Στο παιχνίδι της ανθρώπινης ύπαρξης η τράπουλα είναι σημαδεμένη: αν προλάβεις να ζήσεις αρκετά χρόνια η φθορά που φέρνει η ηλικία είναι αναπόφευκτη κι όσα χρόνια κι αν ζήσεις ο θάνατος είναι τελικά αναπόφευκτος. Η ήττα είναι τελικά αναπόφευκτη. Αν όμως, αντί να προσπαθούμε να νικήσουμε σε ένα παιχνίδι σικέ, ξεκινήσουμε από την αποδοχή αυτής της θεμελιακής ανθρώπινης ήττας, τότε οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα απελευθερωτικές. Αν εξετάζουμε δηλαδή με ορίζοντα θνητότητας κάθε τι που κάνουμε ή δεν κάνουμε στη ζωή μας, κάθε τι που κυνηγάμε ή μας κυνηγά, τότε μπορούμε και να αγχωθούμε πάρα πολύ λιγότερο για όλα και ο χρόνος να πάψει να λειτουργεί πάνω μας ως δυνάστης. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από το πεπερασμένο του χρόνου, μπορούμε όμως να ζήσουμε ατέλειωτα σε αυτόν τον πεπερασμένο χρόνο. Ατελείωτα; Ίσως και οι ίδιες οι λέξεις που δηλώνουν τέλος, μέση και αρχή να είναι μέρος του προβλήματος. Ίσως η πηγή του κακού είναι η μετατροπή του χρόνου σε μέγεθος και σε μονάδα μέτρησης. 

Ένα δευτερόλεπτο, ένα λεπτό, μια ώρα, μπορούν να κρατήσουν πραγματικά πολύ. Ή μάλλον όχι. Ας μην ασχολούμαστε με το κράτημα του χρόνου. Τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει με ασφάλεια κι από τίποτα δεν μπορούμε να κρατηθούμε με ασφάλεια. Ένα δευτερόλεπτο, ένα λεπτό, μια ώρα, μπορούν, αντί να κρατήσουν, να αιωρηθούν πραγματικά πολύ. Όσο υπάρχει το κράτημα του χρόνου, όσο η συνδιαλλαγή μας με τον χρόνο είναι το «κράτα με, να σε κρατώ», παραμένουμε στη δικαιοδοσία του χρόνου ως νοητικής φυλακής. Τα συστατικά του χρόνου αρχίζουν να λιώνουν στο μυαλό μας, όταν η συνδιαλλαγή μας μαζί του περάσει στο «άσε με, να σε αφήσω». Και τότε είναι που ο χρόνος μπορεί να αρχίσει πραγματικά να διαρκεί.  

Δεν μιλάω για το ζητούμενο κάποιας διαρκούς ευτυχίας, κάποιας διαρκούς πλήρωσης. Μιλάω ίσως για μια ελευθερία από τις μετρήσεις, τους φόβους, τους υπολογισμούς, τα άγχη και τις ανασφάλειες, μια πλήρη αποδοχή όσων είναι αναπόδραστα και μια προσπάθεια να ζήσεις με βάση αυτά, με τη λογική ότι δεν μπορείς να αποτρέψεις το χειρότερο, δεν μπορείς να κερδίσεις στο τέλος, μπορείς όμως ίσως να κερδίσεις το τώρα σου, που δεν χρειάζεται να είναι τίποτα φαντασμαγορικό, μπορεί να είναι απλά κάτι που θα κάνεις και θα σου αρέσει, κάτι που δεν θα σε ζορίζει, κάτι με το οποίο θα αισθάνεσαι καλά.

Αν αυτό που με γεμίζει, είναι να βλέπω ριάλιτι στην τηλεόραση ή αστεία βιντεάκια στο ίντερνετ, ή να κοιτάζω τον τοίχο, ή να κάνω μια βόλτα με τα πόδια στη γειτονιά χαζεύοντας, ας λέει το βλέμμα των άλλων ότι δεν κάνω τίποτα στον ελεύθερο χρόνο μου, ή ότι είμαι καταθλιπτικός, ή ότι δεν έχω ζωή. Αν αυτό που με γεμίζει, είναι να δουλεύω σε φουλ ρυθμούς, ας λέει το βλέμμα των άλλων ότι είμαι νευρωτικός εργασιομανής. Αν αυτό που με γεμίζει, είναι να έχω μια και μοναδική σχέση στη ζωή μου από τότε που πήγαινα σχολείο μέχρι να πεθάνουμε μαζί στα εκατό, ας λέει το βλέμμα των άλλων ότι αυτό δεν είναι ρομαντισμός κι ότι απλά έτσι ήμουνα προγραμματισμένος.  Αν αυτό που με γεμίζει, είναι να έχω δέκα σχέσεις τον χρόνο, ας λέει το βλέμμα των άλλων ότι δεν ξέρω τι θέλω κι ότι είμαι επιπόλαιος. Αν αυτό που με γεμίζει, είναι να ζω ολομόναχος, ας λέει το βλέμμα των άλλων ότι είμαι μονόχνωτος κι αντικοινωνικός. 

Τεράστιο ποσοστό των ανθρώπινων βασάνων έχει να κάνει με τη λογοδοσία. Κάπου λογοδοτούμε. Κάπου αναφερόμαστε. Στο βλέμμα των άλλων ή στο βλέμμα το δικό μας. Κι όλο αυτό για να κατακτήσουμε ποιο τελικό τρόπαιο, κι όλο αυτό για να πετύχουμε στο τέλος τι; Κάθε στιγμή που δεν πονάς, κάθε στιγμή που δεν ζορίζεσαι, κάθε στιγμή που είσαι απλά εντάξει, μπορεί να είναι μια στιγμή κερδισμένη. Όσα περισσότερα δευτερόλεπτα, λεπτά ή ώρες μέσα σε κάθε μέρα, καταφέρνουμε και κάνουμε κάτι που δεν μας κάνει τα νεύρα ρετάλια, κάτι που μας κάνει να νιώθουμε εντάξει, είναι χρόνος περασμένος καλά, είναι ζωή που τη ζεις καλά. Αρκεί να είναι ένα «εντάξει» με το οποίο θα είμαστε και μέσα μας εντάξει. Ένα «εντάξει» το οποίο θα είναι προϊόν συμφιλίωσης με τον εαυτό μας και τα θέλω του, ότι εμένα αυτά που έχω μου κάνουν. 

Κι αν το πρώτο βήμα είναι το να αγκαλιάσουμε αυτό που μας κάνει να νιώθουμε εντάξει, το δεύτερο είναι να αποσυνδέσουμε το «εντάξει» με οποιοδήποτε αίτημα για ασφάλεια και διάρκεια. Ό,τι κι αν κάνεις, δεν μπορείς να είσαι ασφαλής. Ό,τι κι αν κάνεις, στο τέλος δεν θα νικήσεις. Ό,τι κι αν κάνεις, δεν θα μείνεις για πάντα υγιής. Μπορείς να προσέχεις την υγεία σου και να καταφέρεις να παρατείνεις τη ζωή σου τριάντα και σαράντα χρόνια περισσότερο απ’ ό,τι αν δεν πρόσεχες.

Αν είναι τριάντα και σαράντα μίζερα, αγχώδη και φοβικά χρόνια, παίζει και να μην κέρδισες, παίζει και να έχασες. Το νόημα δεν είναι ποιος θα ζήσει περισσότερα χρόνια. Το νόημα είναι να βρει ο καθένας τον δικό του τρόπο να νιώθει εντάξει. Και ίσως σιγά σιγά έτσι μπαίνει σε μια διαφορετική εσωτερική ροή. Σε μια ροή που σε ενδιαφέρει αυτό και μόνο αυτό. Δεν μετράς και δεν μετριέσαι στον χρόνο. Απλά είσαι. Και ο χρόνος απλά παύει να είναι χρόνος. Και ζεις, με τον χρόνο να μην έχει σημασία χρόνου, με τη ζωή να έχει σημασία, με το να είσαι εντάξει αυτό το δευτερόλεπτο, αυτό το λεπτό, αυτή την ώρα, μέσα στα οποία το μυαλό σου αιωρείται, εσύ αιωρείσαι, εσύ απλά είσαι.