Το βραβείο Τέρνερ, το πιο περίβλεπτο βραβείο σύγχρονης τέχνης, δεν σταματά να μας εκπλήσσει. Αυτή τη χρονιά, η μεγάλη τιμητική διάκριση και το πολυαναμενόμενο βραβείο απονεμήθηκε όχι σε έναν αλλά σε τέσσερις νικητές, δηλαδή σε όλους τους υποψήφιους φιναλίστ του βραβείου. Οι τέσσερις διεκδικητές είναι οι: Λόρενς Αμπού Χαμντάν, Χέλεν Κάμοκ, Όσκαρ Μουρίγιο και Θάι Σάνι που θα μοιραστούν και το χρηματικό έπαθλο των 25.000 λιρών.

Η τελετή απονομής έκρυβε την έκπληξη της ανακοίνωσης πως παρά την παράδοση που θέλει να τιμάται ο ένας από τους τέσσερις υποψηφίους, σε στιγμές όπως οι συγκαιρινές μας, όταν υπάρχουν τόσα «που χωρίζουν κι απομονώνουν τους ανθρώπους και τις κοινότητες», οι καλλιτέχνες αποφάσισαν να σχηματίσουν μία «κολεκτίβα» και να μοιρασθούν το βραβείο.

Εξ΄ονόματος όλων των καλλιτεχνών μίλησε η Χέλεν Κάμοκ που εστίασε στις κοινές παραμέτρους των τεσσάρων ‘φιναλίστ’ και στην προσπάθειά τους να μιλήσουν κατά των παραγόντων που διαιρούν την ανθρωπότητα, όπως η κλιματική αλλαγή, ο νομιμοποιημένος ρατσισμός και η ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών. Ο διευθυντής της βρετανικής Vogue, Έντουαρντ Ένινφουλ, που απένειμε το φετινό βραβείο διάβασε το σκεπτικό της επιτροπής, μια τολμηρή πρωτοβουλία στην ιστορία του θεσμού, κάνοντας ειδική αναφορά στους καλλιτέχνες  «για τη στράτευσή τους στους πολιτικούς και κοινωνικούς σκοπούς, κάτι που είναι τόσο απαραίτητο στους καιρούς μας».

Οι καλλιτέχνες εκθέτουν τα έργα τους μέχρι τις 20 Ιανουαρίου 2020 στο Μαργκέιτ, μαζί με τα έργα όλων των επιλαχόντων, και προσδοκούν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των συλλεκτών και του κοινού ενώ οι νικητές γνωρίζουν ότι το βραβείο αυτό θα διαμορφώσει την καλλιτεχνική τους σταδιοδρομία. Με έργα πολιτικά και κοινωνικά οι φετινοί καλλιτέχνες ζητούν μέσα από την τέχνη τους απονομή δικαιοσύνης για έναν κόσμο πολιτών με ίσα δικαιώματα.

Ο Αμπού Χαμντάν, που ζει στη Βηρυττό, που εξερευνά τις εικαστικές δυνατότητες του ήχου και αυτοχαρακτηρίζεται «ακουστικός ερευνητής», που καταγγέλει τις βάρβαρες συνθήκες στη φυλακή Σαϊντνάγια, έξω από τη Δαμασκό, ένα κέντρο βασανισμού και εκτελέσεων, η Χέλεν Κάμοκ εξερευνά με τις φωτογραφίες και την ντοκουμενταρίστικη ταινία της τον πολιτικό και κοινωνικό ρόλο των γυναικών στις εξεγέρσεις και τα κοινωνικά κινήματα στη Βόρειο Ιρλανδία, ενώ ο Όσκαρ Μουρίγιο αποτολμά μία ανηλεή κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα και την παγκοσμιοποιημένη και διαρκώς σε κίνηση εργατική δύναμη, μέσα από την εγκατάσταση ανδρείκελων από παπιέ-μασέ και το στήθος διάτρητο από μεταλλικούς σωλήνες. O Θάι Σάνι αντλεί έμπνευση έμπνευση από διαφορετικές ιστορίες, αφηγήσεις και χαρακτήρες και δημιουργεί φανταστικούς κόσμους γεμάτους με ουτοπικό δυναμικό. Αυτά τα βαθιά συναισθηματικά έργα συχνά συνδυάζουν πλούσιους και πολύπλοκους μονολόγους με συλλεκτικές, κορεσμένες εγκαταστάσεις, που εκδηλώνουν εξίσου ενοχλητικές και θεϊκές εικόνες στο μυαλό του θεατή.

Μετά από 35 χρόνια ο βρετανικός θεσμός όχι μόνο δεν φαίνεται να έχει χάσει το κύρος, αλλά είναι πρότυπο για την τόλμη μπροστά στις προκλήσεις της εποχής μας.