Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Ο θεσμός των λογοτεχνικών βραβείων είναι ως γνωστόν ιδιαίτερα αμφιλεγόμενος και η επιχειρηματολογία, υπέρ ή κατά, μάλλον εξαντλημένη. Όσο τα λογοτεχνικά βραβεία αποτελούν επιβράβευση, άλλο τόσο αποτελούν και στιγματισμό. Από τη μία τα βραβεία μίας χώρας είναι και μία άτυπη ιστορία της λογοτεχνίας της, ένας αντιπροσωπευτικός οδηγός αλλά και κορυφαία προβολή, προβολή που εκ των πραγμάτων προωθεί την παιδεία, και πολλαπλασιάζει, αφενός το αναγνωστικό κοινό και αφετέρου τους επίδοξους συγγραφείς που αποκτούν στόχους και όνειρα μέσα από την επίσημη αναγνώριση που τα βραβεία προσφέρουν. Από την άλλη, η έννοια της βράβευσης στην τέχνη φορτίζει με ανταγωνισμό ένα χώρο ο οποίος εξ’ ορισμού αντιτίθεται σε αυτή τη λογική. Οι αμφιλεγόμενες ή ακόμη και λανθασμένες βραβεύσεις, (οι οποίες είναι αναπόφευκτο να υπάρχουν) αποπροσανατολίζουν τον κόσμο και αποθαρρύνουν συγγραφείς.

Παρά ταύτα, το παράδειγμα των πολλών και σημαντικών λογοτεχνικών βραβείων εξηγεί το πώς οι θεσμοί ορισμένες φορές μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά και ευεργετικά τη δημιουργικότητα στην τέχνη. Με την ευκαιρία λοιπόν της ανακοίνωσης των δύο νικητριών [Μάργκαρετ Άτγουντ και Μπερναρντίν Εβαρίστο] του βραβείου Man Booker 2019 θα ήταν ενδιαφέρον να ρίξουμε μια ματιά στα σημαντικότερα διεθνή λογοτεχνικά βραβεία, την ιστορία και την επιρροή τους, εξαιρώντας από τη συζήτηση το βραβείο Νόμπελ, το οποίο απευθύνεται στη συνολική εργογραφία ενός λογοτέχνη και όχι για κάποιο συγκεκριμένο έργο.

Το βραβείο Booker, το οποίο απονέμεται στο Λονδίνο, έχει εξελιχθεί σε ένα τεράστιο διεθνές φαινόμενο, παρά το ότι δεν είναι ούτε ιδιαίτερα παλαιό (ιδρύθηκε το 1969) ούτε και μεταξύ των βραβείων με τα μεγαλύτερα χρηματικά έπαθλα (50 χιλιάδες λίρες). Από το 1969 μέχρι το 2014, το βραβείο Booker απευθυνόταν σε συγγραφείς από τη Μεγάλη Βρετανία ή τα μέλη της κοινοπολιτείας (πρώην αποικίες της αυτοκρατορίας). Το 2015 πάρθηκε η αμφιλεγόμενη απόφαση το βραβείο να ανοίξει εντελώς σε όλους του αγγλόφωνους πεζογράφους (ουσιαστικά κλείνοντας το μάτι σε συγγραφείς από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες βεβαίως έχουν πολλά και ιστορικά λογοτεχνικά βραβεία). Το Booker σύντομα εκτοξεύτηκε στη συνείδηση της διεθνούς λογοτεχνικής – και όχι μόνο – κοινότητας, ξεπερνώντας κατά πολύ σε φήμη το πολύ παλιότερο Βρετανικό James Tate Black Memorial Prize, το οποίο απονέμεται στο Εδιμβούργο από το 1919. Η συμμετοχή και μόνο στη λίστα των υποψηφίων για το Booker εκτοξεύει τις πωλήσεις των βιβλίων παγκοσμίως, καθιστώντας το χρηματικό έπαθλο του βραβείου μία απλή υποσημείωση.

Όμως είναι στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου παρατηρήθηκε η μεγαλύτερη επιρροή των λογοτεχνικών βραβείων, εφόσον ο οργασμός της λογοτεχνικής παραγωγής ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οφείλεται εν μέρει και στην ισχυροποίηση του θεσμού των βραβείων. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό των πολλών και διαφόρων λογοτεχνικών βραβείων στις Η.Π.Α. παραμένει το ότι η θέσπισή τους δεν ήταν αυθαίρετη, αλλά ανταποκρινόταν στις ανάγκες διαφόρων εποχών, με αποτέλεσμα να αλληλοσυμπληρώνονται αντί να αλληλοαναιρούνται. Οι διαφορές τους στις περισσότερες περιπτώσεις είναι σημαντικές και έχουν ουσιαστικό λόγο ύπαρξης, ενώ δεν εξαντλούνται μονάχα σε θεματικούς ή υφολογικούς άξονες, αλλά φτάνουν μέχρι και στους τρόπους επιλογής των βραβευθέντων, καθώς και των κριτηρίων των επιλογών αυτών.

Τα λογοτεχνικά βραβεία στην Αμερική απέκτησαν σταδιακά μεγάλο κύρος και έφτασαν να αποτελούν παγκόσμιο γεγονός. Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως το βραβείο Πούλιτζερ και το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου (Νational Βook Αward) είναι τα πιο προβεβλημένα και έγκυρα βραβεία μετά το Νόμπελ στο παγκόσμιο στερέωμα (ή τουλάχιστον ήταν μέχρι την γιγάντωση του Booker). Το Πούλιτζερ, όντας και το παλαιότερο λογοτεχνικό βραβείο στις Ηνωμένες Πολιτείες (θεσπίστηκε το 1918 από τον ομώνυμο εκδότη και δημοσιογράφο), απονέμεται κάθε χρόνο στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Με την πάροδο των ετών έχει αποκτήσει πολλές υποκατηγορίες πέρα από τις τέσσερις αρχικές (πεζογραφία, θέατρο, ποίηση και δημοσιογραφία), και οι προτάσεις καθώς και οι τελικές αποφάσεις λαμβάνονται από ανεξάρτητες επιτροπές ανάλογα την κατηγορία. Το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου (θεσπίστηκε το 1950), βρίσκεται υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιδρύματος Βιβλίου. Αντίστοιχα, οι υποψηφιότητες και οι τελικές επιλογές αποφασίζονται από επιτροπές που είναι διαφορετικές σε κάθε μία από τις κατηγορίες του.

Παράλληλα, τα βραβεία Pen/Faulkner και National Book Critics Circle Award που ολοκληρώνουν το κουαρτέτο των σημαντικότερων βραβείων στις Η.Π.Α., γεμίζουν τα κενά που αφήνουν τα δύο βασικότερα βραβεία. Το πρώτο έχει πιο εναλλακτικό χαρακτήρα καθώς θεσμοθετήθηκε το 1980 από συγγραφείς και εκδότες προς τιμήν του Γουίλιαμ Φώκνερ ο οποίος είχε δωρίσει το χρηματικό έπαθλο του βραβείου Νόμπελ για τη δημιουργία ενός βραβείου για νέους συγγραφείς. Τα βραβεία PEN, που οργανώνονται από τη διεθνή οργάνωση λογοτεχνών, εκδοτών, δοκιμιογράφων και μεταφραστών, περιλαμβάνουν εκτός από το πιο διάσημο PEN/Faulkner για τo μυθιστόρημα, και πολλά άλλα, εκ των οποίων επίσης γνωστό είναι το PEN/Malamud, προς τιμήν του σημαντικού Αμερικανού πεζογράφου Μπέρναρντ Μάλαμουντ, το οποίο απονέμεται για διηγήματα. Η απονομή βραβείων PEN καθορίζεται με τη μεγαλύτερη ψηφοφορία για λογοτεχνικό βραβείο στις Ηνωμένες Πολιτείες, και όχι από μία συγκεκριμένη επιτροπή. Συνήθως βραβεύονται «εναλλακτικά» έργα, θεματολογικά ή υφολογικά, χωρίς να δίδεται σημασία στην εμπορική απήχηση. Το Εθνικό Βραβείο της Ένωσης Κριτικών (επίσης χωρίζεται σε υποκατηγορίες και θεσπίστηκε το 1975) απονέμεται μετά από ψηφοφορία περίπου 700 συντακτών και κριτικών από όλη τη χώρα, όντας ένα βραβείο που παραδοσιακά επιδιώκουν οι συγγραφείς και στοχεύει στην αναγνώριση έργων ποιότητας τα οποία ενδεχομένως δεν έτυχαν της αρμόζουσας προσοχής.

Από τα έξι μεγάλα λογοτεχνικά βραβεία στη Γαλλία, την παράσταση κλέβει το παλιότερο εξ’ αυτών, το βραβείο Goncourt, το οποίο απονέμεται από τα μέλη της ομώνυμης ακαδημίας από το 1903. Αν και το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας και το βραβείο Medicis είναι επίσης βραβεία με ιδιαίτερο κύρος, το Goncourt παρά το συμβολικό χρηματικό έπαθλο των 10 ευρώ ξεχωρίζει καθώς τοποθετεί τον νικητή του σε περίοπτη θέση στο γαλλόφωνο λογοτεχνικό στερέωμα.

Στον ισπανόφωνο κόσμο ξεχωρίζουν το ισπανικό βραβείο Planeta μυθιστορήματος και το βραβείο Romulo Gallegos της Βενεζουέλας. Και τα δύο απονέμονται σε ισπανόφωνους συγγραφείς και χαρακτηρίζονται από πλούσια χρηματικά έπαθλα. Το βραβείο Planeta, το οποίο απονέμεται από τον ομώνυμο ισπανικό εκδοτικό οίκο από το 1950, προσφέρει ένα τεράστιο έπαθλο αξίας 600.000 ευρώ αν και η αξιοπιστία του έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση λόγω του ότι οι περισσότεροι από τους βραβευθέντες συγγραφείς έχουν εκδοθεί από τον οίκο Planeta. Το Planeta επίσης έχει την ιδιομορφία ότι έχει θεσπίσει και δεύτερο βραβείο για τον επιλαχόντα συγγραφέα με το επίσης μεγάλο έπαθλο των 150.000 ευρώ.  Το βραβείο Romulo Gallegos ιδρύθηκε το 1964 προς τιμήν του πρώην προέδρου της Βενεζουέλας και συγγραφέα. Μέχρι το 1987 η απονομή του βραβείου γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια και έκτοτε κάθε δύο και στόχος του βραβείου είναι η προβολή σημαντικών σύγχρονων μυθιστορημάτων στην ισπανική γλώσσα.

Στη γερμανική γλώσσα ξεχωρίζει το βραβείο Μπύχνερ, το οποίο απονέμεται στο Ντάρμσταντ (γενέτειρα του δραματουργού Γκέοργκ Μπύχνερ). Αν και το βραβείο έχει τις ρίζες του στο 1923, έως το 1951 μπορούσε να απονεμηθεί μονάχα σε τοπικούς καλλιτέχνες του κρατιδίου της Έσσης. Έκτοτε η Γερμανική Ακαδημία το μετέτρεψε σε ένα καθαρά λογοτεχνικό βραβείο, το οποίο ήταν ανοιχτό σε οποιονδήποτε συγγραφέα που γράφει στην γερμανική γλώσσα, ανεξαρτήτως εθνικότητας.

Τέλος, το σημαντικότερο ιταλικό λογοτεχνικό βραβείο είναι το περίφημο Strega (από το ομώνυμο ιταλικό λικέρ). Το βραβείο απευθύνεται σε πεζογράφους και απονέμεται από το 1947 από τους αποκαλούμενους «Κυριακάτικους φίλους» μια αρχικά μικρή ομάδα ορισμένων φίλων που συναντιόντουσαν τις Κυριακές για να συζητήσουν για βιβλία, η οποία ομάδα πλέον έχει μετατραπεί στην αφρόκρεμα της πολιτιστικής ελίτ της Ιταλίας και αριθμεί πάνω από 400 μέλη.