Ο Μάρτιν έχει την εξωτερική εμφάνιση του Μαντς Μίκελσεν. Πώς γίνεται να μην σου ανήκει ο κόσμος όταν έχεις την εξωτερική εμφάνιση του Μαντς Μίκελσεν; Μόνο αν στο βλέμμα σου είναι σωρευμένη όλη η ήττα κι όλη η παραίτηση του κόσμου. Ο Μάρτιν είναι καθηγητής σε Λύκειο. Όχι και τόσο πολλά χρόνια πριν έμοιαζε όντως να του ανήκει ο κόσμος. Και στο σχολείο τον έβλεπαν να έλαμπε και λαμπρές σπουδές με διδακτορικό είχε και για πιο ψηλά να πάει είχε όλες τις προδιαγραφές. Αλλά τι; Γεννήθηκαν τα παιδιά του και ήθελε να είναι παρών; Να όμως που η γυναίκα του τον κατηγορεί για το ακριβώς αντίθετο. Ότι με τα χρόνια κατάντησε ωσεί παρών, παρών – απών, μόνο σωματικά παρών, αόρατος. Τι νίκησε τον Μάρτιν; Τι τον ώθησε από τη λάμψη στην σταδιακή εξαφάνιση; Θλιβερή σκιά του παλιού του εαυτού, είναι ωσεί παρών και στο μάθημα. Δεν θυμάται καν σε ποιο σημείο της διδακτέας ύλης βρίσκεται. Οι μαθητές παραπονιούνται στους γονείς τους, οι γονείς καλούν συνάντηση, γονείς και παιδιά από κοινού του λένε ότι δεν πάει έτσι, ότι ο βαθμός που θα πάρουν στις κατατακτήριες στο μάθημά του είναι κρίσιμος για την εισαγωγή τους σε Πανεπιστήμια. Ακούει να τον ακυρώνουν με το ίδιο παθητικό βλέμμα. Ο Μάρτιν έχει βουλιάξει, χωρίς να είναι ακριβώς σίγουρος γιατί. Τον ενοχλεί που έχει αποξενωθεί με τη γυναίκα του, αλλά εκείνη του αντιγυρίζει ότι κλεινόταν στον εαυτό του για χρόνια κι ότι εκείνος πρωτοδημιούργησε την αποξένωση. Η λέξη κατάθλιψη δεν θα ακουστεί ποτέ στην ταινία – και ευτυχώς. Δεν είναι η κατάθλιψη η λέξη κλειδί για κάθε τι στη ζωή, δεν είναι όλα κατάθλιψη στη ζωή.

Κι άλλωστε ο Μάρτιν είναι απλά το πιο ακραίο παράδειγμα. Άλλοι τρεις φίλοι και συνάδελφοί του στο σχολείο, άλλοι τρεις συνάδελφοί του στη μέση εκπαίδευση και συνοδοιπόροι του στη μέση ηλικία (με ηλικιακές διαφορές βέβαια μεταξύ τους), μοιράζονται αντίστοιχες εμπειρίες απομάγευσης του επαγγέλματός τους, της προσφοράς τους, του νοήματος αυτού που κάνουν, της καθημερινότητάς τους. Κανείς από τους τέσσερις δεν έχει οικονομικά προβλήματα και υπό μια έννοια η έλλειψη και αυτής της σκοτούρας συντείνει στη χωρίς ιδιαίτερες συγκινήσεις ρουτίνα τους. Με ένα τρικ που λειτουργεί καταφανώς ως πρόσχημα, μια θεωρία βάσει της οποίας ο ανθρώπινος οργανισμός περιέχει λιγότερο ποσοστό αλκοόλ στο αίμα από αυτό που του είναι αναγκαίο, ξεκινούν ένα ο θεός να το κάνει πείραμα – μελέτη για τις επιπτώσεις που θα έχει το αλκοόλ επάνω τους, για το πόσο θα τους κάνει περισσότερο ή λιγότερο λειτουργικούς. Κι αρχίζουν και πίνουν βάσει προγράμματος, βάσει πειράματος, βάσει μελέτης. Ή έτσι λένε.

Και αρχικά το πρωινό αλκοόλ, πριν ή και κατά τη διάρκεια του μαθήματος, φαίνεται να έχει ευεργετικές συνέπειες στη δημιουργικότητά τους, στην όρεξή τους για διδασκαλία, στον τρόπο επικοινωνίας τους με τους μαθητές. Τι αφυπνίζει τους τέσσερις άντρες; Μόνο το αλκοόλ; Όχι. Νομίζω ότι τους ξυπνάει και ότι κάνουν κάτι διαφορετικό. Ότι φεύγουν για λίγο από τη νόρμα. Ότι κάνουν κάτι απαγορευμένο. Ότι ζουν αλλιώς. Ότι βρήκαν έναν τρόπο αυτή η σχολική χρονιά να μην είναι απαράλλακτη με τις προηγούμενες και τις επόμενες.

Ο Βίντερμπεργκ δεν θα ψάξει να βρει καμία χρυσή τομή, δεν θα ψάξει να βρει το μέτρο το οποίο αν τηρείς το αλκοόλ μπορεί να είναι ανεβαστικά σωτήριο. Μολονότι θα δείξει και θα ξαναδείξει αρνητικές -και έντονα αρνητικές- πτυχές του «πειράματος» των τεσσάρων φίλων, δεν θεωρώ ότι φτιάχνει μια ταινία που προσπαθεί να κρατήσει ισορροπίες, θεωρώ αντίθετα ότι φτιάχνει μια ταινία τελικά αιρετική, γιατί όταν ένα κοινωνικό φαινόμενο γίνεται καθολικά αντιληπτό ως πολύ αρνητικό, το να δείχνεις και την άλλη πλευρά του δεν αποτελεί τήρηση ίσων αποστάσεων, είναι ευθέως μια άλλη, τολμηρή προσέγγιση. Η ταινία λέει ότι ναι, προφανώς και το υπερβολικό αλκοόλ μπορεί να έχει ολέθριες συνέπειες (και οκ, αν δεν το έλεγε και καθόλου αυτό, θα ήταν διαστρέβλωση της πραγματικότητας), αλλά οι συνέπειες αυτές είναι κοινή γνώση. Οπότε το καινούριο που τελικά δείχνει και που τελικά μένει, είναι ότι το αλκοόλ μπορεί να σε απελευθερώσει κιόλας, μπορεί να σε ξυπνήσει, μπορεί να σε βγάλει απ’ τον λήθαργο. Ότι όπως, ανάλογα με την οπτική του κανείς, μπορεί να δει το μισό ποτήρι μισογεμάτο ή μισοάδειο και να έχει εξίσου δίκιο, ένα άδειο ποτήρι, ένα ποτήρι που το ήπιε κανείς άσπρο πάτο, μπορεί κι αυτό να έχει μια δεύτερη οπτική και όχι μόνο την οπτική του οίκτου ή της απέχθειας για τον αλκοολικό.

Εκτός από το γενικό φαινόμενο, υπάρχει και το ειδικό. Η κουλτούρα του αλκοόλ στη Δανία, το φαινόμενο να πίνουν πολύ από μικρή ακόμα ηλικία. Ο Βίντερμπεργκ μοιάζει να λέει ότι γουστάρω αυτή την κουλτούρα, γουστάρω ότι γινόμαστε λιάρδα, γουστάρω υπ’ αυτό το πρίσμα τη χώρα μου και τους συμπολίτες μου. Μια χώρα, ή εν πάση περιπτώσει μια τάξη της χώρας, που έχει τα υλικά της προβλήματα λυμένα, με το αλκοόλ όμως να μην παίζει τον ρόλο του τυφλού σημείου, του σημείου διαφυγής απ’ όλα τα υπόλοιπα προβλήματα που κρύβονται κάτω απ’ το χαλί. Η προσέγγισή της ταινίας απέναντι στο ποτό είναι αντιμικροαστική και αντιδιδακτική.

Το «Άσπρο Πάτο» ξεκινάει με ένα ρητό του Κίργκεργκωρ: «Τι είναι νιότη; Ένα όνειρο». Θα μπορούσε με όσα δείχνει να προσθέσει κι ένα δικό της ρητό: «Τι είναι η απώλεια της νιότης; Το ξύπνημα από το όνειρο στην πραγματικότητα». Ο Κίργκεργκωρ θα μνημονευθεί μια φορά ακόμα. Ένας μαθητής δίνει προφορικές εξετάσεις και τον ρωτούν για τον ρόλο του άγχους στη σκέψη του μεγάλου Δανού φιλοσόφου του 19ου αιώνα. Ο μαθητής απαντά: «Το άγχος προκύπτει απ’ τον φόβο της αποτυχίας. Απ’ τον φόβο ότι έχεις ήδη αποτύχει. Μόνο όταν αποδεχτεί κανείς ότι είναι ατελής, ότι είναι επιρρεπής στην αποτυχία και το λάθος, μπορεί να αγαπήσει τον εαυτό του και τη ζωή».

Τελικά το “Druk”, ή “Αnother Round”, ή «Άσπρο Πάτο», ή όπως έμαθε να το λέει κανείς, δεν επιχειρεί να δώσει απαντήσεις για το πόσο πρέπει ή δεν πρέπει να πίνουμε, ή για το ως πόσο κάνει να πίνουμε. Είναι μια ταινία που ίσως επιχειρεί να πει, ότι ακόμα κι αν ήθελε να θεωρηθεί ότι είναι μια συλλογική αποτυχία ο συλλογικός αλκοολισμός, τις συλλογικές αποτυχίες τις αγκαλιάζουμε, όπως τις ατομικές. Ότι δεν υπάρχει μόνο η κουλτούρα της επιτυχίας, αλλά ότι μπορεί κανείς να αποδεχτεί ότι δεν γίνεται να μην αποτύχεις, δεν γίνεται να μην μεγαλώσεις, δεν γίνεται να μην βαλτώσεις, δεν γίνεται να μην μετατραπείς σε αόρατο, ότι χάνοντας τη νιότη σου δεν γίνεται να μην μετατραπείς σε κάποιου είδους σφάλμα της ύπαρξης, ότι το ποτό μπορεί να μην είναι το μεγάλο φάρμακο, αλλά είναι πάντως ένας τρόπος: ένας τρόπος να λύνεσαι, να ελευθερώνεσαι, να ξεκλειδώνεις. Ότι στη ζωή υπάρχει και η αποτυχία αλλά υπάρχει και η χαρά, υπάρχει το βύθισμα αλλά υπάρχει και το ξεφάντωμα. Ότι το ποτό και το μεθύσι ήταν πάντα μέρος της συλλογικής ανθρώπινης εμπειρίας. Ναι, ενίοτε ένα ολοσκότεινο μέρος της. Αλλά, επίσης ναι, ενίοτε κι ένα γιορτινό, ολογιόρτινο μέρος της. What a life, what a beautiful, beautiful ride.