Τι είναι το “Σινεμασκόπ” που φέτος ανεβάζετε στο Bios στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών;

Α.Π: Ένα ντοκιμαντέρ για τις τελευταίες εννιά μέρες του κόσμου. Διαδραματίζεται σε δυο μέρη: μέσα στο θέατρο όπου βρίσκονται οι θεατές, και στον πεζοδρόμο της Σαλαμίνος, αλλά και σε ένα κομμάτι στην Πειραιώς. όπου εκτυλίσσεται η δράση. Οι θεατές ακούν με ακουστικά ό,τι συμβαίνει έξω… Βλέπουν έξω πίσω από δυο μεγάλα τζάμι, σαν ένα μεγάλο κάδρο, και ακούνε τις σκέψεις των προσώπων της ιστορίας. Τις σκέψεις κάποιων ανθρώπων μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή του κόσμου.

Πώς επιλέξατε να ανατρέψατε τη βασική συνθήκη του θεάτρου που είναι η άμεση επαφή του κοινού με τους ηθοποιούς, υιοθετώντας μια περισσότερο κινηματογραφική προσέγγιση;

Α.Π: Μας αρέσει να ψάχνουμε και να πειραματιζόμαστε. Δε θέλουμε να παγιώνουμε μια φόρμα.
X.Π: Αρχικά ξεκινήσαμε από τον τίτλο, μετά προστέθηκε η ιδέα των ακουστικών και το ένα έφερε το άλλο. Πολλές φορές τελευταία ξεκινάμε από τον τίτλο. Μας συγκεντρώνει. Βέβαια, όταν επιλέγεις ένα τίτλο, ήδη κάπου έχεις πάει…
Α.Π: Ναι, ίσως και ασυνείδητα να γίνεται αυτό. Και στην «Κατερίνη» κάπως έτσι είχαμε δουλέψει. Βρίσκουμε κάθε φορά μια φόρμα που να ταιριάζει με αυτό που θέλουμε να κάνουμε.

Η αφορμή λοιπόν είναι το «Σινεμασκόπ». Πώς καταλήξατε στο τέλος του κόσμου;

Γ.Β: Επειδή όταν δουλεύουμε ο ένας συμπληρώνει τον άλλο, ούτε που θυμάμαι πώς άρχισε και από ποιον.
Α.Π: Εμείς καθόμασταν εδώ, στην τζαμαρία του Βios, και παρακολουθούσαμε τον κόσμο που περνούσε απέξω και λέγαμε τις σκέψεις τους, καθημερινές σκέψεις.
Γ.Β: Ναι, και σε κάποια πρόβα κάποιος πρότεινε τις τελευταίες μέρες του κόσμου ως συνθήκη.
Α.Π: Στην αρχή βάζαμε νατουραλιστικό σενάριο στους ήρωες μας και μετά σκεφτήκαμε να βάλουμε πιο φανταστικές συνθήκες.
Χ.Π: Να είναι αυτά τα πρόσωπα σε κρίση δηλαδή, να αντιμετωπίζουν ένα κρίσιμο γεγονός που τους συνδέει.
Α.Π: Και καταλήξαμε ότι αυτό είναι πιο ενδιαφέρον από μια νατουραλιστική αφήγηση. Στην αρχή, ας πούμε, δοκιμάζαμε οριακές συνθήκες, ότι έχει πλημμυρίσει η πόλη, για παράδειγμα.
Γ.Β: Σκεφτήκαμε ότι οι ιστορίες των περαστικών πρέπει να συνδέονται με ένα γεγονός κοινό και ζωτικής σημασίας, και όχι από μια τυχαιότητα, γιατί θα γινόταν το όλο πράγμα μια νατούρα. Και καταλήξαμε σε μια συνθήκη τέλους, που ούτως ή άλλως υπάρχει για όλους. Γιατί τοποθετώντας το τέλος τόσο κοντά, κάποια ερωτήματα γίνονται πιο αγωνιώδη: στο πώς ζεις τη ζωή σου, πώς ερωτεύεσαι, πώς επιλέγεις να κάνεις κάτι όμορφο ή άσχημο….
Α.Π: Το τέλος δε μας ενδιαφέρει στην επιστημονική του διάσταση, αν θα καταστραφεί δηλαδή ο κόσμος από καιρικά φαινόμενα. Ή αν θα έρθουν οι εξωγήινοι. Σκεφτήκαμε περισσότερο το τέλος της συνείδησης των ανθρώπων.
Χ.Π: Συνήθως στο αμερικάνικο σινεμά υπάρχουν τέτοιες ιστορίες, όπου οι άνθρωποι είναι καλοί και δίκαιοι και ένας μετεωρίτης τους καταστρέφει, ή ένας κακός εξωγήινος τους κατασπαράσσει. Δεν ισχύει όμως αυτό στην πραγματικότητα, μιας και οι άνθρωποι είναι και καλοί και κακοί. Στην παράσταση μας δεν εξηγείται γιατί τελειώνει ο κόσμος- αυτό το θεωρούμε δεδομένο, δε μας ενδιαφέρει αυτό.

Παρ’όλα αυτά τώρα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τέλος, όχι του κόσμου, αλλά σίγουρα μιας εποχής. Αυτό σας επηρέασε;

Χ.Π: Ασυνείδητα. Εμείς παρακολουθούμε την κοινωνία και επειδή γράφουμε τα έργα μας τώρα, αναγκαστικά επηρεαζόμαστε από αυτό συμβαίνει. Και πράγματι ζούμε το τέλος μιας εποχής, το τέλος της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Α.Π: Αλλά ποτέ δεν είπαμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Προέκυψε.

Τα κείμενα των παραστάσεων σας πώς προκύπτουν;

Α.Π: Τα περισσότερα τα γραφούμε εμείς, αλλά βρίσκουμε και κάποια κείμενα άλλων που μας αφορούν.
Γ.Β: Πολλές φορές κάνουμε μια σύνθεση από τέσσερα κείμενα, ας πούμε, και προκύπτει ένα πέμπτο.
Α.Π: Κάποια τα γραφούμε εμείς στο σπίτι και κάποια προκύπτουν στην πρόβα.
Χ.Π: Καταγράφουμε τις πρόβες μας και κάνουμε μετά μια αποδελτίωση και έτσι επιλέγουμε τι μας ενδιαφέρει.
Γ.Β: Πάντα στην πρόβα όμως τεστάρουμε τη αντοχή των κειμένων.

Δεν έχετε σκεφτεί, ή δε θέλετε να ανεβάσετε ένα έργο άλλου, ένα κλασικό έργο για παράδειγμα;

Γ.Β: Ναι, καθόλου δεν το αποκλείουμε. Μας αρέσει ο Σαίξπηρ, ο Τσέχοφ… Μισοαστεία μισοσοβαρά έχουμε σκεφτεί και μια διανομή για τον «Βυσσινόκηπο».
Χ.Π: Μας γοητεύει όμως τον τελευταίο καιρό η συγγραφή. Με τα χρόνια, τα έργα μας γίνονται πιο προσωπικά και μέσα από τη συγγραφή εκφραζόμαστε ακόμα καλύτερα. Είναι μια διαδικασία που μας αρέσει πολύ.

Γιατί επιλέξατε στην παράσταση να έχετε και ερασιτέχνες ηθοποιούς;

Χ.Π: Οι ερασιτέχνες φέρνουν μια αθωότητα που μας ήταν που μας χρήσιμη σε αυτή την παράσταση. Δεν είναι εύκολο να ανεβάζεις «Μάκβεθ» με ερασιτέχνες, αλλά σε αυτή την παράσταση μας ταίριαζε.
Α.Π: Ξέρεις, οι ηθοποιοί φέρουμε πολύ το γεγονός ότι είμαστε ηθοποιοί. Και αυτό το πέρασμα στο δρόμο που γίνεται στην παράστασή μας θέλει μια άλλου είδους αντιμετώπιση και μια τρομερή απλότητα για να μη φαίνεται θεατρικό και ψεύτικο, γι’ αυτό μας ταίριαζαν τα παιδιά που δεν είναι ηθοποιοί. Έχουμε όμως και επαγγελματίες.
Γ.Β: Κινηθήκαμε περισσότερο με μια λογική strett casting.
Χ.Π: Ξέρεις, οι ηθοποιοί φθείρονται, μετά από κάποια χρόνια ξέρουν τι προκαλούν και έτσι χάνουν κάτι σε ποιότητα. Η δουλειά του ηθοποιού είναι δύσκολη και θέλει εκπαίδευση, αλλά αυτή η άγνοια που έχουν οι ερασιτέχνες είναι πολύ γοητευτική. Αυτό που δεν ξέρουν τι προκαλούν στο κοινό…
Γ.Β: Δουλέψαμε βέβαια μαζί τους την ακρίβεια για να μπορεί να συμβαίνει η παράσταση κάθε μέρα.
Α.Π: Και το κείμενο δουλέψαμε με κάποιους. Κάποιοι έφεραν πράγματα που ταίριαζαν πιο πολύ και τελικά και εμάς μας άρεσαν πιο πολύ.
Γ.Β: Δυο από τα παιδιά μάλιστα είναι και κινηματογραφιστές- Ο Σύλλας ο Τζουμέρκας και ο Σιαμάκ ο Ετεμάντη- και δουλέψαμε μαζί τους το κείμενο.

Εσείς σε αυτή την παράσταση έχετε επιλέξει να χρησιμοποιήσατε την τεχνολογία,και μάλιστα με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο, ενώ πολλοί –κυρίως στην Ελλάδα- έχουν μια φοβία με την χρήση τεχνολογικών μέσων στο θέατρο.

Γ.Β: Οι παλιότεροι το φοβούνται αυτό, ναι, γιατί δεν ξέρουν πώς να το κάνουν. Το θέατρο όμως αφορά πρωτίστως ανθρώπινες ιστορίες. Η χρήση της τεχνολογίας δεν είναι αυτοσκοπός, είναι ένα μέσο. Μια παράσταση μπορεί να είναι καλή και με ένα σκαμνί μόνο. Την τεχνολογία εμείς τη χρησιμοποιούμε ανάλογα με το τι θέλουμε να πούμε και όχι απλώς για να τη χρησιμοποιήσουμε. Όπως παλιά, για παράδειγμα, που βάζανε πάντα βιντεοπροβολές, έτσι επειδή ήταν της μόδας. Το περιεχόμενο όμως μας αφορά, δεν είναι η παράσταση μια επίσκεψη στο Allou Fun Park (γέλια).
Χ.Π: Να, η μουσική τα έχει λύσει αυτά τα θέματα από το ‘50. Ο ηλεκτρονικός ήχος ανανέωσε τη μουσική, γι’ αυτό λέμε κι στην παράσταση ότι το θέατρο είναι πάντα 50 χρόνια πίσω.(γέλια)

Εσείς αντέχετε ως ομάδα πολλά χρόνια στην Ελλάδα, πράγμα καθόλου σύνηθες. Πώς το έχετε καταφέρει αυτό; Και τελικά ποιος έχει τον τελευταίο λόγο;

Γ.Β: Είμαστε ζόρικα παιδιά και δεν τα παρατάμε εύκολα (γέλια). Τώρα για το ποιος έχει την τελευταία λέξη, έχουμε πάρει πολλές αποφάσεις ο καθένας από εμάς, ειδικά φέτος που έχουμε κάνει τρεις παραγωγές- το «Κατερινή», το «Guns, guns, guns» και τώρα το «Σινεμασκόπ»- που δεν ξέρω ποιος αποφασίζει τελικά. Δεν τίθεται κιόλας τέτοιο θέμα. Είναι μοιρασμένο το όλο πράγμα, υπερασπιζόμαστε τη δουλειά της ομάδας και όχι τον εγωισμό του να αποφασίζει κάποιος.
Α.Π: Κάνουμε υποχωρήσεις όλοι που θα ωφελήσουν τη δουλειά και την παράσταση.
Χ.Π: Επίσης είναι και θέμα καλλιτεχνική επιβίωσης. Επειδή γύρω το τοπίο και κοινωνικά και θεατρικά είναι απογοητευτικό, η ομάδα για μενα είναι θέμα καλλιτεχνικής επιβίωσης, γι’ αυτό υποχωρούμε. Είναι θέμα καλλιτεχνικής ζωής ή καλλιτεχνικού θανάτου. Εγώ το έξω δεν το μπορώ, υπάρχουν βέβαια πάντα εξαιρέσεις.
Α.Π: Νομίζω δε ότι τα τελευταία χρόνια συνεννοούμαστε καλύτερα μεταξύ μας. Από το «Κατερίνη» και μετά τα πράγματα μας συμβαίνουν πιο εύκολα.
Χ.Π:Είμαστε πιο ελαφρείς πια.
ΓΒ: Και έχει αυξηθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ μας.
Χ.Π: Ναι, τα πράγματα θέλουν χρόνο, κοινοτοπία μεν, αλλά έτσι είναι.
Α.Π: Και πάντα ο καθένας μας μπορεί να κινηθεί και αυτόνομα.
Χ.Π: Και πάντα ανανεώνουμε το ερώτημα αν πρέπει να συνεχίσουμε, αν αξίζει τον κόπο…

Γιατί λέτε ότι είστε απογοητευμένοι από το υπάρχον σύστημα; Δε σας πηγαίνει πολύ;

Α.Π: Δε μας πηγαίνει καθόλου!
Χ.Π: Εγώ στη δραματικής σχολή πίστευα, αφελώς βέβαια, ότι οι άνθρωποι τη τέχνης δεν είναι τόσο φιλοχρήματοι, τόσο κυνηγοί της εξουσίας ή της δόξας. Δε με ικανοποιούσε το ηθικό σύμπαν που κινείται αυτός ο κόσμος, υπάρχουν πάντα εξαιρέσεις ξαναλέω. Αλλά εγώ όλο αυτό το σύστημα της εκμετάλλευσης δε θέλω να το παίξω. Συν ότι σπανίως βλέπω κάτι που να μου αρέσει.
Α.Π: Εμένα δε με ικανοποιούσαν ούτε οι παραστάσεις που έβλεπα ούτε που έπαιζα. Δεν μπορούσα να πηγαίνω από τον ένα σκηνοθέτη στον άλλο και να παίζω ρόλους και να είναι η κάθε παράσταση καλή, κακή ή μέτρια. Το θεωρούσα μάταιο. Είχαμε την ανάγκη να πούμε πράγματα που μας ενδιαφέρουν και να διοχετευτούμε μέσα από αυτό που κάνουμε πιο συνολικά και πιο δημιουργικά.

Τι κάνει για εσάς μια παράσταση καλή;

Χ.Π: Η αίσθηση του επείγοντος. Να ανεβάζεις ένα έργο επειδή έχεις ένα αίτημα και όχι για να προσθέσεις ακόμα ένα παράσημο στο ενεργητικό σου. Το αίτημα είναι σημαντικό. Ο λόγος. το κίνητρο που κάνεις κάτι…

Εσάς σας αγχώνει η κρίση; Πώς βλέπετε τα πράγμα όσο αφορά στην πολιτιστική παραγωγή;

Γ.Β: Χλωμά τα βλέπουμε. Νομίζω ότι όποιος δεν κινηθεί τώρα θα τον προσπερνάει η εποχή… Δεν είναι εύκολο, αλλά δε βλέπω άλλο δρόμο.
Χ.Π: Τα πράγματα για τον πολιτισμό πάντα δύσκολα ήταν. Ακόμα και για τον Μιχαήλ Άγγελο στην Αναγέννηση. Δε, για εμάς ειδικά πάντα τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Εμείς όμως απλώς θέλουμε να ζούμε από αυτό που κάνουμε. Και οι ζωές μας δεν είναι δαπανηρές, έχουμε μάθει με λίγα.
Α.Π: Συν ότι βγήκαν οι επιχορηγήσεις και είδαμε ότι δεν έχουμε πάρει…

Σας στενοχώρησε αυτό;

Α.Π: Απλά θέλω να μάθω το λόγο.
Γ.Β: Αυτό μας τυχαίνει σε μια χρονιά που έχουμε κάνει τρεις παραστάσεις, έχουμε δουλέψει πάρα πολύ.
Χ.Π: Εγώ προσωπικά η μόνη διέξοδος που βλέπω είναι οι χώρες του εξωτερικού. Το συζητάμε πολύ αυτό. Να ανοίξουμε ένα δίκτυο πιο κινητικό.

Είναι δύσκολο αυτό. Οι παραστάσεις μας δεν μπορούν να ταξιδέψουν εύκολα…

Χ.Π: Ναι,γιατί η Ελλάδα είναι μακριά από την κεντρική Ευρώπη. Άρα τα ταξιδιωτικά έξοδα είναι μεγαλύτερα. Σοβαρά, αυτό δεν είναι αμελητέο πρόβλημα.
Γ.Β: Η δραματουργία επίσης των παραστάσεων μας δεν αφορά την Ευρώπη.
Χ.Π: Η γλώσσα είναι ένα μικρό εμπόδιο, αλλά το κυριότερο είναι η ποιότητα.
Α.Π: Οι ελληνικές παραστάσεις δεν είναι τόσο ενδιαφέρουσες μάλλον.
Χ.Π: Τώρα θα κάνουμε πιο συστηματικές προσπάθειες να κινηθούμε στο εξωτερικό. Υπάρχει μια λογική στην Ελλάδα του “Κάλλιο πρώτος στο χωριό παρά δεύτερος στην πόλη”. Πιθανόν κι εμείς να είμαστε έτσι. αλλά νομίζω ότι ήρθε η ώρα να προσπαθήσουμε.

Κάποιοι λένε ότι σε περίοδο κρίσης η Τέχνη ακμάζει. Και ότι είναι μια ευκαιρία για ξεκαθάρισμα.

Γ.Β: Ναι, μπορεί. Και οι καλλιτέχνες σίγουρα έχουμε μια μεγαλύτερη ορμή. Αν δεν κινηθείς τώρα, δεν έχεις πια καμιά δικαιολογία.
Χ.Π: Το ζήτημα είναι να γίνει μια ανάληψη ευθύνης, γιατί όλοι ευθυνόμαστε γι’ αυτή την κατάσταση. Η διαφθορά υπάρχει παντού, από τους πολιτικούς που τα έφαγαν όλα μέχρι το δεκαπενταμελές του Λυκείου. Ο καθένας πρέπει να αναλάβει την ευθύνη του. Κάθε βράδυ, ας πούμε, κάνουμε αμάν να αδειάσει ο πεζόδρομος, που είναι αυτονόητο δικαίωμα ενός πεζοδρόμου να μην έχει μηχανάκια και αυτοκίνητα. Το θέμα είναι αν η κρίση μπορεί να αλλάξει αυτές τις συμπεριφορές, γιατί αυτές μας οδήγησαν ως εδώ.

Έχετε μετανιώσει ποτέ που επιλέξατε αυτό το δρόμο;

Ποτέ (με μια φωνή).

Ένα όνειρό που έχετε ως Blitz;

Χ.Π: Να ταξιδέψουμε με τις παραστάσεις μας. Να γνωρίζουμε ανθρώπους, να ανταλλάσσουμε απόψεις, να επικοινωνούμε…

Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν και δε σας έχουν κάνει;

Γ.Β: Να μας ρωτήσει κάποιος ειλικρινά: «Είστε καλά;» Και εμείς ειλικρινά να απαντήσουμε: «Είμαστε καλά».

Σας ευχαριστώ πολύ.

Κι εμείς.