Επιμέλεια: Αργυρώ Μποζώνη

Περνώντας τον καιρό της καραντίνας: Το ελculture ζητάει σε πρόσωπα απ’ τον κόσμο των τεχνών να μας στείλουν τη δική τους ανταπόκριση για τις μέρες της καραντίνας μοιράζοντας ελεύθερα μαζί μας τις σκέψεις τους.

Ο ηθοποιός Άρης Μπαλής μάς στέλνει τη δική του ανταπόκριση:

Φωτογραφία: Λάμπρος Ρουμελιωτάκης

Την προηγούμενη εβδομάδα έκανα βόλτες στο Χάρλεμ με τον Άρθουρ και τον Χαλ, τον Τραγανό και την υπόλοιπη παρέα. Ακούγονταν συνέχεια από παντού τζαζ τραγούδια και γκόσπελ τραγούδια και θυμήθηκα και τη Sister Rosetta Tharpe με το Τhis train κάπου τρία χρόνια πριν στον αμερικάνικο Νότο παρέα με τον Έντμοντ κι εγώ ολομόναχος. Και να περνάω κάθε μέρα τα φυλάκια και τις γραμμές για να πιω έναν καφέ. Και αυτό το θυμήθηκα.

Από προχτές έχω ανέβει σε ένα φαλαινοθηρικό και ταξιδεύω αρκετές μέρες μέσα στον ωκεανό. Μόλις χτες το απόγευμα είδαμε την πρώτη φάλαινα και ο χρόνος έχει παγώσει εκεί. Σήμερα θα την αντικρίσω πιο προσεκτικά και θα βεβαιωθώ σε ποια κατηγορία της κητολογίας ανήκει, γιατί ο πλοίαρχος όταν την πρωτοείδε ήταν πάρα πολύ ανήσυχος.

Περισσότερο, βέβαια, ανησύχησα εγώ, όμως, ήρθε μήνυμα από τη μέση της ερήμου με διαβεβαίωση ότι εκεί τα πράγματα βαίνουν καλώς. Ο Άχμεντ μάς μαζεύει χουρμάδες και κόβει μάνγκο και μας γεμίζει τα χέρια με σακούλες γεμάτες φρούτα. Δεν έχω ξεφλουδίσει ποτέ μάνγκο, αλλά κάτω από τους 8 φοίνικες στη μέση του πουθενά, όλα είναι εφικτά. Θα περπατήσω είκοσι μέτρα και θα ξεπλύνω τα χέρια μου, ενώ πορτοκαλί αποδημητικά πουλιά θα περνάνε πάνω από το κεφάλι μου.

Την Παρασκευή ακούστηκε τυχαία το tous les garçons et les filles de mon âge / se promènent dans la rue deux par deux. Έφτιαξα μια flan parisien και ενώ έτρωγα ένα κομμάτι κοίταξα κάτω από το μπαλκόνι και όντως όσοι περπάταγαν ήταν δυο-δυο. Μα πού πήγαν οι παρέες των τριών ατόμων; Πού πήγαν οι παρέες; Το παιδάκι από τον από πάνω όροφο κατεβάζει με ένα σκοινάκι μια σαΐτα από το μπαλκόνι και την κουνάει πάνω – κάτω συνεχώς. Μας στέλνει κρυφά μηνύματα. Ήθελα να γραπώσω πάνω στη σαΐτα ένα δώρο, αλλά στο σπίτι μου δεν έχω τίποτα που μπορεί να αρέσει σε ένα παιδί.

Γράφω σε ένα χαρτί τα στοιχεία μου για να μην τα ξεχάσω και ανεβαίνω τη Βουλγαροκτόνου για να πάω να πάρω “παπαρέτα σιγαστράτος”. Αρχίζει να βρέχει και γυρνάω τρέχοντας σπίτι. Θέλω να ακούσω γερμανικά. Θέλω να ακούσω κάτι που δεν θα καταλαβαίνω. Όπως, προχτές, μετά τα μεσάνυχτα, που ταξίδευα με τρένο από το Καντίθ εως το Πέτρογκραντ και ανακουφίστηκα γιατί αυτή τη διαδρομή ποτέ μου δεν τη συμπάθησα, αλλά μίλαγαν όλοι τόσο ακαταλαβίστικες γλώσσες που έμοιαζε με παράδεισο.

Βρήκα σε ένα κουτί όλα τα εισιτήρια των τρένων από την Πάτρα ως το Ρότερνταμ και πάλι πίσω. Αυτή τη στιγμή μια κυρία μαζεύει μέλι, σαν τον πατέρα μου και μιλάει στις μέλισσες και τις αγαπάει τις μέλισσες. Και όλη της η ζωή καταστρέφεται. Κι εγώ δακρύζω. Μια ακρίδα ήρθε να πεθάνει στο μπαλκόνι μου. Έχει καταλάβει το μπαλκόνι μου. Δεν κουνιέται εδώ και 30 ώρες. Ανεβαίνω να καπνίσω στην ταράτσα. Δεν θέλω να την ενοχλήσω.

Είμαι μέσα σε τέσσερις τοίχους με περιορισμένο χρόνο και η σκέψη μου είναι μια τεράστια δυστοπία. Ίσως συναισθηματικά να είναι ευτοπική. Ίσως, όμως, αν ήμουν βαμπίρ να ήταν όλα αλλιώτικα. Δεν ξέρω. Παίρνω μια ανάσα κι άλλη μία και ανοίγω την τηλεόραση να ακούσω τους αριθμούς. Η ζωή, από τη μία ανακοίνωση στην άλλη. Σήμερα η παράσταση ήταν συγκλονιστική. Χειροκρότησα σαν βλάκας κι εγώ, περισσότερο για να μην ξεχαστώ. Dove vai mia gioventù? Dove vai mia vita? Είναι φοβερό ίσως, όταν… Ε; Πού είχα μείνει;

Α, ναι! Έλεγα για το Χάρλεμ και τη Νέα Υόρκη και τον Άρθουρ. Όχι αυτό ήταν την προηγούμενη εβδομάδα. Α ναι, θυμήθηκα. Ήθελα να πω ότι ο ΓΜ έγραφε ότι “Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε/Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν/είναι κι αυτό κάτι”. Και σκέφτομαι ότι ο χρόνος είναι βία. Και σκέφτομαι ότι θα ανταμωθούμε στον πρώτο χτύπο των καρδιών. Και σκέφτομαι ότι θέλω να ζήσω μέσα στο χώμα, με ένα τραπέζι χωρίς πόδια και να ακούω από μακριά να παίζουν θρησκευτικές μουσικές κι εγώ να καθαρίζω μάνγκο και να βλέπω την ημέρα και τη νύχτα ταυτόχρονα.

[Ραδιογράφημα από τον Λόφο του Στρέφη. Σε όλους, σε όλους, σε όλους… Να διαβάζουμε, να βλέπουμε, και κυρίως να σκεφτόμαστε.]