Κωμωδία με θέμα τη νύφη και τις κολλητές της που ξεκινάνε για γυναικείο μπάτσελορ στο Λας Βέγκας; Υποπτεύεσαι αμέσως ό,τι πιο ανέμπνευστο, ό,τι πιο αντιγραφή και ό,τι πιο αρπαχτή, αλλά δεν έχουμε να κάνουμε με τίποτα από αυτά, δεν έχουμε να κάνουμε με το «Hangover αλά Θηλυκά». Αντίθετα, οι «Φιλενάδες» είναι πολύ διασκεδαστικότερες, τολμηρότερες και γενικά πολύ καλύτερες από το τρελά υπερτιμημένο «Ηangover». Η Μάγια Ρούντολφ παντρεύεται κι αναθέτει στην παιδική της φίλη Κρίστεν Γουίγκ την διοργάνωση των σχετικών προγαμιαίων τελετουργικών. Μόνο που η Γουίγκ βρίσκεται σε εντελώς χάλια φάση της ζωής της, με αποτέλεσμα οι βδομάδες πριν τον γάμο να μετατραπούν σε υλικό για κωμωδία. Οι κωμωδίες και οι ρομαντικές κομεντί δεν κινδυνεύουν από spoiler. To τέλος τους, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, είναι το αναμενόμενο. Οπότε τι απομένει να καταστρέψεις σχολιάζοντας; Τα καλά τους αστεία ίσως; Ναι, αλλά κι αυτά συνήθως αποκαλύπτονται στο τρέιλερ. Μισή ντροπή δική μου λοιπόν – μισή των συμβάσεων του είδους, αφού στη συνέχεια θα μιλήσω τόσο για το τέλος όσο και για την πιο αστεία σκηνή της ταινίας. Αν θες να την δεις ακατάστρεπτη, σταμάτα να διαβάζεις.

Συνεχίζεις; Πρόβλημα σου. Χάπι εντ. Κι όμως χάπι έντ. Στο τέλος η Ρούντολφ θα παντρευτεί κανονικά και η Γουίγκ θα τα βρει με τον σωστό άντρα. Ωστόσο ενώ η ταινία μένει τελικά πιστή στις συμβάσεις του είδους, ταυτόχρονα τις υπονομεύει κιόλας σε ένα βαθμό, γειώνοντάς τες και φέρνοντάς τες κοντύτερα στην πραγματικότητα. Τις υπονομεύει όχι τόσο όταν μας δείχνει πράγματα που δεν περιμένουμε να δούμε (όταν συμβαίνει αυτό έχουμε σκηνές που βγάζουν γέλιο), όσο μην δείχνοντας μας πράγματα που κανονικά θα περιμέναμε να δούμε (μην δείχνοντας μας εξισορροπητικά γλυκανάλατα ψευτίσματα). Συγκεκριμένα:

Μολονότι εντελώς γυναικεία ταινία (το σενάριο είναι της Γουίγκ και μιας ακόμη γυναίκας, της Αννι Μαμολο) και ταινία για γάμους, το ρομάντζο βγαίνει από την μέση. Ο πατροπαράδοτος ρομαντισμός σχεδόν απουσιάζει. Η Ρούντολφ στην αρχή της ταινίας, όταν ο φίλος της δεν της έχει κάνει ακόμα την πρόταση γάμου, μιλά για αυτόν απαξιωτικά, σαν να της είναι αδιάφορος. Η ταινία μας απαλλάσσει από τη συνήθη γλυκερή σκηνή προς το τέλος, όπου θα μας πει πόσο σημαίνει τα πάντα για εκείνη και πόσο τρυφεροπίτσουνος είναι. Τα συναισθήματά της για εκείνον είναι σε όλη τη διάρκεια της ταινίας σε δεύτερη μοίρα έως εκτός θέματος, ακόμα κι όταν τρώει την κλασική φρίκη της παραμονής του γάμου. Η Γουίγκ πάλι προτιμά τον άντρα που της φέρεται σαν μια γυναίκα με την οποία κάνουν σεξ και μόνο. Ακόμα και στο σεξ σκέφτεται μόνο την πάρτη του και δεν την ικανοποιεί καν σεξουαλικά, όμως εκείνη τον θέλει. Κλείνει τα μάτια στα σαφή μηνύματά του ότι δεν σημαίνει κάτι για εκείνον, ελπίζοντας κι επιμένοντας. Θα επιλέξει τελικά κάποιον άλλον που ενδιαφέρεται για εκείνη και της φέρεται όμορφα. Μερικές από τις σκηνές που έχουν προηγηθεί στη διάρκεια της ταινίας μεταξύ τους είναι αληθινά γλυκές, δεν γίνεται όμως ποτέ το κλικ στη σκηνή του μεγάλου ρομαντισμού και του ακέραιου έρωτα. Φεύγοντας στο τέλος μαζί του, δεν φεύγει με τον μεγάλο έρωτά της, ούτε με κάποιον που είχε ερωτευθεί αλλά άργησε να το συνειδητοποιήσει, φεύγει με κάποιον που την κέρδισε με το ενδιαφέρον του. Κάνει μια πολύ υγιή και πολύ γαμάτη επιλογή, είμαστε 100% μαζί της γιατί το παλικάρι όντως σκλαβώνει, δεν έχουμε όμως να κάνουμε με μια νίκη του έρωτα, του έρωτα όπως έχουμε συνηθίσει να τον βλέπουμε στις ταινίες. Έχουμε να κάνουμε με πολύ πιο απομυθοποιημένα πράγματα, πολύ περισσότερο κοντά στη γη παρά στα σύννεφα.

Αντίστοιχα και στο πεδίο της οικογένειας και των παιδιών. Μια από τις φίλες έχει τρία αγόρια που έχουν μπει ή θα μπουν σε λίγο στην εφηβεία και είναι -όπως η ίδια λέει- μηχανές παραγωγής βωμολοχιών και γενετικού υλικού. Και σε άλλες ταινίες μπορεί να είχαμε αστεία με τα παιδιά. Σε αυτήν εδώ όμως δεν θα εμφιλοχωρήσει πουθενά η καθησυχαστική σκηνή που λέει «βρίζουν – ξεβρίζουν, ζέχνουν – ξεζέχνουν, εγώ τα λατρεύω τα σκασμένα και είναι όλη η ζωή μου και τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει το πόσο πλήρης νιώθω κοντά τους».

Ακόμα και αν η ταινία δεν αντέξει στο χρόνο, η σκηνή ανθολογίας στο μαγαζί με τα νυφικά θα αντέξει. Μα αστεία από τροφικές δηλητηριάσεις; Μα δεν είναι εύκολο ένα τέτοιου είδους γέλιο; Ακόμα κι αν είναι, γελάς. Αβίαστα και πηγαία. Και από την άλλη, όχι δεν είναι σκέτα εύκολο, γιατί παίρνει το πιο αηδιαστικά αντρικό είδος αστείων και το βάζει να παίξει εκτός έδρας: στην έδρα των γυναικείων σωμάτων. Και δεν το βάζει απλώς στη δική τους έδρα, το βάζει και μέσα σε ένα γυναικείο «ιερό». Ο λουσάτος οίκος με τα νυφικά, ο τόπος ο ονειρικός για κάθε αισθηματική κομεντί κανιβαλίζεται και μαγαρίζεται ως εκεί που δεν παίρνει. Σκέψου τον κλαυσίγελο της Κάρι όταν κοπανάει τον Μπιγκ με τη νυφική ανθοδέσμη και σκέψου σε απόλυτη αντιδιαστολή την Μάγια Ρούντολφ να την πιάνει κόψιμο μέσα στο νυφικό της και να στρογγυλοκάθεται μέσα στην μέση του δρόμου με τις φουφούλες. Ανεκτίμητο 🙂

Αν θες και λεπτότερο χιούμορ η ταινία έχει κι από αυτό (αλλά δεν αρχίζω να αναλύω τις σκηνές γιατί και χωρίς αυτές το κείμενο κοντεύει σε τετραψήφιο αριθμό λέξεων). Η ταινία βρίσκει όλες τις σπίθες της στο σενάριο (η σκηνοθεσία του Πολ Φιγκ απλά το υπηρετεί, άλλοτε επιτυχημένα άλλοτε λιγότερο, ποτέ πάντως εμπνευσμένα), έπειτα στις ερμηνείες όλων των ηθοποιών και τελικά στο βλέμμα της Κρίστεν Γουίγκ, που εκπέμπει μια απροσδιόριστα ευπρόσδεκτη αλήθεια, σε μια απροσδόκητα ευπρόσδεκτη ταινία. Αν τώρα την παράσταση τής την μισοκλέβει η εντελώς αντισυμβατικού κινηματογραφικά σουλουπιού Μελίσα Μακάρθι είναι επειδή της έχουν φυλάξει τις καλύτερες ατάκες της ταινίας, είναι επειδή και η ίδια μοιάζει αυθεντικό κωμικό ταλέντο, αλλά και επειδή όταν λέει, πως λόγω της εμφάνισής της στο σχολείο πέρασε τα πάνδεινα, έφτασαν να της βάζουν δυναμιτάκια στα μαλλιά και παρόλα αυτά τα έβγαλε πέρα στη ζωή χωρίς να κλαίγεται, έχεις την αίσθηση ότι μπορεί και να περιγράφει δικά της βιώματα.