Ξεκινάς με δυσπιστία απέναντι στον τίτλο: «Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό». Σκέφτεσαι ότι τόσο προβοκατόρικοι τίτλοι, που λειτουργούν σαν κλικ-μπέιτ, συνήθως προσπαθούν να κρύψουν μια γύμνια περιεχομένου, συνήθως προσπαθούν να φέρουν με εξωκινηματογραφικά δέλεαρ τον κόσμο στις αίθουσες. Αλλά σύντομη παρένθεση: ο κόσμος ξανά στις αίθουσες, επιτέλους ο κόσμος ξανά στις αίθουσες.

Η ταινία ξεκινάει, το περιεχόμενό της θα φανεί αν έχει γύμνια, από το πρώτο της όμως πλάνο σε παίρνει από τα μούτρα με κυριολεκτική γύμνια, με κυριολεκτικό πορνό (;). Η λέξη πορνό είναι θέμα ορισμού (και θα επανέλθουμε στη συνέχεια στους ορισμούς). Εν πάση περιπτώσει, η ταινία ξεκινάει δείχνοντας μας γεννητικά όργανα, στοματικό έρωτα, διείσδυση. Ένας άντρας και μια γυναίκα γυρνάνε ένα ερασιτεχνικό ερωτικό βίντεο σε ένα μικρό δωμάτιο, η πόρτα θα χτυπήσει, ένας ηλικιωμένος συγγενής που μένει στο σπίτι θα ζητήσει κάτι καθημερινό, θα του πουν ότι δεν μπορούν τώρα, το βίντεο θα συνεχίσει να γυρίζεται.

Ήταν ο πρόλογος της φετινής Χρυσής Άρκτου του Φεστιβάλ του Βερολίνου, ενός έργου που θα ξεδιπλωθεί σε πρόλογο, τρία κεφάλαια και τρία εναλλακτικά φινάλε του τελευταίου κεφαλαίου, ενημερώνοντάς μας μάλιστα στην αρχή, ότι αυτό που θα παρακολουθούμε είναι το «Προσχέδιο μιας δημοφιλούς ταινίας».

Στο πρώτο κεφάλαιο μαθαίνουμε ότι η πρωταγωνίστρια του βίντεο είναι καθηγήτρια σε γυμνάσιο, ότι το βίντεο ανέβηκε στο ίντερνετ από τον άντρα της (με τον οποίο και το γύρισαν) κι από εκεί δεν άργησε καθόλου να βρεθεί στα κινητά και τα λάπτοπ όλων, με αποτέλεσμα να έχει προκύψει μέγα σκάνδαλο. Η πληροφορία ως προς την πλοκή είναι λίγο πολύ αυτή. Και θα δούμε για πάρα πολύ ώρα την πρωταγωνίστρια να περπατά στο Βουκουρέστι και να κάνει ψώνια στο Βουκουρέστι, μέχρι να αντιληφθούμε ότι δεν είναι η πόλη φόντο στην ιστορία της, αλλά η ιστορία της πρόσχημα για να κινηματογραφηθεί η πόλη.

Κι έχουν αρχίσει να κουμπώνουν απορριπτικά όλα μέσα σου, από τον τίτλο, ως την ευκολία της πρόκλησης με την κινηματογράφηση σεξουαλικών πράξεων, μέχρι μια κάμερα που μοιάζει συχνά να αυτοσχεδιάζει, σαν το Βουκουρέστι να βιντεοσκοπείται εξίσου ερασιτεχνικά όπως το ερωτικό βίντεο, σαν να βρισκόμαστε σε εκπομπές τηλεοπτικών τουριστών τύπου Τάσου Δούση και Ευτύχη Μπλέτσα. Οκ, με μια βασική διαφορά: ότι εστιάζει σε πλευρές της πόλης και της ζωής όχι τυπικά αξιοθέατες, σε μια πόλη εργοτάξιο και χαώδη, με συχνές αντιδικίες ανάμεσα στους κατοίκους για ψύλλου πήδημα. Ακόμα κι έτσι όμως, το συμπέρασμα αρχίζει να παγιώνεται: έχεις αντιπαθήσει σφόδρα το ατυχές πήδημα, το παλαβό πορνό και τη δηθενιά τους.

Κι ύστερα έρχεται το δεύτερο μέρος. Ένα «μικρό λεξικό ανεκδότων, σημείων και θαυμάτων». Με αλφαβητική σειρά ο Ράντου Ζούντε θα αναφερθεί σε μια σειρά από θέματα και καταστάσεις, με αντιμετώπιση άλλοτε φιλοσοφική, άλλοτε ιστορική, άλλοτε υπαρξιακή, με ύφος άλλοτε ειρωνικό, άλλοτε σοβαρό, άλλοτε βαρύ, ακροβατώντας ανάμεσα σε νοήματα και διαθέσεις με μια ελευθερία αξιοθαύμαστη και εντελώς σπάνια.

Και αν στα πρώτα λήμματα έχεις ακόμα την ξινίλα που πρόλαβες να αποκτήσεις, διαπιστώνεις ότι δεν μπορείς να αντισταθείς για πολύ, ότι γουστάρεις πάρα πολύ, καθώς μεταστρέφεσαι μέσα σε ελάχιστα λεπτά εκατόν ογδόντα μοίρες από την προηγούμενη σου στάση, καθώς συνειδητοποιείς ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα δημιουργό που προσπαθεί να εξαπατήσει μην έχοντας κάτι να πει, αλλά αντίθετα με έναν δημιουργό με μεγάλο πλούτο ιδεών, ένα δημιουργό που είτε πέτυχε είτε όχι η τελική σύνθεσή του είναι ένα άλλο ζήτημα, πάντως σαφώς δεν έχει μπει στο γήπεδο χωρίς εφόδια.

Δεν θυμάμαι ποιο λήμμα είναι αυτό. Ένας μεγάλης ηλικίας άνδρας πάει στον ψυχίατρο. Δεν μπορεί να κουνήσει το δεξί του χέρι, το οποίο έχει παραλύσει χωρίς καμία ανιχνεύσιμη ιατρική αιτία. Κάθε ψυχοθεραπευτική προσέγγιση του προβλήματος αποτυγχάνει επίσης. Μέχρι που ο ψυχίατρος έχει μια έμπνευση. Φωνάζει δυνατά: «Χάιλ Χίτλερ!». Ο ασθενής αυτομάτως θεραπεύεται.

Το ιντερλούδιο τελειώνει, έρχεται η ώρα του τρίτου μέρος στο οποίο η καθηγήτρια έρχεται αντιμέτωπη με συνέλευση των γονέων και κηδεμόνων της τάξης της, υπό το διαρκή ήχο σειρήνων . Εδώ τα στρατόπεδα είναι λιγότερο πολύχρωμα και περισσότερο ασπρόμαυρα, ο Ζούντε είναι με το μέρος της ηρωίδας του και απέναντι στους γονείς – κατήγορους, έχει όμως μπόλικα αποθέματα σκωπτικά ανατρεπτικής διάθεσης, ώστε ακόμα και το δικό του κατηγορώ προς τους κατήγορους γίνεται με δάχτυλο που σηκώνεται μεν, αλλά περισσότερο περιγελά παρά κατακεραυνώνει.

Και εντελώς ενδεικτικό της γενικότερης οπτικής του ως καλλιτέχνης είναι το πώς καταφέρνει να ενσωματώσει στην ταινία του το ζήτημα κόβιντ και μάσκες. Η πρώτη ταινία ή σειρά που θυμάμαι να βλέπω, με τους ηθοποιούς να φορούν μάσκες, καταφέρνει και να αποτυπώνει την πανδημική πραγματικότητα και ταυτόχρονα να τη διακωμωδεί. Και όταν αφήσουμε οριστικά πίσω μας την πανδημία, θα θυμόμαστε με μελανά χρώματα ένα σωρό άλλες πτυχές της, αλλά η μασκοφορία έχει κι αυτή την πολύ αστεία διάσταση, την οποία ο Ζούντε αξιοποιεί στο έπακρο, ακριβώς μάλλον γιατί, παρόλη τη χρησιμότητά της, η μασκοφορία φλέρταρε και εξακολουθεί να φλερτάρει στην πράξη πάντα με το παράδοξο.

Σε ένα από τα λήμματα του λεξικού του, ο Ζούντε αναφέρεται και στο πορνό. Ήταν λοιπόν πορνό αυτό που είδαμε στον πρόλογο; Με τι βλέμμα το είδαμε; Όταν οι σκηνές που παρακολουθήσαμε στη μεγάλη οθόνη επαναλαμβάνονται μέσα από ένα τάμπλετ στη συνέλευση των γονέων, πώς κοιτούν αυτοί; Υπάρχει πορνό χωρίς το βλέμμα που θα το κάνει τέτοιο; Ποια είναι η μεγαλύτερη ανάγκη μας απέναντι σε ένα ερασιτεχνικό ερωτικό βίντεο που διαρρέει στο ίντερνετ; Να το παρακολουθήσουμε ηδονοβλεπτικά ή να το καταδικάσουμε ηθικοπλαστικά; Πώς μπλέκεται η μία με την άλλη, πως γεννά η μία την άλλη, τίνος είναι η ντροπή και τίνος η έλλειψή της;

Σε ένα άλλο από τα λήμματα του λεξικού, ο Ζούντε αναφέρεται και στο τι είναι τελικά αξιοθέατο, τι είναι τελικά ταξίδι. Μπορούμε να βγαίνουμε κάθε μέρα από την πόρτα του σπιτιού μας και να ξαναβλέπουμε τον κόσμο από την αρχή. Αν διατηρώ μια ένσταση, είναι ότι στο πρώτο μέρος εκείνος δεν βλέπει έτσι το Βουκουρέστι. Το αποτυπώνει μεν πέραν της αξιοθέατης διάστασής του, αλλά το καταγράφει ως κάτι προβληματικό, μην αφήνοντας στο βλέμμα του χώρο για την ομορφιά και την έκπληξη. Σε επίπεδο δρόμων, χάους, αναρχίας, επιθετικότητας, τοξικότητας, ταξικότητας το Βουκουρέστι του θυμίζει έντονα Αθήνα, ίσως ένα κλικ πιο πέρα απ’ την Αθήνα. Οι αντιλήψεις οι ρατσιστικές, οι ομοφοβικές, οι συνωμοσιολογικές, οι σεξιστικές, οι εθνικιστικές, οι φασίζουσες της ρουμανικής κοινωνίας που διέπουν και τα τρία μέρη, μοιάζουν να είναι δυο κλικ πιο πέρα από εκείνες της ελληνικής, αλλά πάντως δεν ακούγονται τόσο ξένες.

Η Δύση σέρνει τον χορό της προοδευτικότητας των αντιλήψεων και ακολουθούμε μετατρεπόμενοι σε πιο ανεκτικοί με διαφορά φάσης, η Ελλάδα μια φάση πιο γρήγορα απ’ τα υπόλοιπα Βαλκάνια. Αν τώρα η Δύση έχει με τη σειρά της ένα σωρό άλλα βαριά δομικά κακά, δεν είναι δουλειά του Ζούντε να τα επισημάνει (αν και σε ένα λεξικό που ανοίγει προς διάφορες κατευθύνσεις θα μπορούσε να υπάρχει και προς τα εκεί κάποια στόχευση).

Δουλειά του πάντως είναι να μιλήσει για τη δική του χώρα, για τη δική του κοινωνία. Και την κάνει καλά. Και δεν είναι κολακευτικό αυτό που μας δείχνει. Η αξία της ταινίας του δεν έγκειται όμως τόσο σε όσα καταγγέλλει, αλλά στον λοξό τρόπο που επιλέγει να τα φωτίσει. Και η ακόμη μεγαλύτερη αξία της του έγκειται τελικά σε όλες τις δημιουργικές ελευθερίες που παίρνει και ιδιαίτερα στο λεξικογραφικό μεσαίο μέρος που δεν θυμίζει τίποτα και που είναι σαν να κάνει σινεμά ο Κούντερα ή ο Άμπροουζ Πιρς. Δεν ξέρω αν το ευφορικό και πικρόχολο και ζοφερό και όλα μαζί ταυτόχρονα αυτό ιντερλούδιο θα κερδίσει κάποια θέση σε ανθολογίες του μέλλοντος, έχει σίγουρα όμως κερδίσει μια θέση στην καρδιά μου.