«Γιατί δικό σου είναι το βασίλειο
γιατί δική σου είναι η ζωή/ γιατί η ζωή είναι δική σου
δική σου/ αυτός είναι ο τρόπος
που ο κόσμος τελειώνει
όχι με ένα πάταγο αλλά με ένα λυγμό»
.
(Τ. Σ. Έλιοτ, «Οι κούφιοι άνθρωποι», μτφρ. Αριστοτέλης Νικολαΐδης)

Η ζωή σε κύκλους: «οι μέρες της αφθονίας» και «ο δρόμος της απώλειας». Έχει ξαναπεράσει η ανθρωπότητα από ‘δω, από δρόμους όπου βιτρίνες διακοσμημένες με χριστουγεννιάτικα στολίδια και ταμπέλες «ενοικιάζεται» διαδέχονται η μία την άλλη, από φάσεις όπου οι ζωές λαμπυρίζουν, κι άλλοτε πάλι χάνονται στο σκοτάδι. Όταν η αλλαγή είναι τόσο βίαιη που δε βρίσκεις τρόπο να την εκφράσεις, μαθαίνεις να κάνεις έναν κύκλο πίσω, στο ήδη βιωμένο, και να βρίσκεις τις φωνές εκείνες που κατάφεραν να μιλήσουν γι’αυτό που χάθηκε.

Ο προφήτης της απώλειας για τη σύγχρονη ανθρωπότητα ήταν Αμερικανός και λεγόταν Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Γεννήθηκε το 1896 και πέθανε το 1940. Έζησε σχεδόν δύο πολέμους και δημιούργησε στο ανάμεσό τους, στα χρόνια που ο δυτικός κόσμος ζούσε με ήχους: με μπουμ (boom) και με κραχ. Έγραψε τεσσεράμιση μυθιστορήματα και περισσότερες από 160 ιστορίες μικρού μήκους. Στην Ιστορία έμεινε για όλα τα λάθος στερεότυπα. Χαρακτηρίστηκε ως η φωνή της χαμένης γενιάς του Μεσοπολέμου, ως η ενσάρκωση των δύο όψεων του αμερικανικού ονείρου -της λάμψης και της παρακμής-, εγκλωβίστηκε -και αυτοεγκλωβίστηκε- στην εικόνα του κοινωνικού σταρ που γεύτηκε τη μεγάλη ζωή ώσπου οι κραιπάλες του τον κατάπιαν, και όλα αυτά σε δημόσια θέα.

Καλλιτεχνικά, έζησε στιγματισμένος. Ήταν ο εμπορικός, που πουλούσε τις ιστορίες του στα περιοδικά για να συντηρεί τον αλκοολισμό του (η «πόρνη των 4.000 δολαρίων» έγραψε ο ίδιος στον άσπονδο φίλο του, Χέμινγουεϊ), ο ανεπαρκώς σοφιστικέ με τις περιορισμένες ιδέες, ο ανεπίδεκτος στην εκμάθηση βασικών κανόνων αρχιτεκτονικής κειμένου, ο αιωνίως επαναλαμβανόμενος. Χρειάστηκαν χρόνια, και φυσικά ο θάνατός του, για να βρει τη θέση του στο λογοτεχνικό κανόνα και στις λίστες των απαραίτητων αναγνωσμάτων.

Στην πραγματικότητα, ο Φιτζέραλντ ήταν ένας ακούραστος εργάτης των λέξεων που κατάφερε να κάνει δικές του με λυρικότητα και φυσικότητα πρωτόφαντη, που έστησε τη γέφυρα ανάμεσα στο δύοντα ρομαντισμό και τον ανατέλλοντα μοντερνισμό, που επέμενε να μιλάει για ιδεαλισμό στην εποχή που απαιτούσε ρεαλισμό, που ανέτρεψε τον Ντεκάρτ μιλώντας για το «αισθάνομαι, άρα υπάρχω». Ένας κινηματογραφιστής του χαρτιού που δημιούργησε σύμπαντα ολόκληρα, ολοζώντανα, που κατάφερε να συγκεράσει το κοινωνικό με το ατομικό, με έναν τρόπο που έκανε τον αναγνώστη του να αισθάνεται ένας και ένας ανάμεσα σε πολλούς ταυτόχρονα. Που έμοιαζε πράγματι, όπως όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, να διηγείται συνεχώς την ίδια, έντονα αυτοβιογραφική, ιστορία, ώσπου να καταφέρει να μιλήσει για την πιο σημαντική από όλες τις απώλειες, αυτή του εαυτού που σπαταλιέται μέσα στο ανεξέλεγκτο κοινωνικό χάος.

Για τους Αμερικανούς, ο Φιτζέραλντ είναι κάτι σαν εθνικός συγγραφέας. Για τους υπόλοιπους είναι αυτός που έγραψε τον Υπέροχο Γκάτσμπι, η κινηματογραφική μεταφορά του οποίου, στην εκδοχή μάλιστα του ποπ υπερθεάματος διά χειρός Μπαζ Λούρμαν, τον ξαναέφερε πρόσφατα στην επιφάνεια. Μεθυσμένα πάρτι, ακριβά ενδύματα, η χρυσή τζαζ δεκαετία του ’20 (η χαμένη δεκαετία θα γράψει αργότερα ο Φιτζέραλντ): η ζωή όπως υπήρξε κάποτε στις μέρες της αφθονίας. Και η τραγική κατάληξη ενός μεγάλου ατελέσφορου έρωτα, απόηχου του πρώτου αισθηματικού τραύματος του νεαρού Σκοτ που δεν έκλεισε ποτέ, που εξορθολογίζει την εμμονική προσκόλληση στο παρελθόν και προαναγγέλει το σταδιακό τέλος μιας εποχής, μιας ζωής που βιώθηκε σαν όνειρο σε κοινή θέα.

Δέκα χρόνια αργότερα
, εν μέσω της νεωτερικής σύγχυσης και της ξεφουσκωμένης πραγματικότητας, το πάρτι θα τελειώσει οριστικά. Κάποιοι θα ξεμείνουν να περιφέρονται με αδειανά τα κρυστάλλινα ποτήριά τους, αναλογιζόμενοι γιατί σταμάτησε να παίζει η ορχήστρα, όμως για τον Φιτζέραλντ έχει ήδη ξεκινήσει μια απότομη, οδυνηρή πτώση. Ήδη με το «Babylon Revisited» του 1931 ο Φιτζέραλντ ξαναγράφει την αλφαβήτα της απώλειας, αλλά είναι με το «Tender is the night» του 1934 που βρίσκει την πραγματική του φωνή για να καταφέρει επιτέλους να καταστήσει σαφές ότι αυτό που έχουμε να θρηνήσουμε στο θολό νεωτερικό παρόν δεν είναι απλώς το φάντασμα του παρελθόντος, ένα νεανικό έρωτα ή την κοινωνική μας αίγλη, αλλά την ατομική μας, αδιαίρετη ταυτότητα.

Στην ελεγεία της τρυφερής του νύχτας, βαπτισμένη από το στίχο του αγαπημένου του ρομαντικού ποιητή John Keats, ο Φιτζέραλντ μιλάει για τη βαθιά μελαγχολία που συνοδεύει την αποτυχία της πραγματικής ζωής, καταγράφοντας την πορεία του άλτερ έγκο του, Ντικ Ντάιβερ, προς το ξόδι και το ξόδιασμα του εαυτού. Μια πορεία κατηφορική, όπου ο εαυτός, χτισμένος κάπως πρόχειρα ή επιπόλαια, καταρρέει ανερμάτιστος υπό το βάρος των κοινωνικών συνθηκών που έως τότε τον έτρεφαν, αλλά τώρα στις μέρες της απώλειας δε συγχωρούν αδυναμίες. Κάποιες φορές τα ρίσκα που παίρνεις σου βγαίνουν, κάποιες όχι. Είναι η πιο προσωπική, η πιο αυτοβιογραφική, η πιο ώριμη στιγμή της μυθοπλασίας του Φιτζέραλντ, η χαρτογράφηση του σύμπαντός του και το σχεδίασμα του «επικήδειου» που θα δημοσιεύσει σε συνέχειες σε περιοδικά και το οποίο θα εκδοθεί μετά το θάνατό του υπό τον τίτλο «Το ράγισμα»: θα εξακολουθήσει να είναι συγγραφέας, αλλά η συναισθηματική εξάντληση θα τον κάνει να πάψει να είναι άνθρωπος.

Μια άλλη νύχτα, σχεδόν οχτώ δεκαετίες αργότερα, προσπαθεί να αναπαραστήσει στη Θεσσαλονίκη αυτό το ιδιότυπο, απρόσιτο και πολυδιάστατο σύμπαν του Φιτζέραλντ. Λογοτεχνικές διαλέξεις, κινηματογραφικές αναλύσεις, θεατρικές αναγνώσεις στο Οξυγόνο την προσεχή Πέμπτη σε μια βραδιάαφιέρωμα στον Φιτζέραλντ, με αφορμή την επανέκδοση στα ελληνικά του «Τρυφερή είναι η νύχτα» σε μετάφραση Μιχάλη Μακρόπουλου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Μια μετάφρασημεταγραφή ουσιαστικά, αλλά αξιοσημείωτη, δεδομένης της ιδιαιτέροτητας της πρόζας του Φιτζέραλντ που αυτομάτως την κατατάσσει στην κατά Γιάκομπσον κατηγορία των μη μεταφράσιμων κειμένων. Την ίδια στιγμή, η ελληνική εκδοχή ατυχώς αποκλίνει από το πρωτότυπο Φιτζεραλντικό σύμπαν, καθώς απαρνείται την αρχική επιλογή της μη-γραμμικής χρονολογικής αφήγησης, που αποτυπώνει εναργέστερα τον κατακερματισμό της νεωτερικής συνθήκης, ακολουθώντας μεταγενέστερες εκδόσεις που επεδίωξαν, κατόπιν αυστηρής κριτικής, να ξεκαθαρίσουν το τοπίο. Και σε «ξένη γλώσσα» ακόμη, τακτοποιημένη -έστω σε σειρά- η φωνή του Φιτζέραλντ ηχεί καθάρια στη σύγχρονη εποχή της απώλειας: αυτό που χάνεται όταν οι άνθρωποι πέφτουν, δε μετριέται με αριθμούς ή με μοντέλα στάθμισης, αλλά με λυγμούς.