Μα όταν κάποιος σού μιλά με τρόμους, φωνές χαμένων σε απαίσια σπήλαια και βάλτους—
εσύ να σκέφτεσαι προπάντων τι μπορεί να εννοεί, ποιο διαμελισμένο πτώμα κρύβει στο υπόγειό του, τι δαγκωτά φιλιά και φόνους, νύχτα υπόκωφη, που σιωπηλά τη διασχίζουν αμαξοστοιχίες (συσκοτισμένες με βαριά παραπετάσματα, και στους τροχούς πανιά ή βαμπάκι), τι άνομες επιθυμίες, λύσσα, ψιθύρους, ουρλιαχτά, βεγγαλικά σε λάκκους πολιούχων, εκδικητές να τον μουσκεύουν στο αίμα όταν κοιμάται, ποιον κλέφτη, τέλος, σε βαθύ κοιτώνα χάλκινο, πνιγμένον στα λινά και κλαίει—
και να τον συμπαθείς, προπάντων να τον συμπαθείς, αγαπητέ Αρθούρε ή Αλφόνσε.

Τι έλεγε εκείνη η επιστολή, Ε΄, Τζένη Μαστοράκη, 1986

1993. Η Sarah Kane από το Έσσεξ, ετών 22, ασκείται στη συγγραφή θεατρικών κειμένων. Είναι τα χρόνια του πολέμου της Βοσνίας, του κοντινού/μακρινού πολέμου-θέαμα, και η Sarah θέλει να μιλήσει για αγάπη, για συμπόνια, για αισιοδοξία. Η οξεία της όραση, που της επιτρέπει να βλέπει καθαρά μέσα στο θολό μπαρουτοκαπνισμένο τοπίο, και η γνώση του μυστικού κανόνα της τέχνης –όταν θέλω να μιλήσω για κάτι, μιλώ για κάτι άλλο- γεννούν το Blasted.

Το Blasted μιλάει για το πώς η βία σμπαραλιάζει τα όρια ιδιωτικού και δημόσιου, το μάθημα που μάς έμαθε η γκόθικ λογοτεχνία αιώνες πριν. Όσα λουκέτα κι αν κλειδώσεις, όσα όπλα κι αν ζωθείς, το κακό θα σε βρει, γιατί το κακό είναι φύση σου. Η ξένη βία, η βία των άλλων, η βία των μακρινών πολέμων και των κοινωνικών περιθωρίων γίνεται δική μας βία, γινόμαστε εμείς η βία, συχνά δίχως ίχνος λογικής. «Η φρίκη! Η φρίκη!» Ωμή γλώσσα, ωμές εικόνες, ωμή βία. Η ανθρωπότητα ωμή, στα πάνω και στα κάτω της, άγγελος του φωτός και του σκότους, εκπεπτωκυία, όχι πια τυλιγμένη σε σελοφάν, όχι πια κρυμμένη πίσω από το comme il faut παραβάν της. Η ιστορία της βίας που σε αφήνει ενεό, όπως τη διηγήθηκε o Conrad και ο Peckinpah και ο Irvine Welsh.

Ένας μεσήλικας δημοσιογράφος, το σύμβολο της ιδεολογίας «αίμα, σπέρμα, ψέμα», η νεαρή εύθραυστη και κάπως αφελής πρώην ερωμένη του, και ένας στρατιώτης. Σε πέντε πράξεις, η Kane παρουσιάζει τους ήρωές της να εναλλάσσονται στις θέσεις του θύτη και του θύματος. Να αποκτηνώνονται και να συμπάσχουν. Άνθρωποι σαν εμάς. Άνθρωποι που χάνουν την ανθρωπιά τους για τους πιο εξωφρενικούς λόγους και την ξαναβρίσκουν τις πιο παράλογες στιγμές. Βία σωματική, λεκτική, σεξουαλική, ψυχολογική. Ρατσισμός, μισογυνισμός, ομοφοβία. Βιασμός, κανιβαλισμός, αλλοτρίωση. Όπλα, αίματα, γεννητικά όργανα. Συμπόνια, νανουρίσματα, ικεσίες. Δάκρυα, χάδια, μοιράσματα. Όλα μες στα μούτρα σου. Πώς αλλιώς; Δεν μπορούν οι σελίδες των βιβλίων και το γυαλί της τηλεόρασης να είναι μόνιμα το παραπέτασμα.

Το έργο στην τελική του μορφή ανέβηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1995 και οι κριτικοί καταδίκασαν τη «ρυπαρότητά» του. Σταδιακά, και ιδίως μετά την αυτοκτονία της το 1999, η Kane έγινε η αδικοχαμένη αιρετική, κατακτώντας μια θέση στον σύγχρονο θεατρικό κανόνα. 20 χρόνια αργότερα, αιώνες αργότερα, πολλές χαμένες ζωές και πολλή βία αργότερα, το Blasted επανέρχεται σταθερά στα σύγχρονα διεθνή δραματολόγια ως οικουμενικός ύμνος κατά της βίας, μιας βίας, βέβαια, που από τη συγγραφή του έργου έχει με τη σειρά της κανονικοποιηθεί.

Η θεσσαλονικιώτικη εκδοχή, δια χειρός Ρούλας Πατεράκη για το Κρατικό Θεάτρο Βορείου Ελλάδος υπήρξε μάλλον η πλέον πολυαναμενόμενη παραγωγή της φετινής περιόδου για την πόλη. Σηκώνοντας το βάρος των μεγάλων προσδοκιών για την αποκατάσταση του καλλιτεχνικού κύρους του ΚΘΒΕ, μετά από πολλές αναβολές, αλλαγές και ατυχίες, ανέβηκε τελικά στα μέσα Μαΐου με τον υπότιτλο Και Εσαρώθησαν.

Βγαίνοντας από την παράσταση, αμήχανη, αναρωτιόμουν αν το θέατρο in-yer-face έχει κάτι να πει στην εποχή μας, αν έχει νόημα να προσπαθείς να σοκάρεις ένα κοινό δείχνοντάς του πέη και κανιβαλισμούς, εικόνες που συναντά καθημερινά σε περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας και σε έγκυρα ΜΜΕ. Αν έχουμε τελικά εκπαιδευτεί να μην αντιδρούμε στη βία, αν έχουμε γίνει comfortably numb, όπως τραγουδούσαν χρόνια πριν οι Pink Floyd.

Κατέφυγα στο πρωτότυπο κείμενο της Kane. Διάβασα τις λέξεις της και τις σιωπές της, προσεκτικά διαλεγμένες μία προς μία, να χτίζουν και να γκρεμίζουν μια αφόρητη πραγματικότητα. Να μεταμορφώνουν τον αρχικό νατουραλισμό του συγκεκριμένου στη θολή ρευστότητα του οποιοσδήποτε, οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Να σκηνοθετούν εικόνες που τη γλαφυρότητά τους δεν πετυχαίνει η πιο ωμή οπτική αναπαράσταση. Και στο τέλος, κάτω από τη σκόνη και τα αιμάτινα δάκρυα, να αχνοφαίνεται η ελπίδα ότι ίσως μπορούμε να βρούμε έναν τρόπο να υψωθούμε πάνω από αυτή την πραγματικότητα. Όλες αυτές τις ποιότητες δηλαδή που ο ασταμάτητος οπτικός και ηχητικός θόρυβος και «θόρυβος» δεν άφησαν να βρουν τον δρόμο τους μέχρι τη σκηνή.

Κι ύστερα σκέφτηκα τη Τζένη Μαστοράκη (στα χέρια της θα είχε ευτυχήσει η ελληνική μετάφραση του πρωτότυπου κειμένου):
Μαθαίνουμε να διαβάζουμε συλλαβιστά
τις μεγάλες κραυγές.
Αγγίζουμε
αποκαθιστώντας τις αισθήσεις
στο ακέραιο.

Ομοίως αποτυγχάνουν και οι δημόσιες -θορυβώδεις- φωνές κατά της βίας. Είναι ζήτημα κακής υποκριτικής και κενής γλώσσας. Να τα μιλάς φωναχτά, θέλει, αλλά να μην τα φωνάζεις. Αυτό που θα ξυπνήσει τις μουδιασμένες μας ψυχές, που θα καταπνίξει τη βίαιή μας φύση, δεν είναι άσκοπες φωνές, αλλά το τρυφερό άγγιγμα. Όπως αυτό που αφήνει η Kane να χαϊδέψει το μέτωπο των ηρώων της όταν όλα έχουν χαθεί.