Οι υπόλοιποι έντεκα είναι σκέτοι μήνες. Ο Αύγουστος όμως είναι κατάσταση. Μια ημιαυτόνομη νησίδα χρόνου. Μια παύση και μια καύση. Δεν έχει να κάνει με το αν εργάζεσαι ή όχι. Υπάρχουν επαγγέλματα για τα οποία ο Αύγουστος είναι η εποχή της πιο σκληρής δουλειάς. Τόσο για αυτούς που δουλεύουν, όσο και για εκείνους που δεν δουλεύουν, ο Αύγουστος είναι κατάσταση, μια ημιαυτόνομη νησίδα χρόνου, μια παύση και μια καύση.

Mπροστά μας πάλι ο Αύγουστος και το ανελέητο φως του. Μπροστά μας πάλι ο Αύγουστος, έτοιμος να μας ρουφήξει σαν μαύρη τρύπα. Θα ταλαντωθούμε κι αυτόν τον Αύγουστο ανάμεσα στις ζωτικές μας αυταπάτες και την αλήθεια μας, ανάμεσα στις αυταπάτες που μετατρέπονται σε αλήθεια και την αλήθεια που μετατρέπεται σε αυταπάτη. Από όπου μπορεί να κρατηθεί ο καθένας: από μέσα του, από τους άλλους, από το βλέμμα του επάνω στους άλλους, από το βλέμμα των άλλων επάνω του, από τη ζωή, από το βλέμμα του επάνω στη ζωή, από το βλέμμα της ζωής επάνω του, από τα χρόνια που περνούν, από τους Αύγουστους που περνούν, από τον κάθε Αύγουστο που ο χρόνος περνά σε καθεστώς Αυγούστου. Και σιγοκαίγεται. Και περπατά τυφλά, άλλοτε προς τα μπρος, άλλοτε προς τα πίσω, άλλοτε κάνοντας κύκλους γύρω απ’ το ίδιο σημείο.

Κανείς ποτέ δεν είναι στα αλήθεια έτοιμος για τον Αύγουστο. Θα μπούμε πάντα μέσα του ανέτοιμοι, θα βγούμε πάντα από μέσα του αλλιώτικοι. Αλλά δεν μαθαίνουμε ποτέ το μάθημά μας. Μας τρομάζουν χίλια τόσα άλλα, οι καύσωνες, οι μεταλλάξεις των ιών, οι παρενέργειες, τα μέτρα και τα απαγορευτικά, τα οικονομικά, τα υπαρξιακά, τα συναισθηματικά, αλλά για εκείνο που θα έπρεπε κατεξοχήν να μας τρομάζει, κατεξοχήν να μας κόβει τα γόνατα, παριστάνουμε ότι δεν είναι παρά ένας ακόμη μήνας. Δεν είναι. Είναι ο Αύγουστος. 

Θα προσπαθήσεις να γίνεις όλος μια κραυγή. Δεν θα την αφήσει να ακουστεί ο Αύγουστος, ο Αύγουστος που σε ώθησε να γίνεις όλος μια κραυγή. Θα αγκαλιάσεις τον τοίχο μιας πολυκατοικίας που βράζει, προσπαθώντας να κρυφτείς μέσα του. Δεν θα σε αφήσει να κρυφτείς ο Αύγουστος, ο Αύγουστος που σε ώθησε να τον αγκαλιάσεις. Θα προσπαθήσεις να μην είσαι πια μέσα στη θάλασσα, αλλά να βγεις απ’ το κορμί σου και να γίνεις μέρος της θάλασσας κι εσύ, κύμα κι εσύ, μέχρι να μην είσαι πια εσύ. Δεν θα σε αφήσει να συναιρεθείς ο Αύγουστος, ο Αύγουστος που σε ώθησε να γίνεις κύμα.

Κι ύστερα κάτι θα κραυγάσει, κάτι θα είναι μόνο τοίχος πολυκατοικίας που βράζει, κάτι θα είναι μόνο θάλασσα. Και πουθενά εσύ. Θα είναι Αύγουστος. Το σώμα σου θα έχει γίνει ένα με το σώμα του Αυγούστου. Εκεί θα βρει κι όλα τα υπόλοιπα σώματα. Απ’ το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον, από παράλληλα σύμπαντα. Που θα έχουν κι αυτά Αύγουστο. Γιατί δεν υπάρχει σύμπαν χωρίς Αύγουστο, παράλληλο, κάθετο ή κυκλικό.

Κι ύστερα ο Αύγουστος θα τελειώσει. Κι όλα θα ξαναμπούν σε μια σειρά. Και οι μήνες θα ξαναγίνουν μήνες. Και δεν θα έχεις χρόνο για κραυγές, δεν θα έχεις χρόνο να αγκαλιάζεις πολυκατοικίες, δεν θα έχεις χρόνο για θάλασσα. Θα τρέχεις να προλάβεις κάτι που δεν κατάλαβες ποτέ τι είναι. Μόνο ότι το κυνηγάς, μόνο ότι πρέπει να το κυνηγήσεις. Γιατί έτσι κάνουν όλοι. Γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Γιατί αν υπάρχει ένα μεταφυσικό αλλιώς στη ζωή μας, είναι αυτή η ημιαυτόνομη νησίδα χρόνου, που όλα σταματούν και όλα καίγονται: ο Αύγουστος.