Μέσα σε δέκα μόλις χρόνια, η Marvel έχει προβάλει δεκαεννέα ολόκληρες ταινίες, ενώ άλλες δεκατρείς είναι σε φάση παραγωγής. Πάνω από 15 δισεκατομμύρια δολάρια συνολικές εισπράξεις, με τα έσοδα συνέχεια να αυγατίζουν και τους «Εκδικητές: Ο Πόλεμος της Αιωνιότητας» να κάνουν το εμπορικότερο άνοιγμα παγκοσμίως.

«Γιατί ο Τhanos είναι μακράν ο πιο ανθρώπινος ήρωας από όσους εμφανίζονται στην ταινία»

Χωρίς να μπορώ να ξεχωρίσω πού ακριβώς ξεκινά και πού ακριβώς τελειώνει η ιδεολογική μου αντιπάθεια και πού ακριβώς ξεκινά και πού ακριβώς τελειώνει η αισθητική μου αντιπάθειά για το κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel και το σινεμά των υπερηρώων γενικότερα, από τις δεκαεννέα ταινίες έχω δει μόνο μία, τους πρώτους Avengers. Δεν είχα καν με τα κόμικς ποτέ σχέση για να με ψήσει η ιστορία, αν και υποπτεύομαι ότι ακόμη και να είχα πάλι θα με απογοήτευε αυτού του είδους η κινηματογραφική προσέγγιση. Ναι, πρέπει να βλέπεις για να κρίνεις, ναι, αν απορρίπτεις κάτι πρέπει να ξέρεις γιατί το απορρίπτεις, από την άλλη μερικές φορές στη ζωή λες ότι απλά δεν θέλω να το κάνω αυτό, επιλέγω να μην ξέρω τι κρυφές ενδεχομένως χάρες έχει αυτό το είδος του σινεμά. Παραδέχομαι λοιπόν ότι όσα θα πω είναι προϊόν μιας προκατάληψης, παραδέχομαι ότι δεν έχουν προκύψει παρακολουθώντας τις ως τώρα σαράντα πλας ώρες του σύμπαντος της Marvel. Έχω επιλέξει να μην δώσω αυτές τις σαράντα πλας ώρες από τη ζωή μου στη Μarvel. Δεν γίνεται να είσαι ανοικτός σε όλα. Πρέπει να κλείνεις κιόλας, πρέπει να λες ότι δεν με ενδιαφέρει κάτι, κι αν κάνω λάθος και χάνω κάτι, οκ το έχασα, δεν χάλασε κι ο κόσμος. Άλλωστε δεν θα τον αφήσουν ποτέ να χαλάσει και πάντα θα τον προστατεύουν από τις διαρκείς απειλές οι στρατιές των υπερηρώων.

Εξ ορισμού σχεδόν, δεκαεννιά συν δεκατρείς ταινίες με υπερήρωες δεν μπορεί να είναι κάτι καλό. Ένας κινηματογράφος της υπερπληθώρας, της υπερπροσφοράς, του υπερπληθυσμού υπερηρώων. Πέραν της τεράστιας εμπορικής επιτυχίας τι αποτύπωμα θα αφήσει; Έχει χτιστεί μια μυθολογία; Έχω την αίσθηση ότι αντί για μυθολογία είναι σαν ένα είδος φυγής από την πραγματικότητα, όπου ο κάθε υπερήρωας ξεχωριστά και όλοι μαζί σου λένε ότι τίποτα δεν έχει στα αλήθεια βάρος, τίποτα δεν έχει στα αλήθεια σημασία, τίποτα δεν έχει στα αλήθεια αλήθεια, όλα είναι μια φούσκα, ένα παραμύθι, ένα ναρκωτικό, φύγε, ξέφυγε, ναρκώσου, αποχαυνώσου, στέγνωσε, μείνε στεγνός, μείνε εντυπωσιασμένος, μείνε μαλάκας, γουάου, μπουμ, μπουμ, γουάου. Μπορείς να επανέρχεσαι στους υπερήρωες της Marvel με όρους κινηματογραφικής συγκίνησης; Μπορείς να έχεις κάποια σύνδεση μαζί τους και να ανακαλείς στη μνήμη σου όσα είδες να περνάνε; Περνάνε στα αλήθεια κάτι ή όλα περνάνε μπροστά από τα μάτια σου σαν κούφιο υπερθέαμα; Όλη αυτή η χλαπαταγή θα αφήσει πίσω της κάτι που να μείνει, ή μόνο ένα βουητό και μια ισοπέδωση;

Είναι κακό λοιπόν να υπάρχει και αυτό το είδος του σινεμά; Ηθικολογώ, το ξέρω, αλλά ναι, μου φαίνεται κακό ότι κυριαρχεί αυτό το είδος του σινεμά. Και προφανώς αναφέρομαι στην κυριαρχία του στο εμπορικό, λαϊκό, σινεμά των μπλοκμπάστερ, δεν κάνω συγκρίσεις με άλλου τύπου και άλλων απαιτήσεων ταινίες. Yπάρχει μια ατάκα σε μια αγαπημένη μου ταινία, το “Broadcast News”, όπου ο Άλφρεντ Μπρουκς μιλώντας για τον Ουίλιαμ Χαρτ ο οποίος είναι νέος φωτογενής αλλά ακαλλιέργητος άνκορμαν, λέει ότι είναι ο διάβολος. Και λέει ότι ο διάβολος δεν είναι κάποιος τύπος με μακριά κόκκινη ουρά, αλλά κάποιος που θα κατεβάζει λίγο λίγο τον πήχη των απαιτήσεών μας, κάποιος που θα κατεβάζει λίγο λίγο τα στάνταρ μας, κάποιος που θα νομιμοποιεί το φανταχτερό έναντι του ουσιαστικού. Και στο εμπορικό ψυχαγωγικό σινεμά το ουσιαστικό δεν χρειάζεται να είναι φιλοσοφικό δοκίμιο, αρκεί να είναι κάτι που να έχει λίγη ψυχή.

Έχοντας προλάβει να πω όλα αυτά τα λίαν αρνητικά, οι «Εκδικητές: Ο Πόλεμος της Αιωνιότητας» τις έχουν τις αρετές τους. Δεν ξέρω πώς θα εισέπραττα την ταινία αν είχα μπουχτίσει από το σινεμά της Marvel, αλλά η ταινία από μόνη της κάτι σου αφήνει. To «η ταινία από μόνη της» βέβαια μια κουβέντα είναι, αφού ξεκινάει από μια μέση (το σημείο όπου έχει τελειώσει μια προηγούμενη ταινία του franchise) και σταματάει σε κάποια μέση (περιμένοντας το σίκουελ του χρόνου), χωρίς να υπάρχει καν το ενδιαφέρον για κάποια προσχηματική έστω αυτοτέλεια.

Ο Μαρκ Ράφαλο που παλεύει να γίνει Hulk και μπλοκάρει και δυσλειτουργεί και δεν του σηκώνεται ο μάτσο εαυτός, έχει ενδιαφέρον. Υπάρχει επίσης μια αληθινά ξεκαρδιστική στιγμή στο διαστημόπλοιο των Φυλάκων του Γαλαξία. Και τα εφέ έχουν μια, ώρες ώρες και ειδικά στο τέλος, αληθινή κινηματογραφική ομορφιά. Αλλά το βασικό προσόν του «Πολέμου της Αιωνιότητας» είναι ο κακός του. Γιατί ο Τhanos είναι μακράν ο πιο ανθρώπινος ήρωας από όσους εμφανίζονται στην ταινία. Είναι ο μόνος που έχει κάτι που μοιάζει με ψυχή, είναι ο μόνος που έχει κάτι που μοιάζει με αλήθεια. Δεν είναι χάρτινος, δεν είναι μονοδιάστατος, μόνο το δικό του βλέμμα έχει αποχρώσεις, μόνο η δική του φωνή έχει οδύνη. Ζει σε ένα κόσμο με ηθικά διλήμματα. Οι αποφάσεις του ακόμη κι αν είναι εντελώς καταδικαστέες, ακόμη κι αν έχουν ένα παρανοϊκό σκεπτικό, βασίζονται πάντως σε δεδομένα και υπαρκτά προβλήματα. Η ατζέντα του σχεδόν ίδια με εκείνη του κακού στο “Ιnferno”: ο υπερπληθυσμός, η μη επάρκεια των διαθέσιμων πόρων, ο μη έλεγχος της ζωής θα σημάνει το τέλος της ζωής, η ανάγκη «διόρθωσης», η διόρθωση δια της μαζικής εξολόθρευσης πληθυσμών.

Από τη μια ο Thanos κι από την άλλη ένα τσούρμο καλαμπούρηδες. Από τη μια ένας τύπος που βασανίζει και βασανίζεται κι από την άλλη ένα τσούρμο υπερήρωες που κάνουν καλαμπούρια ο ένας με τον άλλο, κάνουν το εφέ τους, πονάνε χωρίς να πονάνε, χτυπάνε χωρίς να χτυπάνε, σκοτώνονται χωρίς να σκοτώνονται. Με τον Θάναρο λοιπόν. Με την κρυφή ελπίδα να τελειώσει φέτος η ανθρωπότητα στα αλήθεια, ώστε να μην προλάβει να προβληθεί του χρόνου το σίκουελ, με την κρυφή δηλαδή ελπίδα να τελειώσει το σύμπαν της Marvel με τον Θάνο μας θριαμβευτή. Γιατί και στον θρίαμβό του κουβαλά αμφιθυμία κι εσωτερικότητα.

Υπάρχουν δυο τρόποι να κοιτά κανείς το διάστημα. Ως τόπο για υπερηρωικές κλωτσοπατινάδες και ως τόπο μυστηρίου, εξερεύνησης, ταξιδιού, αποκρυπτογράφησης, επικοινωνίας. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή του πολύ ενδιαφέροντος ντοκιμαντέρ «Το Απώτατο Σημείο της Ανθρωπότητας».

Το 1977 η NASA εκτοξεύει δυο διαστημόπλοια, το Voyager 1 και το Voyager 2, με στόχο να φωτογραφήσουν και να μεταδώσουν πληροφορίες για τους μακρινότερους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος. Αρχικά τον Δία και τον Κρόνο και ενδεχομένως, αν όλα πήγαιναν καλά, και τον Ουρανό και τον Ποσειδώνα. Όλα πήγαν καλά και έκτοτε τα διαστημόπλοια, έχοντας ολοκληρώσει την κύρια φάση της αποστολής τους, συνεχίζουν το ταξίδι τους. Από το 2012 το Voyager 1 βγήκε εκτός του ηλιακού μας συστήματος, κάτι που αναμένεται να κάνει και το Voyager 2. Τα Voyager θα συνεχίσουν την πορεία τους και σε τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια από τώρα, όταν η γη θα έχει καταστραφεί, αυτά -αν δεν έχουν κάποιο ατύχημα- θα έχoυν παραμείνει σε κίνηση και θα αποτελούν μια κιβωτό που θα φέρει μέσα της τα σημάδια ότι κάποτε υπήρξαμε. Μεταφέρουν άλλωστε  τον χρυσό δίσκο που περιέχει ηχογραφήσεις τραγουδιών και χαιρετισμών από όλα τα μέρη της γης, εικόνες, οδηγίες.

Άλλοι από τους επιστήμονες που εμφανίζονται στο ντοκιμαντέρ έχουν μια θαυμαστή φιλοσοφική διάσταση στη σκέψη τους κι άλλοι μιλούν σαν ενθουσιασμένα γερασμένα νερντς που θα είχαν θέση στο Big Bang Theory. Οι επιστήμονες μιλούν για το απέραντο κενό ανάμεσα στα αστέρια, για τις τερατώδεις διαστάσεις του σύμπαντος. Εκφράζουν την άποψη πως δεν είμαστε μόνοι στο σύμπαν, αλλά πως είναι τόσες οι αποστάσεις που μάλλον δεν θα βρεθούμε ποτέ με άλλους πολιτισμούς. Μια φωτογραφία του Voyager του 1990 δείχνει τη γη μας σαν μια ωχρή μπλε κουκκίδα στο ηλιακό σύστημα. 

Οι υπολογιστές των Voyager έχουν υπολογιστική μνήμη 1/240.000 φορές όσο ένα σμαρτ φον. Τις εποχές της ψηφιακής αρχαιότητας ο άνθρωπος πήγε στο φεγγάρι, τις εποχές της ψηφιακής αρχαιότητας εκτόξευσε διαστημόπλοια που συνεχίζουν το ταξίδι τους έξω από το ηλιακό μας σύστημα. Δεν είναι μόνο η τεχνολογία το θέμα. Το θέμα είναι ο τρόπος αξιοποίησής της, το όραμα, το τι θέλουμε σαν ανθρωπότητα, σαν ανθρωπότητα που υπερκατοικεί μια ωχρή μπλε κουκκίδα στην άκρη του σκοτεινού πουθενά.