Tις προάλλες έπεσε το μάτι μου σε ένα ντοκιμαντέρ για τον Ότο Πρέμινγκερ στο Κανάλι της Βουλής. Εκεί ο Τζέιμς Στιούαρτ λέει ότι ο πατέρας του, κάπου στα βάθη της Ιντιάνα, δεν ήθελε με τίποτα να δει την «Ανατομία Ενός Εγκλήματος» (στην οποία ο Στιούαρτ πρωταγωνιστούσε), επειδή είχε ακούσει ότι το έργο αντίκειται στα χρηστά ήθη. Είχε φτάσει να ζητήσει μάλιστα από τον ιδιοκτήτη του κινηματογράφου της πόλης του να μην την προβάλλει. Την είδε μήνες μετά στα μουλωχτά, οπότε και πήρε τηλέφωνο το γιο του για να του πει ότι τελικά την εγκρίνει (επισημαίνοντάς του πάντως ότι δεν χρειαζόταν να πει τη λέξη «panties» και ζητώντας του να αφαιρεθεί η σχετική σκηνή). Ποιός είναι ο τελευταίος άνθρωπος του κόσμου που θα φανταζόσουν υπό το μάτι του πατρικού ελέγχου και υπό το δάκτυλο της πατρικής αποδοκιμασίας; Ο Τζέιμς Στιούαρτ; Αυτός λοιπόν. Μιλάμε για μισό αιώνα πριν όμως. Άλλοι καιροί άλλα ήθη.

Διαβάζω μια συνέντευξη της δημιουργού του  «Αttenberg», Αθηνάς Τσαγγάρη, όπου λέει για τον πατέρα της: «Έχουμε συμφωνήσει πως δεν θα έρθει να δει το “Attenberg”». Προφανώς η μία ιστορία είναι διαφορετική από την άλλη, προφανώς και οι λόγοι που το συμφώνησαν δεν έχουν να κάνουν με το ότι η ταινία αντίκειται στα τωρινά χρηστά ήθη, αλλά σχετίζονται με το ότι η ταινία επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στη σχέση κόρης – πατέρα της, ενώ διαδραματίζεται στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, όπου η Τσαγγάρη όντως έζησε μερικά από τα πρώτα χρόνια της ζωής της, προφανώς δηλαδή δεν θέλουν να μπερδέψουν την μυθοπλασία με την πραγματικότητα, να αρχίσουν τα «έτσι θα ήθελες να είμαι;», «έτσι θα ήθελες να είναι η σχέση μας;» κ.ο.κ. Νά όμως που όσο και αν οι καιροί και τα ήθη πράγματι αλλάζουν, υπάρχει και ένας πυρήνας των πραγμάτων που δεν αλλάζει τόσο εύκολα, ένας πυρήνας που παραμένει ανθεκτικά αναλλοίωτος: φαίνεται πως τα θέματά μας με τους γονείς μας ποτέ δεν επιλύονται οριστικά, μένοντας πάντοτε εκκρεμή, πάντοτε με υπόλοιπα, όσο και αν μεγαλώνουμε και εμείς κι εκείνοι.

Η ηρωίδα της ταινίας, η Μαρίνα (η βραβευμένη στη Βενετία για την -εξαιρετική πράγματι- ερμηνεία της  Αριάν Λαμπέντ), είναι 23 χρονών και η σχέση της με το σεξ είναι μέχρι σήμερα ανύπαρκτη. Είναι μπερδεμένη, αλλά περισσότερο από μπερδεμένη είναι αδιάφορη έως ασεξουαλική. Εξερευνά το σώμα της σαν να είναι απεξαρτημένο από συναισθήματα ή επιθυμίες. Το φιλί δεν είναι φιλί, αλλά κίνηση του στόματος και της γλώσσας. Σηκώνει την μπλούζα της για να δείξει όχι αυτό που η μπλούζα έκρυβε μπροστά αλλά αυτό που η μπλούζα έκρυβε πίσω, για να δείξει όχι τα γυμνά της στήθη αλλά τις γυμνές της ωμοπλάτες. Τις κινεί παλινδρομικά. Η απροσδόκητη πίσω όψη της σεξουαλικότητας. Ή της έλλειψής της. Της φαίνεται διαφορετικό, της φαίνεται αστείο, της φαίνεται όμορφο; Ίσως της φαίνεται φυσικό, ίσως προτιμά τη κίνηση του σώματος που είναι σκέτη τέτοια και δεν απαιτεί συμμετοχή εσωτερικού κόσμου. Ζει τη σεξουαλικότητά της αλλά και τις σχέσεις της με τους ξένους σαν ντοκιμαντέρ του Σερ Ντέιβιντ Ατένμπορο. Αλλά αυτός ανταλλάσσει βλέμματα με τους γορίλες και συναρπάζεται από την ψυχική επαφή. Ήρθε ο καιρός και για εκείνη να κάνει το ίδιο, τώρα που χάνει τον πατέρα της;

Παρ΄όλες τις αισθητικές και θεματικές συγγένειές της με τον «Κυνόδοντα» (η Τσαγγάρη είναι συμπαραγωγός του «Κυνόδοντα», ο Λάνθιμος συμπρωταγωνιστής και συμπαραγωγός του «Αttenberg») εκείνος ήταν μια απόλυτα ολοκληρωμένη ταινία, μια ταινία υποδειγματικής σύλληψης και εκτέλεσης, ενώ το «Αttenberg» αφήνει –μου αφήνει, για να ακριβολογήσω- την αίσθηση ενός έργου ημιτελούς, ενός έργου που του λείπουν μερικά κρίσιμα συστατικά για να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που είναι: μια ευπρόσδεκτη και ενδιαφέρουσα ταινία, αλλά ως εκεί. Το σύμπαν του «Κυνόδοντα» δεν είχε ρωγμές, η σύμβασή του για την κατάσταση των ηρώων του σε έπειθε και μπορούσε να λειτουργήσει τόσο κυριολεκτικά όσο και  μεταφορικά. Εδώ δυσκολεύεσαι αρκετά να σκεφτείς το παρελθόν της Μαρίνας και του πατέρα της, το παρελθόν της με τη φίλη της την Μπέλα, δυσκολεύεσαι να καταλάβεις από πού ακριβώς έρχεται η Μαρίνα. Αντίθετα το πού πηγαίνει είναι και αρκετά σαφές και αρκετά φωτεινό (ή έτσι προτιμώ να το εισπράττω εγώ τουλάχιστον). Απλά, όταν δεν έχεις καταλάβει πλήρως το «γιατί ως τώρα έτσι» της ηρωίδας, το «από εδώ και πέρα» της δεν έχει το ανάλογο βάρος, δεν πετυχαίνει να κερδίσει τον ανάλογο βαθμό συμμετοχής σου, πολύ περισσότερο όταν εσκεμμένα η Τσαγγάρη επιλέγει να προσεγγίσει από απόσταση τις συγκινητικές καταστάσεις της ταινίας. Στον «Κυνόδοντα» φόρμα και περιεχόμενο αλληλοσυμπληρώνονταν, στο «Αttenberg» η χημεία δεν είναι εξίσου επιτυχημένη, με την ευθύνη να ανήκει κυρίως στο περιεχόμενο. Η Τσαγγάρη έχει λαμπρή εικαστική προϊστορία (έχει μεταξύ άλλων σκηνοθετήσει βίντεο για τις Τελετές των Ολυμπιακών, το Μουσείο της Ακρόπολης, το «2»)  γεγονός που εξηγεί ότι οι σκηνές που εντυπώνονται περισσότερο στο μυαλό είναι (μαζί με τα έξοχα πλάνα του βιομηχανικού τοπίου) εκείνες που  θα ταίριαζαν και σε ένα εικαστικό δρώμενο (η Μαρίνα και η Μπέλα που πηγαίνουν αγκαζέ βόλτες σαν να εκτελούν χορογραφίες, μια φορά με τη συνοδεία αυτού του τραγουδιού, η εστίαση στις ποδιές τους).

Κλείνοντας, θα ήταν παράλειψη να μην πω πόσο εξαιρετική εντύπωση μου έκανε η μικρού μήκους ταινία που προβάλλεται μαζί με το «Attenberg», το «Casus Belli» του Γιώργου Ζώη: ένα στα όρια του σκασμού γεμάτο καρότσι σούπερ μάρκετ, μια πολύ μεγάλη ουρά, οι σχέσεις αιτίου και αιτιατού ανάμεσα στους κρίκους της κοινωνικής αλυσίδας, το αιτιατό που μετατρέπεται σε αιτία για την οποία ξεσπά ο αντεστραμμένος πόλεμος, μια ιδιοφυής κινηματογραφική παραβολή.