Το ραντεβού με με τον Άρη Σερβετάλη είναι στο καφενεδάκι του Εθνικού Κήπου, μεσημέρι Σαββάτου. Η υπόλοιπη Αθήνα βράζει αλλά καθώς καθόμαστε στο τραπεζάκι και συζητάμε παρατηρούμε ότι μέσα εκεί είναι ένα άλλο, παράλληλο σύμπαν: δροσερό, σκιερό, παρήγορο και ανακουφιστικά φιλόξενο για δυο «αλαφροΐσκιωτους» (όπως θα ειπωθεί από τον ίδιο τον Άρη) που συζητούν για την ευθύνη των επιλογών και της ελευθερίας της έκφρασης.

Κι όμως μέσα σε αυτό το σύμπαν εντελώς αναπάντεχα και σουρεαλιστικά εισβάλλουν οι μηχανές της ομάδας ΔΕΛΤΑ που έρχονται χωρίς προφανή αιτία με θόρυβο και για λίγα δευτερόλεπτα ανάμεσα στα δέντρα. Δεν μπορείς να γλιτώσεις από την πραγματικότητα αλλά μπορείς να αντιδράσεις για να την αλλάξεις. Έστω κι αν χρειαστεί να γίνεις Ορέστης.

ΣΕΡΒΕΤΑΛΗΣ

Από όλους υπήρχε η λαχτάρα να μπούμε σε μια διαδικασία θεατρικής εργασίας, κάτι που είχε αντίκτυπο στις πρόβες. Όλοι ήμασταν τρομερά διαθέσιμοι στο να μελετήσουμε και να δουλέψουμε. Είναι πολύ ωραία και η ομάδα είναι εξαιρετική.

Τελικά δεν είναι τυχαίο αυτό που λένε ότι πρέπει να χάσεις κάτι για να το εκτιμήσεις. Επανατοποθετείσαι και τότε μπαίνεις με μεγαλύτερη ζέση, με υψηλότερη θερμοκρασία στην έρευνα και στη διαδικασία της πρόβας. Από την άλλη, οι παραστατικές τέχνες έχουν την προϋπόθεση ότι πρέπει να είσαι σε μια συνεχή λειτουργία, να «ακονίζεσαι» διαρκώς. Για τους ηθοποιούς, και φαντάζομαι και για τους χορευτές, αυτός ο 1,5 χρόνος χωρίς πρόβες και παραστάσεις μοιάζει αντιστοίχως όπως σε ένα μουσικό να του πήραν το όργανο και να μην μπορεί να παίξει. Επομένως, απαιτείται μια περίοδος προσαρμογής που έρχεται μέσα από τις πρόβες.

Στην τραγωδία του Ευριπίδη, συναντάμε τον Ορέστη, σε κατάσταση αγρύπνιας καθώς έχει να κοιμηθεί 6 μερόνυχτα, το ίδιο και η Ηλέκτρα. Την ίδια ημέρα η κοινωνία της πόλης ψηφίζει τον λιθοβολισμό τους, δηλαδή τον θάνατό τους. Ο Ορέστης, μετά από έναν χρησμό του Απόλλωνα, προχώρησε στη μιαρή πράξη της μητροκτονίας.

Ακούγοντας τα όλα αυτά κανείς βλέπει ότι τα πράγματα δεν είναι πολύ καλά, όμως αν ανατρέξει στο παρελθόν θα δει ότι η συγκεκριμένη κοινωνία νοσούσε σε μεγάλο βαθμό και πριν διαπράξει το έγκλημα δηλαδή η Κλυταιμνήστρα, η μητέρα του Ορέστη, είχε σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, τον πατέρα του, και είχε πάει με τον Αίγισθο τον οποίο σκότωσε κατόπιν ο Ορέστης. Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο ξεκινάει με τον μονόλογο της Ηλέκτρας που ουσιαστικά λέει την τραγική ιστορία του γένους της.

Μέσα από τον χρησμό του Απόλλωνα ήρθε η ακόμη πιο σκληρή πράξη της μητροκτονίας ώστε με αίμα να κλείσει αυτός ο κύκλος του αίματος. Μοιάζει λοιπόν ο Ορέστης να είναι το εξιλαστήριο θύμα που αναλαμβάνει όλη την ευθύνη των προγόνων. Ο Ορέστης αναλαμβάνει τις ευθύνες με ό,τι συνέπειες έχουν αυτές –η συνείδηση, οι τύψεις, οι ενοχές- για να μπει στη διαδικασία της κάθαρσης.

Ο Ορέστης είναι σε μια οριακή κατάσταση. Έχει πάει στην άκρη του κόσμου εξαιτίας της εσωτερικής του σύγκρουσης. Τη σύγκρουση αυτή την περιγράφει στον παππού του, τον Τυνδάρεω, λέγοντας του ότι από τη μία μπορεί να τον κρίνει ως άδικο επειδή σκότωσε τη μητέρα του αλλά από την άλλη μπορεί να τον κρίνει ως δίκαιο επειδή τίμησε τον πατέρα του.

Πίσω από ένα έγκλημα κι από μια τιμωρία μπορεί να κρύβονται πολλά πράγματα. Ο Τυνδάρεως, που εκπροσωπεί την παλιά νοοτροπία, πληγωμένος καθώς είναι, δεν μπορεί να δεχτεί τα δικά του λάθη, δεν μπορεί να κάνει μια αναδρομή στη ζωή του και να αποδεχτεί ότι έφταιξε κι αυτός καθώς και οι δύο του οι κόρες, η Κλυταιμνήστρα και η Ελένη, βασάνισαν πολύ την κοινωνία του Άργους. Επομένως, η πρώτη του κουβέντα είναι η αμείλικτη τιμωρία: θάνατος στον Ορέστη, στον Ορέστη που ήταν η μεγάλη του αδυναμία.

Πίσω από τον νόμο και τη σκληρή τιμωρία κρύβεται κάτι που δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε δηλαδή κάτι που δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι φταίξαμε κι εμείς. Από την άλλη ο νόμος είναι σημαντικός γιατί δημιουργεί, σε μια κοινωνία που δεν υπάρχει αγάπη, τις απαιτούμενες αποστάσεις για να μην υπάρξουν συγκρούσεις. Όταν υπάρχει αγάπη οι νόμοι καταλύονται. Όταν υπάρχει αγάπη δεν έχεις πρόθεση να κάνεις στον άλλον κακό. Όταν υπάρχει αγάπη μπαίνεις σε άλλη συχνότητα.

Ο Τυνδάρεως δεν θέλει να στρέψει το βέλος στον εαυτό του και να δει πού έφταιξε. Ο Ορέστης αναγκάζεται να το κάνει αυτό γιατί αποδομεί τη μητρική σχέση, δηλαδή σιγά σιγά βλέπει τη μητέρα όχι ως μητέρα αλλά ως πρόσωπο με τις αδυναμίες του και σταδιακά βλέπει και τη δική του εμπάθεια, και τη δική του εκδικητικότητα. Αναγνωρίζοντας αυτή του την εμπάθεια λέει σε ένα στίχο «Οι θεοί έχουν ένα κακό φυσικό. Αργούν να σου προσφέρουν βοήθεια».

Ο Απόλλωνας παρεμβαίνει στο τέλος του έργου και αφού ο Ορέστης και η Ηλέκτρα έχουν περάσει πια στην απόλυτη εμπάθεια, στην απόλυτη εκδίκηση. Ο θεός λοιπόν αφήνει να βιώσουν όλη την πορεία μέχρι να παρέμβει. Ο άνθρωπος μπορεί να παρεκτραπεί, όταν βασίζεται πλέον στον εαυτό του. Μετά τη θεία επέμβαση ο Ορέστης μπαίνει σε μια άλλη διαδικασία.

Θεωρώ ότι υπάρχει μια σύγχυση για αυτό που λέμε αγάπη. Νομίζω ότι υπάρχει μια ιδιοτέλεια σε αυτό που τώρα ονομάζουμε αγάπη γιατί έχουμε συμφέρον. Είτε αρεσκόμαστε να μας κολακεύουν είτε αρεσκόμαστε στο να αρέσουμε με τις πράξεις μας και την παρουσία μας. Όταν όμως πραγματικά μπαίνεις στη συχνότητα της αγάπης δεν έχεις να κάνεις με ανθρώπους, έχεις να κάνεις με Θεό. Ο Θεός σου γεμίζει τις μπαταρίες, κι εσύ θα προσφέρεις με τον πιο απλό τρόπο μέσα στην αφάνεια, χωρίς να το ξέρει κανείς. Γιατί σε γεμίζει κάτι άλλο, η επαφή σου με τον Θεό που είναι πρόσωπο. Εκεί ανακουφίζεσαι. Μέσα από τον συνάνθρωπό σου και το πώς τοποθετείσαι απέναντί του εμφανίζεται η σχέση με τον Θεό. Δεν μπορείς να έχεις σύνδεση με τον Θεό και να αγνοείς τον συνάνθρωπό σου. Υπάρχει και στην τραγωδία η σχέση του ανθρώπου με το μεταφυσικό.

ΣΕΡΒΕΤΑΛΗΣ

Η προτεραιότητά μας δεν είναι το πνεύμα μας αλλά η ύλη· γι’ αυτήν κοπιάζουμε, γι’ αυτήν αγωνιζόμαστε. Παράγουμε συνεχώς αγαθά που μας δημιουργούν νέες ανάγκες. Έχουμε τα smartphones, έχουμε τα tablets και δεν λέω ότι δεν είναι ωραία, ότι δεν είναι στοιχεία της εξέλιξης ή ότι δεν μας βοηθούν στην καθημερινότητα αλλά νιώθω ότι έχουμε χάσει το μέτρο. Δημιουργείται ένας μηχανισμός που παράγει διαρκώς ανάγκες και ο άνθρωπος δεσμεύεται από τα μέσα που έχει ο ίδιος δημιουργήσει χωρίς να αφήνουμε χώρο για πνευματική αναζήτηση και καλλιέργεια. Όλα αυτά που συζητάμε τώρα είναι άλλη γλώσσα. Ξέρεις, όσοι συζητάνε τέτοια, όπως εμείς τώρα εδώ, αντιμετωπίζονται σαν να μην είναι πολύ καλά, γίνονται μιάσματα όπως ο Ορέστης, είναι οι αλαφροΐσκιωτοι της κοινωνίας μας.

Νομίζω ότι οι περισσότεροι δεν συζητούν σε βάθος γιατί αυτό απαιτεί να ξεσκεπαστείς, κι αυτή η αποκάλυψη είναι πολύ επώδυνη. Είναι επώδυνο να μην κρύβεσαι πίσω από πράγματα, από πρόσωπα, είναι επώδυνο να τοποθετείσαι, να αναλαμβάνεις την ευθύνη. Εμείς, ως μέλη της κοινωνίας, δεν αναλαμβάνουμε ευθύνες γι’ αυτό κι όταν συμβαίνει κάτι δεν αντιδράμε. Ο Μενέλαος, στο έργο, εκπροσωπεί αυτό το πράγμα: τη διπλωματία δηλαδή δεν τοποθετείται και δεν βοηθάει τον Ορέστη να διαφύγει γιατί πάνω απ’ όλα θέλει να είναι αρεστός και να μη χάσει τη Σπάρτη, να μην ρισκάρει, να μη χάσει τα κεκτημένα του. Νομίζω ότι όλοι είμαστε λίγο πολύ σε αυτή τη φάση, στη μικροκλίμακά μας.

Αισθάνομαι, ότι ειδικά στις μέρες μας, αν βγεις να πεις μια άποψη γίνεσαι μίασμα. Αυτό που λέμε δημοκρατία και ελευθερία να εκφράσει ο καθένας την άποψή του, πρακτικά δεν υπάρχει. Εγώ δεν έχω facebook αλλά ακούω ότι αν κάποιος εκφέρει μία άποψη, διαφορετική από των πολλών, γίνεται χαμός. Εμείς υποτίθεται ότι υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματά μας αλλά πού είναι η ελευθερία μας; Ειδικά αυτή την περίοδο είναι στα τάρταρα.

Νιώθω ότι όλα τα παραπάνω σχετίζονται με την πνευματική καλλιέργεια και δεν εννοώ τη γνώση αλλά την καλλιέργεια της ψυχής τού να αποδεχτείς ότι μπορεί κάποιος να έχει μια διαφορετική γνώμη και δεν είναι απαραίτητο να πείσει ο ένας τον άλλον.

ΣΕΡΒΕΤΑΛΗΣ

Info παράστασης:

Ορέστης, του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα | 16, 17 και 18 Ιουλίου 2021 | Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου