Όταν επικράτησε η αθηναϊκή μετάλλαξη ήταν πια αργά. Για την ακρίβεια ήμασταν βαθιά μέσα στα νύχτα, η κυκλοφορία είχε απαγορευτεί προ πολλού, στους δρόμους υπήρχαν μόνο σποραδικοί παραβάτες. Η αθηναϊκή μετάλλαξη έκατσε σε ένα παγκάκι να κάνει τσιγάρο και να γιορτάσει την επικράτησή της επί των λοιπών στελεχών του ιού. Κοίταξε το πακέτο των τσιγάρων, μια φρικαλέα εικόνα και η υπενθύμιση των φρικαλέων συνεπειών του καπνίσματος. Χαμογέλασε. Δεν είναι ότι έπαιρνε αψήφιστα την υγεία της, αλλά ήξερε ότι αν τα πράγματα δυσκόλευαν πολύ, μπορούσε πάντα να μεταλλαχθεί περαιτέρω. Της άρεσε όμως εδώ, της άρεσε η νέα της ταυτότητα, της άρεσε αυτή η αίσθηση εντοπιότητας που τη συνέδεε εξ αντανακλάσεως με έναν ένδοξο αρχαίο πολιτισμό. Πέταξε τη γόπα στο πεζοδρόμιο, την πάτησε με τα γυμνά της πόδια, απόλαυσε μαζοχιστικά αυτό το μικρό κάψιμο κι αποφάσισε να ανηφορίσει προς τον Παρθενώνα.

Όταν έφτασε έριξε μια γρήγορη ματιά στο μνημείο και μετά του γύρισε την πλάτη. Κατάλαβε ότι άλλο ήθελε να δει. Έκατσε οκλαδόν και άρχισε να ρεμβάζει με θέα την πόλη που απλωνόταν από κάτω. Ήταν όμορφη από ψηλά η Αθήνα τη νύχτα, φωτισμένη και ήσυχη. Η συντριπτική πλειοψηφία των Αθηναίων κοιμόταν πια, η πόλη ξεκουραζόταν, η μετάλλαξη απολάμβανε το θέαμα και χανόταν στις σκέψεις της. Τόσα εκατομμύρια κάτοικοι, τόσα εκατομμύρια προσωπικές ιστορίες, τόσα εκατομμύρια διαφορετικές εκδοχές και οπτικές του κόσμου, τόσα εκατομμύρια κόσμοι. Και την ώρα εκείνη τόσα εκατομμύρια όνειρα στα πλαγιασμένα κεφάλια των ξαπλωμένων ανθρώπων, χωρισμένων σε δωμάτια, διαμερίσματα, σπίτια, γειτονιές, δήμους. Η μετάλλαξη σκέφτηκε ότι τα όνειρά τους θα μπορούσαν να αιωρούνται πάνω από τον νυχτερινό ουρανό, θα μπορούσαν να αποτελούν ένα αόρατο τμήμα της θέας που δεν μπορούσε να δει, αλλά μπορούσε ίσως να φανταστεί. Τι ελευθερία να κοιμάσαι κάθε βράδυ. Τι ελευθερία να κλείνεις κάθε βράδυ τα μάτια και να αποσυνδέεσαι από τη σπουδαιοφάνεια της καθημερινότητάς σου. Τι ελευθερία να είσαι σαν μηχάνημα που βγαίνει απ’ την πρίζα. Της ήταν ξένα αυτά της μετάλλαξης. Έξω από τη δική της φύση, έξω από τη δική της βιολογία.

Ποια ήταν όμως ακριβώς η δική της φύση; Καλά καλά δεν είχε προλάβει να επικρατήσει και ήταν αντιμέτωπη με την πρώτη σοβαρή υπαρξιακή της κρίση. «Μα κοίτα που βρίσκομαι αυτή τη στιγμή», είπε σχεδόν φωναχτά, «στην κοιτίδα της φιλοσοφίας είμαι, πώς θα μπορούσα να μην το ρίξω στη φιλοσοφία;». Γέλασε μισοαυτάρεσκα – μισοσαρκαστικά. Τον πήγαινε τον εαυτό της, της ήταν ήδη σαφές, ακριβώς για αυτό όμως έπρεπε να βρει κάτι το οποίο θα την έκανε να ξεχωρίζει, κάτι για το οποίο ο αυτοθαυμασμός της θα πατούσε πάνω σε αντικειμενικά δεδομένα, πάνω στην αναγνώριση των άλλων. Αποφάσισε ότι η δική της διαφοροποίηση δεν θα είχε να κάνει μόνο με τη μεταδοτικότητα, τη νόσηση ή με γνωρίσματά της που μπορούσαν να διαγνωστούν μόνο μέσα από μικροσκόπια και τα οποία θα συγκινούσαν μόνο τους αρμόδιους νερντς. Όχι, χρειαζόταν κάτι διαφορετικό, κάτι ριζικά διαφορετικό.

Photo by George Mastro

Η μετάλλαξη πίεσε με τον δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο και των δυο χεριών της τους κροτάφους της, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια και πιέζοντας τον εαυτό της να σκεφτεί έξω απ’ το κουτί. Τίποτα. Άρχισε να απελπίζεται. Άρχισε να χαράζει. Ήταν σαν η χαραυγή του αθηναϊκού φωτός να της εντύπωσε στο μυαλό της την ιδέα: γιατί το κακό, γιατί πάντα το κακό, γιατί όχι το καλό, γιατί όχι το φως, γιατί όχι η χαρά; Γιατί όχι η χαρά; Αυτό ήταν, αυτό θα έκανε, για αυτό θα την θυμούνταν: αντί για φόβο, ταραχή και αρρώστια, θα κολλούσε τους ανθρώπους ελπίδα, ηρεμία και χαρά. Ενθουσιασμένη η μετάλλαξη πήδηξε απ’ τον ιερό βράχο και απλώθηκε πάνω στην Αθήνα που σε λίγο θα άρχιζε να ξυπνά. Άρχισε να μεταδίδεται από τελευταίο όνειρο σε τελευταίο όνειρο, καθώς όπως σωστά είχε διαισθανθεί, αυτά όντως αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα. Ο ένας μετά τον άλλο, οι Αθηναίες και οι Αθηναίοι ξυπνούσαν σε μια μέρα που δεν έμοιαζε με οποιαδήποτε άλλη πριν. Μα με τι ανεξήγητα υπέροχο συναίσθημα είχαν ξυπνήσει; Γιατί ένιωθαν τόσο απροσδόκητα όμορφα; Και γιατί έμοιαζε το ίδιο να είχε συμβεί και με κάθε άλλον άνθρωπο που συναντούσαν, στο σπίτι, στον δρόμο, στη δουλειά;

Στη δουλειά; Ποια δουλειά όμως; Δεν μπορούσαν να δουλέψουν. Κανείς δεν μπορούσε να δουλέψει. Έβγαιναν απ’ τα γραφεία τους, απ’ τα μαγαζιά τους, από παντού, έβγαιναν και κοιτούσαν ο ένας τον άλλο σαστισμένοι. Σαστισμένοι κι ευτυχισμένοι, χωρίς να ξέρουν το γιατί. Αλλά χωρίς και να ξέρουν το γιατί όχι. Μια ακόμα μέρα είχε ξημερώσει, ήταν ακόμα ζωντανοί, είχαν ακόμα ένα μυαλό και μια καρδιά που δουλεύει. Άλλοι αγκαλιάζονταν, άλλοι γελούσαν, άλλοι έκλαιγαν από ευτυχία, άλλοι τραγουδούσαν, άλλοι φιλιόντουσαν.

Ελάχιστες μέρες αργότερα η αθηναϊκή μετάλλαξη είχε επικρατήσει σε όλον τον πλανήτη. Αν ήταν πραγματικότητα, κανείς δεν ήθελε να την εξηγήσει. Αν ήταν κείμενο, έπρεπε να τελειώσει εδώ.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: © Febiyan