόνιμα τη δική του ταυτότητα.

Παρακολουθούμε να εξελίσσονται παράλληλα δυο ιστορίες, οι οποίες έχουν με τη σειρά τους να κάνουν με δυο διαφορετικές και μακρινές μεταξύ τους ιστορικές περιόδους. Ο τριαντάρης Άρης αναγκάζεται λόγω έξωσης να φύγει από το σπίτι που έμενε στη Γλυφάδα κι έρχεται να μετακομίσει στο χρόνια άδειο σπίτι του μακαρίτη παππού του στον Παπάγου. Ο Άρης πρόλαβε να μεγαλώσει σε εποχές παχέων αγελάδων και ανήκε στη μεσαία τάξη, που ονειρευόταν για τον εαυτό της ένα λαμπρό μέλλον. Μεγάλωσε σε μια εποχή και μια τάξη που τον έκαναν να πιστεύει ότι μπορεί να πιάσει την καλή. Έτσι έγινε εισαγωγέας μηχανών εσπρέσο. «Τι θέλει ο Έλληνας; Καλής ποιότητας εσπρέσο στον χώρο του». Και ταυτόχρονα ο Άρης νομίζει ότι μαζί με τις μηχανές πουλά και τον εαυτό του, που έχει μάθει να θεωρεί ακαταμάχητο. Τα μικρά ψάρια που νομίζουν ότι ξέρουν την αγορά, που νομίζουν ότι εκείνα βλέπουν το προφανές που οι άλλοι δεν είδαν. Και φυσικά και ο καταλυτικός ρόλος της εποχής και της κρίσης, γιατί δεν αποκλείεται την προηγούμενη δεκαετία ο Άρης να είχε βρει την άκρη και να την είχε πιάσει την καλή. Χωρίς να κατονομάζεται ποτέ, χωρίς να ακούσουμε από κανέναν ήρωα ή από κανένα δελτίο ειδήσεων λέξεις όπως «κρίση», «χρεοκοπία» και «μνημόνιο», παρακολουθούμε τα αποτελέσματα της οικονομικής κατάρρευσης της μεσαίας τάξης στον ίδιο και την οικογένειά του και τον περίγυρό του.

Η δεύτερη παράλληλη ιστορία έχει να κάνει με τον παππού του. Που αποστρατεύτηκε σε ηλικία 45 ετών. Επειδή έφερε έναν συμμορίτη στου Παπάγου, νοικιάζοντάς του ένα σπίτι. Έναν παλιό συγχωριανό του και συναγωνιστή του στην Εθνική Αντίσταση, τον Βάσο. Ο Άρης γνωρίζει τον Βάσο που είναι ακόμα εν ζωή. Μετά την Εθνική Αντίσταση ήρθε ο εμφύλιος, οι δρόμοι τους χώρισαν κι όπως λέει ο ίδιος ο Βάσος, ο ένας τράβηξε δεξιά κι άλλος αριστερά. Ο Άρης θα αρχίσει να σκαλίζει τα στρατιωτικά ημερολόγια του παππού. Μετεμφυλιακά τραύματα εν έτει 2012; Κάπως υπερβολικό; Όπως κι αρκετά υπερβολικό να αποδίδονται τέτοιες ιδιότητες στον Παπάγου του 2012; Ακόμη κι έτσι αν δεχτούμε ότι είναι, είναι μια υπερβολή που έχει λόγο ύπαρξης. Ιστορία δεν είναι μόνο η χρεοκοπία της χώρας τη δεκαετία που μας πέρασε. Ιστορία είναι και το παρελθόν της. Κι ακόμη και αν οι δυο ιστορίες δεν ενώνονται ή συνδέονται με κάποιον προφανή -σε μένα τουλάχιστον- τρόπο, είναι πολύ γόνιμο δραματουργικά και σίγουρα καθόλου προϊόν επιστημονικής φαντασίας, ότι ο Άρης έχει να αντιμετωπίσει στην καθημερινότητά του τα αποτελέσματα δύο ιστορικών περιόδων μαζί. Το παρόν συχνά κουβαλά απομεινάρια του παρελθόντος.

Και οι δύο ιστορίες θα βοηθήσουν τον Άρη να φύγει από τη φούσκα του ναρκισσιστικού entitlement, της ναρκισσιστικής πεποίθησης ότι δικαιούται περισσότερα, να καταλάβει ότι η Ιστορία δεν τελείωσε, ότι οι πρόγονοί του είχαν κι αυτή τη δική τους προσωπική ιστορία όπως και η χώρα τη δική της, να προδοθεί, να φάει τα μούτρα του, να γίνει πιο ταπεινός και μαζί  πιο ανοικτός. Στην περίπτωσή του η κρίση τον κάνει μάλλον από σπόντα καλύτερο άνθρωπο.  Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τον Άρη σαραντάρη και πενηντάρη σε εποχές προ κρίσης να έχει αποκτήσει απεχθή χαρακτηριστικά όντας λεφτάς. Στα τριάντα σου έχεις ακόμη περιθώριο να πάρεις τη μία ή την άλλη πορεία. Η εκδοχή του εύκολου χρήματος κόπηκε από τη μεσαία τάξη, φέρνοντάς την έτσι πιο κοντά σε ζητήματα επιβίωσης, γείωσης, επαφής με την πραγματικότητα, σύνδεσης με τις ρίζες της, ανθρωπιάς.

Ο Ζαχαρίας Μαυροειδής φτιάχνει με τον «Απόστρατο» μια ταινία που δεν απευθύνεται σε σινεφίλ κοινό, αλλά δυνητικά σε πολύ ευρύτερο τάργκετ γκρουπ, μια ταινία που είναι εντελώς στρωτή στην αφήγησή της και στην ιστορία της και ταυτόχρονα φτιαγμένη με υλικά, ύφος και ήθος αμιγώς κινηματογραφικά, μια ταινία που είναι ψαγμένη μεν, αλλά όχι γυρισμένη για τον ψαγμένο θεατή.

Από εκεί και πέρα ελαττώματα και αστοχίες μπορεί να διακρίνει κανείς, ο χειρισμός των όχι και λίγων δεύτερων ρόλων δεν είναι πάντα ο ιδανικότερος ως προς τον χρόνο που βρίσκουν στην οθόνη, το πώς μπαίνουν και πώς φεύγουν και τη λειτουργία που επιτελούν στο συνολικό οικοδόμημα, το σενάριο ενώ είναι και πολύ πλούσιο και πολύ δουλεμένο δεν σου αφήνει την αίσθηση ότι έφτασε στην ιδανική μορφή του και, τέλος, προσωπικά κάπου προς τα μέσα της ταινίας έπιασα τον εαυτό μου να μην καίγεται για το τι θα γίνει στη συνέχεια. Για να μην παρεξηγηθώ: όχι να αδιαφορώ, σε καμία περίπτωση να πλήττω ή να κοιτάω το ρολόι μου, όχι να μην είμαι μέσα στην ταινία και να έχω προβλήματα αποσυντονισμού, αλλά όντας συντονισμένος μέσα στην ταινία ένιωθα να μου λείπει κάπου η αίσθηση του μεγάλου διακυβεύματος, η ένταση και η αγωνία.

Ο Μιχάλης Σαράντης στον ρόλο του Άρη φτιάχνει έναν ήρωα που σε πείθει ότι δεν έχει αποστηθίσει διαλόγους του σεναρίου, αλλά ότι είναι ένας αληθινότατος άνθρωπος που ζει ανάμεσά μας. Συντονισμένος με το ύφος της ταινίας, βοηθά στο να μεταδώσει το ύφος της ταινίας, το οποίο είναι μια ισορροπία γεμάτη χάρη και φυσικότητα, χωρίς επιτήδευση ή στυλιζάρισμα από τη μία, αλλά και με διακριτή αισθητική ταυτότητα από την άλλη. Ο Θανάσης Παπαγεωργίου στον ρόλο του Βάσου σου δίνει την αίσθηση ότι δεν κάνει τίποτα σπουδαίο, ότι κάνει το πιο απλό πράγμα του κόσμου, ωστόσο μόνο έτσι δεν είναι και είναι αληθινή χαρά να τον παρακολουθείς να δίνει στον ρόλο του με το ειδικό βάρος που κουβαλάει ένα άλλο εκτόπισμα, μια άλλη διάσταση, μια άλλη βαθύτερη αλήθεια, μια συγκίνηση που ξεκινά εκεί που τελειώνει η ευκολία και η προσπάθεια μίμησης. Οι δυο τους τελικά συνθέτουν ένα δίδυμο για το οποίο αξίζει να πιάσει μια θέση στη μνήμη ο απόστρατος, δίπλα στις παλιές μονοκατοικίες του Παπάγου, με τα και τις μανταρινιές, δίπλα στις κούτες με τις εσπρεσιέρες.

Δώστε μια ευκαιρία στον «Απόστρατο». Δεν θα ξανανακαλύψετε τον κόσμο απ’ την αρχή μαζί του, δεν θα βιώσετε μια ανεπανάληπτη κινηματογραφική εμπειρία, δεν θα σας προκαλέσει ηδονικούς σπασμούς, δεν θα είναι η καλύτερη ταινία που είδατε ποτέ στη ζωή σας, ωστόσο μπορεί κανείς βάσιμα να υποθέσει ότι δεν πηγαίνετε σινεμά μόνο όταν έχετε τέτοιες προσδοκίες. Μην πάτε λοιπόν να τη δείτε συγκαταβατικά και χαριστικά επειδή είναι ελληνική και, εντάξει, ας χαμηλώσετε κάπως τον πήχη των προσδοκιών σας· λάθος θα ήταν μάλλον. Αλλά μην ανεβάζετε και τον πήχη των προσδοκιών σας στον Θεό, προκειμένου να πειστείτε να πάτε να δείτε μια ελληνική ταινία· λάθος είναι σίγουρα. Με άλλα λόγια, όπως εσείς δεν χρωστάτε τίποτα να πληρώσετε λεφτά, να κανονίσετε μια έξοδο και να περάσετε δυο ώρες απ΄τη ζωή σας, βλέποντας μια ταινία που δεν θα βλέπατε αλλιώς, μόνο και μόνο επειδή είναι ελληνική, έτσι και οι ελληνικές ταινίες δεν χρωστάνε τίποτα να εισπράττουν γυρισμένες πλάτες και αδιαφορία από το κοινό, όχι επειδή έχουν κάνει κάποιο άλλο λάθος, αλλά μόνο και μόνο επειδή είναι ελληνικές.

Θα κλείσω με μερικές εξαιρετικές επισημάνσεις του ίδιου του Ζαχαρία Μαυροειδή για τον «Απόστρατο» και όχι μόνο:

«Κάθε φορά που παρακολουθούμε μια αφήγηση, παρατηρούμε αδιάκριτα τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου και, την ίδια ακριβώς στιγμή, βιώνουμε εκ του ασφαλούς τη ζωή αυτή σαν να ήτανε η δική μας. Η ίδια η συνθήκη της αναπαράστασης μάς επιτρέπει τον μέγιστο βαθμό ταύτισης. Για όσο κρατά η αφήγηση τολμούμε να αλλάξουμε ταυτότητα. Γινόμαστε κάποιος άλλος, βιώνουμε τον αγώνα του, τα διλήμματα, τα πάθη, την τόλμη και τους πόθους του. Και όταν έρθει το τέλος “επιστρέφουμε” στον εαυτό μας με το πιο πολύτιμο λάφυρο: το βίωμα του Άλλου. Αυτός ο Άλλος, όμως, δεν είναι παρά μια προέκταση του εαυτού μας. Μια εκδοχή μας που προσδοκά ένα παράσημο».