Βλέπεις κινηματογράφο για να σου τύχει αυτό το πράγμα. Μια φορά στις τόσες. Στις πολλές, στις πάρα πολλές τόσες. Δηλαδή εντάξει, δεν βλέπεις μόνο για αυτό. Δεν είναι έρημος χώρα το σινεμά για να αναζητείς απεγνωσμένα την όαση. Για όλη τη διαδρομή το βλέπεις, που, δόξα τω Θεώ, έχει να σου προσφέρει πολλά. Όταν όμως σου τυχαίνει κάτι τέτοιο, πρόκειται για εμπειρία άλλης τάξης. Συνειδητοποιείς (την ίδια τη στιγμή που το βλέπεις, τη στιγμή που εξελίσσεται, τη στιγμή που φτάνει στην παροξυσμική τελική του ευθεία) ότι απόψε είναι το βράδυ που βλέπεις για πρώτη φορά τον «Μαύρο Κύκνο», ότι μετά από απόψε θα είναι για πάντα αποθηκευμένη η συγκίνησή του και άμεσα ανακλητή η αίσθησή του. Κάθεσαι στη θέση σου, και πλάνο με το πλάνο της τελικής ευθείας, ξέρεις ότι εδώ ανήκεις, εδώ γουστάρεις να είσαι, εδώ θες να είσαι και πουθενά αλλού. Αυτή είναι η τέχνη που σου ταιριάζει όσο καμιά. Η τέχνη που κλέβει από όλες τις άλλες και τα κάνει όλα δικά της. Θες να τα κάνει χωρίς βάθος; Θες να μην είναι το απόσταγμα της σοφίας; Θες να τη βρίσκει και με τον εντυπωσιασμό; Χαλάλι της. Οι σοφοί με τις βαθιές σοφίες του, οι εστέτ με τις εστέτ απολαύσεις τους και οι σινεφίλ με το σινεμά.

Μήπως όμως το παρακάνει ο Αρονόφσκι; Αν το παρακάνει, καλά κάνει. Τι νόημα θα είχε να σκηνοθετήσεις μετρημένα και αποστασιοποιημένα μια ταινία που μιλά για την απώλεια του ελέγχου; Όχι. Έτσι πρέπει. Έτσι αξίζει. Χωρίς μέτρο, χωρίς συστολές, χωρίς ανάσα. Παράφορα, οργασμικά, δίχως διακριτικότητα, όλα στην ένταση, και στο στυλιζάρισμα όλα, γιατί όχι δηλαδή, γιατί να μην σπάει τα τύμπανα η μουσική του Κλιντ Μανσελ που πειράζει τη Λίμνη των Κύκνων; Να τα σπάει και τα τύμπανα, κι όλα να σπάσουν, να σπάσουμε κι εμείς μαζί με τη Νίνα, να μαδήσουμε μαζί της, να γεμίσει μαδημένα φτερά -άσπρα, μαύρα, έγχρωμα ό,τι κουβαλά ο καθένας- όχι μόνο η οθόνη, αλλά και η αίθουσα κι όλος ο κόσμος.

Η Νίνα. Η αειπαρθένος που γίνεται πρίμα μπαλαρίνα, ο άμωμος κύκνος που πρέπει να σκοτεινιάσει τόσο, ώστε να ενσαρκώσει επάξια και το μαύρο του είδωλο. Το απαιτεί το έργο. Το απαιτεί η τελειότητα που μια ζωή υπηρετεί. Προκειμένου να είναι τέλεια πρέπει να πάψει να είναι τέλεια. Η τελειότητα, η τέχνη, ο έλεγχος, η ζωή, ο εαυτός που μπαίνει μπροστά στον εαυτό, απαλλάξου από τον εαυτό σου για να βρεις τον εαυτό σου, κάνε πράγματα ανήκουστα ή νόμισε ότι τα κάνεις, δεν ξέρεις τη διαφορά, σε μπερδεύει η διαφορά, αν την ήξερες θα είχες και τον έλεγχο, όμως τον χάνεις, τον χάνεις, μια ζωή ελέγχου δεν αντέχεται πια, η πειθαρχία του κορμιού βρίσκει αντίβαρο στη δραπέτευση του νου, το σώμα ως εργαλείο χορού, η εργαλειακή χρήση του σώματος, το σώμα που την τιμωρεί και το τιμωρεί κι η ίδια ξύνοντάς το, το σώμα που το βλέπει ψυχωτικά να μεταλλάσσεται, κι ύστερα το σώμα ως κρατήρας ηδονής, η Νίνα μόλις αγγίζει τον εαυτό της τινάζεται με μια ένταση και με μια ακρότητα που δεν έχει στο χορό της, αρχίζει να φεύγει υγιώς, αρχίζει να φεύγει ηδονικά, αλλά η μαμά είναι εκεί και την βλέπει, εκεί στην καρέκλα, δεν έχει σημασία αν δεν είναι όντως εκεί, αφού όντως τη βλέπει, αφού η Νίνα είναι όντως υπό επιτήρηση, είναι όντως υπό βλέμμα εξουσιαστικό, ενοχικό, οικογενειακό, και το βλέμμα αυτό τότε μόνο είναι επιτυχημένο και αποτελεσματικό όταν έχει εσωτερικευθεί, αυτό είναι το μυστικό του, αυτή είναι η δύναμή του, αυτή είναι η δύναμη κάθε εξουσίας, η εσωτερίκευση του ελέγχου της, των εντολών της, της κατάκρισής της, της τιμωρίας της είτε ως ποινής είτε ως ενοχής.

Δεν θυμάμαι τόσο την Νίνα να χορεύει, όσο την κάμερα να χορεύει πάνω της. Η ταινία έχει λίγα εξωτερικά πλάνα, αλλά νιώθεις ότι τα έχει για ξεκάρφωμα. Θα μπορούσε να έχει γυριστεί ολόκληρη πάνω στη Νίνα. Ένα σίγουρο για τον εαυτό του, συμπαγές, φωναχτό και βιρτουοζικό αισθητικό σύνολο, συντονισμένο από μια κάμερα που ακολουθεί διαρκώς τη Νίνα, δείχνοντάς μας ό,τι βλέπει. Έχει άραγε η κάμερα τον πλήρη έλεγχο ή χάνεται κι αυτή που και που; Ο Αρονόφσκι δίδασκε και νόμο δεν εκράτει; Χάθηκε ποτέ μαζί με τη Νίνα; Της έβαλε καμιά εκτός προγράμματος παραίσθηση; Πρέπει όντως να χάνεις τον έλεγχο για να πετυχαίνεις την τελειότητα; Και με τι τίμημα; Ποιός εαυτός μας μας κάνει να δημιουργούμε; Ο μπετοναρισμένος ή αυτός που κρύβεται πίσω από το μπετόν; Βασανιζόμαστε όλοι από δύο εαυτούς; Ή μόνο οι καλλιτέχνες; Ή μόνο οι τρελοί; Αναζητούμε όλοι την τελειότητα στη ζωή μας; Ή μόνο οι καλλιτέχνες; Ή μόνο οι τρελοί;