Οι εικαστικοί Ειρήνη Καραγιαννοπούλου, η Άννα Λάσκαρη, η Ειρήνη Μπαχλιτζανάκη και η Αναστασία Παύλου διερευνούν το πιθανό έδαφος της έννοιας του παιχνιδιού μέσα από διαφορετικά μέσα, πρακτικές και χειρονομίες στον νέο χώρο της πλατφόρμας του Automatic Transmission στην Μ. Αλεξάνδρου 95, στον Κεραμεικό από τις 10 Οκτωβρίου σε επιμέλεια Χριστίνας Πετκοπούλου, στην έκθεση Playing ground.  

Μέσα στους επόμενους μήνες το Automatic Transmission θα επιδιώξει να δημιουργήσει ένα ζωντανό αρχείο που μελετά την έρευνα σχετικά με την έννοια του παιχνιδιού και του παίζειν στη σύγχρονη τέχνη ανοίγοντας διεπιστημονικό διάλογο μεταξύ της εικαστικής έκθεσης, ερευνητών και του κοινού μέσω ανοιχτών συζητήσεων, εργαστηρίων, εκπαιδευτικών προγραμμάτων και προσθήκης υλικού στην διαδικτυακή πλατφόρμα του automatictransmission.gr. Το δημόσιο πρόγραμμα του χώρου θα εγκαινιαστεί στις 10/10 με την performance της Κατερίνας Γιαννούλη στα εγκαίνια της έκθεσης, στις 20:00.

Η νηφαλιότητα και παραφροσύνη, ο ορθολογισμός και ο συναισθηματισμός, η αίσθηση της ύπαρξης του σκοπού και αυτή της απουσίας του κατασκευάζουν διαρκώς ευμετάβλητους, ενδιάμεσους χώρους. Σε αυτό το ευάλωτο και διαρκώς εξελισσόμενο έδαφος, αμφισβητώντας την αναγκαιότητα των δίπολων εντοπίζεται η πρακτική του παιχνιδιού. Εκεί όπου αναδιαρθρώνονται ελεύθερα τα ιεραρχικά σχήματα, αμφισβητείται η κανονικότητα και καλούμαστε να επανεφεύρουμε τον κοινό τόπο.

Το παιχνίδι, διαρκώς παρόν στη σύγχρονη κουλτούρα βρέθηκε να είναι αντικείμενο πολύπλοκων και συχνά ευρηματικών μηχανισμών ελέγχου ακριβώς εξαιτίας της ανατρεπτικής και απρόβλεπτης φύσης του: την απόλυτη ταύτιση του με την παιδική ηλικία, την αφέλεια και τη νωχελικότητα, τη χρήση του ως εκπαιδευτικό μέσο διάδοσης των κοινώς αποδεκτών αξιών και συμπεριφορών. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα στο πλαίσιο μια ευρύτερης επικοινωνιακής στρατηγικής που αφορούσε την στροφή στο συλλογικό, οι πολιτιστικοί θεσμοί χρησιμοποίησαν το παιχνίδι και την τέχνη για να εξυπηρετήσουν ένα νέο, κοινωνικά ευαίσθητο πολιτιστικό μοντέλο. Οι συμμετοχικές πρακτικές στην τέχνη και το δημόσιο πρόγραμμα των θεσμών σχεδιάστηκαν με βάση το τρίπτυχο: «παίξε-δημιούργησε-μάθε» και αποτέλεσαν απόπειρες διοχέτευσης της πρακτικής του παιχνιδιού στα ίδια κανάλια όπου παράγονται οι κυρίαρχες αφηγήσεις. Στην ίδια κατεύθυνση, οι καλλιτέχνες καλούνται να οριοθετήσουν τις φύσει παιγνιώδεις ενέργειες του πειραματισμού, της δημιουργίας και της διάδρασης με το υλικό και το άυλο προκειμένου να εναρμονιστούν με τις εξελίξεις της βιομηχανίας της τέχνης.

Ωστόσο, τα παιχνίδια χωρίς επίβλεψη έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν απρόσμενα, να παράξουν ενοχλητικές συνθήκες, αδιέξοδα ακόμα και απειλητικά περιβάλλοντα. Διαρρηγνύοντας τη συνθήκη του χρόνου και του χώρου και κατά συνέπεια τις δομές και τους ρόλους που οικοδομούνται πάνω σε αυτές, δημιουργούν τα δικά τους, ανεξάρτητα πεδία μάχης. Σε αυτά τα σκοτεινά, ρευστά πεδία της σύγκρουσης, της παρορμητικότητας και της υπέρβασης του φανταστικού οι καλλιτέχνες και άλλοι παίκτες επισημαίνουν αυτό το οποίο απουσιάζει από το κανονικό: ό,τι έχει απορριφθεί, έχει παραβλεφθεί ή αποσιωπηθεί.

Ο Huizinga, το 1944 εκφράζοντας απροκάλυπτα την προτίμησή του στις παραστατικές τέχνες και την ποίηση ισχυρίζεται ότι η πρακτική εργασία που απαιτείται από τους «τεχνίτες» καθώς και η απουσία μιας «ορατής και δημόσιας δράσης» αφαιρεί από τις πλαστικές τέχνες την έννοια του παιχνιδιού. Δεν μένει έτσι παρά να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που ζητάμε να ενσωματώσει τελικά η σύγχρονη τέχνη μέσα από τις δημόσιες παρεμβάσεις, τα συλλογικά εγχειρήματα και τον καλλιτεχνικό ακτιβισμό. Είναι πράγματι αυτό που επιδιώκουμε η οικοδόμηση κοινοτήτων και η εγκαθίδρυση ενός κοινού χώρου με κατ’ ουσίαν πολιτικές προεκτάσεις ή μήπως απλούστερα η ζωντανή, τολμηρή κι επαναστατική εμπειρία του να συμμετέχει κανείς σε ένα παιχνίδι;

«Σε αυτήν την ένταση, την απόλυτη παράδοση, τη δύναμη της παραφροσύνης εντοπίζεται η πεμπτουσία, η πρωταρχική ποιότητα του παιχνιδιού». ~Huizinga, J.