Δεν είναι ανάγκη να έχεις παρακολουθήσει την παράσταση «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου για να δεις την ταινία του Μπάμπη Μακρίδη «Όρνιθες (ή πώς να γίνεις πουλί)», η οποία ξεκινά να προβάλλεται στο θερινό σινεμά «Στέλλα».

Ο Μακρίδης έβαλε ένα στοίχημα και το κέρδισε με την υποστήριξη της Στέγης Iδρύματος Ωνάση και όλων των ανθρώπων της παράστασης. Να δημιουργήσει ένα μυθοπλαστικό ντοκιμαντέρ που δημιουργεί τη δική του μοναδική πτήση με επίκεντρο την ανθρώπινη ύπαρξη. Και τα «Πουλιά»; Πού βρίσκονται τα πουλιά, τι είναι πτήση, τι φέρνει η πτώση, ποια είναι η έκκληση προς την ίδια τη ζωή;

Η πρώτη ελληνική ταινία που έκανε πρεμιέρα στο διαδίκτυο, στο πρώτο lockdown του 2020, με πάνω από 60.000 θεατές τις φορές που παρουσιάστηκε στο YouTube Channel του Ιδρύματος Ωνάση και στη συνέχεια στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης χαρακτηρίστηκε από την Guardian ως «ένα ποιητικό και ουτοπικό μανιφέστο για την αυτοαπελευθέρωση εμπνευσμένο από το έργο του Αριστοφάνη».

Ο Μπάμπης Μακρίδης δίνει τη δική του αφήγηση για το πώς γεννήθηκε η ταινία, πού τον οδήγησε και πού καταλήγει.

Η αρχική πρόταση από τη Στέγη όσον αφορά τους Όρνιθες ήταν πολύ συγκεκριμένη. Μου είπαν ότι η παράσταση θα ξαναζωντανέψει για να πάει στη Νέα Υόρκη, ότι ξεκινούν οι πρόβες για να γίνουν οι παραστάσεις εκεί και ήθελαν εμένα για να αποτυπώσω αυτό το ταξίδι ως ένα making of της παράστασης που θα αρχίζει από τις πρόβες και θα φτάνει μέχρι την Αμερική. Τους είπα ότι αυτό δεν θα έχει ενδιαφέρον και τους ρώτησα «θέλετε να κάνουμε μια τρέλα;». Εννοούσα ότι θα μπορούσε να γεννηθεί κάτι άλλο μέσα από αυτό, αφού θα ξεκινήσουμε την κινηματογράφηση. Τους πήγα λοιπόν ένα πεντάλεπτο συνειρμικό demο, τους άρεσε στη Στέγη και μου έδωσαν την ελευθερία να κάνω ό,τι θέλω.

Όλα ξεκίνησαν χωρίς να υπάρχει σενάριο. Ήμουν καθημερινά επί δύο μήνες στις πρόβες των παιδιών με δύο κάμερες, γνώρισα όσους δεν ήξερα -γιατί πολλούς τους ήξερα ήδη- και κατά κάποιο τρόπο έγινα μέλος του θιάσου. Εκεί γνώρισα καλύτερα το έργο γιατί δεν είμαι και ο πλέον φανατικός οπαδός των αρχαίων δραμάτων. Παράλληλα, άρχισα να τραβάω και μικρά πράγματα, εκτός του αυστηρού πλαισίου της παράστασης. Έπαιρνα, για παράδειγμα, τους ηθοποιούς και τους πήγαινα σε κάτι χωματερές εκεί παραέξω, σαν ένα είδος εργαστηρίου. Φυσικά πήγα και στην Αμερική, όπου κινηματογράφησα τα πάντα, από το στήσιμο του ντεκόρ, την πρεμιέρα, δύο-τρεις παραστάσεις μέχρι και την αναχώρηση. Ταυτόχρονα, τραβούσα τους ηθοποιούς στο ξενοδοχείο, τους έβαζα να πουν μια ατάκα ή να περπατούν με τα χέρια στους διαδρόμους.

Όλα όσα έκανα είχαν σχέση με την πτήση, με την πτώση, με τον ίλιγγο, με το ύψος, το πάνω, το κάτω. Πάντα στο μυαλό μου κυκλοφορούσαν αυτές οι σκέψεις και ενώ είχαμε οργανώσει να κάνουμε ταξίδι στην Κερκίνη για να τραβήξουμε πουλιά, να μιλήσουμε με Έλληνες ορνιθολόγους, με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία τελικά έφυγε αυτό από το πλάνο και αποφασίσαμε να παρομοιάσουμε τους ανθρώπους με πουλιά. Εκεί ουσιαστικά ξεκίνησε η ταινία, όταν αποφασίσαμε ότι δεν μας νοιάζουν τα πουλιά αλλά το να δούμε τους ανθρώπους ως πουλιά. Η ταινία δεν είναι ορνιθολογία αλλά ανθρωπολογία.

ΜΑΚΡΙΔΗΣ

Ο Νίκος Καραθάνος στην ταινία «Όρνιθες (ή πώς να γίνεις πουλί)».

Οι συνεντεύξεις που έκανα με τον Νίκο (Καραθάνο) και τον Άρη (Σερβετάλη) ήταν αυτοσχεδιαστικές. Είχα τον Νίκο σε ένα δωμάτιο στην εταιρεία παραγωγής, τον έβαλα μπροστά σε ένα τοίχο και του έκανα ερωτήσεις, ό,τι μου κατέβαινε στο κεφάλι. Μετά κάναμε το ταξίδι στην Ισλανδία, τους έβαλα στην κουζίνα του rbnb και τους έκανα αυθόρμητες ερωτήσεις χωρίς τίποτα να είναι προσχεδιασμένο. Αυτό έκανε τους ανθρώπους να μιλήσουν για πράγματα δικά τους. Το ίδιο συνέβη και με εμένα, έγινε όλο αυτό προσωπικό. Μόλις είχα γυρίσει την προηγούμενή μου ταινία, δεν είχα βρει ακόμη το θέμα της επόμενης, βρισκόμουν σε ένα κενό, μου έγινε αυτή η πρόταση και είπα «πάμε». Έτσι, ξαφνικά, μια ανάθεση έγινε ένα πολύ προσωπικό πράγμα και σε αυτό φυσικά συνέβαλε και η παρέα. Κανείς δεν με πίεσε να κάνω κάτι ως παραγγελία.

Τράβηξα έναν ορνιθολόγο να μας μιλάει στο σπίτι του στην Ισλανδία, που είναι γεμάτο πουλιά αλλά δεν υπάρχει ούτε ένα πλάνο από αυτά. Ο Νίκος πήγε στην Παταγονία, πήρε μια κάμερα μαζί του και τράβηξε τον φίλο του τον Στράτο που ζει εκεί. Είχε πολύ πλάκα, ήμασταν συνεχώς στο skype για να του δίνω οδηγίες για τον χειρισμό της κάμερας. Έτσι δημιουργήθηκε μια αλυσίδα ανθρώπων, ο ένας έφερε τον άλλον.

Κινδύνευε η ταινία να γίνει, πώς να το πω, λίγο χίπικη κι εγώ προσπαθούσα συνεχώς να το αποφύγω. Δεν έχω τίποτα με τους χίπηδες αλλά δεν με ενδιέφερε η εφηβική οπτική της πτήσης, του «φεύγω ψηλά» με μια κοελική ματιά.

Δεν με έχω σκεφτεί ποτέ ως πουλί και ούτε έχω φαντασίωση ότι πετάω πάνω από τις πόλεις. Εμένα μου αρέσουν τα αεροδρόμια. Τα αεροδρόμια είναι κάπως το κενό, το τίποτα, μια ενδιάμεση κατάσταση. Εκεί είσαι περαστικός, βλέπεις ανθρώπους, τους παρατηρείς, πιάνεις κουβέντα μαζί τους, με αγνώστους. Μου θυμίζουν τα ξενοδοχεία που, επίσης, μου αρέσουν. Δεν είμαι ταξιδευτής, όταν πηγαίνω σε μια πόλη δεν βγαίνω από το ξενοδοχείο. Το ξενοδοχείο είναι σαν κουκούλι, κοιμάσαι σε ένα κρεβάτι που έχουν κοιμηθεί κι άλλοι, μπαίνεις στο ασανσέρ και βλέπεις τύπους με παντόφλες. Θα μπορούσα να κάνω μια ταινία ολόκληρη μέσα σε ένα ξενοδοχείο.

Μακρίδης

Ο Άρης Σερβετάλης στην ταινία «Όρνιθες (ή πώς να γίνεις πουλί)».

Κάποια στιγμή έβαλα τον Άρη (Σερβετάλη) στην Times Square να φωνάζει και κανείς δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Ήταν τρομερό αυτό. Φώναζε ο Άρης δυνατά «Έποπα, Έποπα» και ούτε ένας δεν γύρισε. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι διακριτικότητα, αλλά αδιαφορία. Γιατί το ίδιο μπορεί να συμβεί με κάποιον άνθρωπο που να είναι ξάπλα στο έδαφος, να μοιάζει άρρωστος και παρ’ όλα αυτά απλώς να τον προσπεράσεις. Κανείς δεν γύρισε να ρίξει ένα βλέμμα στον Άρη Σερβετάλη που στην Times Square φωνάζει σαν τρελός ιεροκήρυκας «Έποπα» και εμάς κρυμμένους να κινηματογραφούμε. Είναι τρομακτικό.  Βέβαια, εκεί είναι μια πλατεία που δίπλα σου κυκλοφορεί ο άλλος με στολή Μπάτμαν ή Σούπερμαν. Αν βγω στο Σύνταγμα να φωνάξω θα με κοιτάξουν.

Είμαι περίεργος για το πώς θα λειτουργεί η ταινία σε θερινό, γιατί είναι ταινία με ανοιχτωσιές. Από την άλλη μπορεί ο θεατής να σηκώσει το βλέμμα λίγο πιο ψηλά από τη μεγάλη οθόνη και να δει τον ουρανό ως φυσική συνέχεια αυτού που βλέπει στην ταινία. Ίσως να λειτουργήσει και τελείως απελευθερωτικά το θερινό.

Επέλεξα να κλείσω την ταινία με απόσπασμα κειμένου από την παράσταση. Διάλεξα το συγκεκριμένο για δύο πολύ απλούς λόγους: είναι πολύ συγκινητικό και γιατί καταλήγοντας περικλείει όσα προηγήθηκαν. Οι τελευταίες λέξεις που ακούγονται είναι «σε παρακαλώ, σε παρακαλώ». Όλη η ζωή είναι μια έκκληση συνύπαρξης, μια έκκληση αγάπης και συντροφικότητας. Αυτό το «σε παρακαλώ» του Άρη είναι έκκληση προς την ίδια τη ζωή. Ζούμε σε μια κοινωνία που δεν θέλει να βλέπει τον ικέτη, που τον αντιμετωπίζει ως παρακατιανό. Ο ικέτης του Άρη εκδηλώνει μια εσωτερική, υπαρξιακή ανάγκη. Είναι ένα υπαρξιακό «σε παρακαλώ».

Δεν έχω δει ποτέ σε όνειρο ότι πετάω. Όλοι όσοι έχω ρωτήσει έχουν ονειρευτεί τον εαυτό τους να πετάει. Άραγε είναι πρόβλημα αυτό;

Info:

«Όρνιθες (ή πώς να γίνεις πουλί)» | Από την Πέμπτη 17 Ιουνίου στον θερινό κινηματογράφο Στέλλα