Στο «Buried» νέος άντρας, πατέρας μικρού παιδιού, βρίσκεται θαμμένος ζωντανός μέσα σε ένα φέρετρο, στο «Είμαι ο Έρωτας» λιγότερο νέα γυναίκα, μητέρα τριών παιδιών κάπου ανάμεσα στα 20 και στα 25, βρίσκεται θαμμένη ζωντανή μέσα σε ένα γάμο. Ο άντρας είναι θαμμένος στο Ιράκ: δεν είναι στρατιώτης, δεν είναι μισθοφόρος της Βlackwater, είναι ένας απλός οδηγός φορτηγού που τον έθαψαν για να ζητήσουν λύτρα. Η γυναίκα είναι θαμμένη σε έπαυλη εμβληματικής βιομηχανικής οικογένειας της βόρειας Ιταλίας: δεν είναι δυστυχής, δεν υποφέρει, είναι θαμμένη στην μεγαλοπρεπέστατη ανία μιας ζωής όπου όλα είναι έτοιμα και οι μεγάλες συγκινήσεις παρελθόν. Του άντρα το όνομα το ξεχνάς, αφού είναι ένα ακόμα αμερικάνικο όνομα (Πολ) και δεν παίζει και κανένα ρόλο στην υπόθεση. Της γυναίκας όμως το όνομα το θυμάσαι επειδή στα ελληνικά ηχεί σαν Αίμα. Το θυμάσαι κυρίως επειδή δεν ήταν το αληθινό της: της το έδωσε ο άντρας της όταν την έφερε στην Ιταλία από την Ρωσία για να την παντρευτεί. Οικειοθελώς μετανάστες και οι δύο σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, ο μεν Πωλ για να μαζέψει κάποια χρήματα και γυρίσει στην πατρίδα του, η δε Έμμα από τότε που έφυγε επέλεξε να μην επιστρέψει στη Ρωσία, ούτε για να την ξαναδεί. Άρχισε να κατοικεί σε άλλο τόπο, σε άλλη γλώσσα, σε άλλο όνομα.

Όλο το «Buried» διαδραματίζεται μέσα στο φέρετρο: ένα κινητό, ένας αναπτήρας, ένας φακός, μια λάμπα, σε αντιδιαστολή με τις μιλανέζικες επαύλεις και τους επιβλητικούς καθεδρικούς ναούς, με τους λονδρέζικους ουρανοξύστες και την ιταλική φύση του «Είμαι ο Έρωτας». Ό,τι πιο μινιμαλιστικό οπτικά σε αντιδιαστολή με ό,τι πιο πλούσιο οπτικά. Κοινό γνώρισμα όμως και στις δύο ταινίες είναι η αξιοποίηση του χώρου τους. Ο χώρος ως περιορισμός και ταυτόχρονα ο χώρος ως δυνατότητα. Δεν ορίζει ο χώρος τις δυνατότητές σου, το βλέμμα σου τις ορίζει. Το μόνο που μπορεί να σε περιορίσει είναι να μην ξέρεις να κοιτάς. Και οι δύο σκηνοθέτες δεν έχουν τέτοιου είδους περιορισμούς. Ο Ροντρίγκο Κορτές εξαντλεί την ευρηματικότητά του στο «Buried», αλλά και ο Λούκα Γκουαντανίνο προσφέρει ασυνήθιστες λήψεις, ασυνήθιστα κάδρα από ψηλά ή από απόσταση. Περιορισμένο στον πιο ασφυκτικό χώρο που μπορεί να φανταστεί κανείς, τo «Βuried» αποδεικνύει ότι η πρώτη ύλη του κινηματογράφου είναι η φαντασία και το ταλέντο και ότι το «δεν γίνεται» δεν είναι απαράβατος κανόνας. Θα μπορούσαν αυτές τις μέρες να το επιβεβαιώσουν και εκτός κινηματογράφου οι -όχι πια θαμμένοι- μεταλλωρύχοι της Χιλής.

Από την αρχή της ταινίας ο Πωλ προσπαθεί να σωθεί. Το μοτίβο του «Buried» είναι αυτό και έτσι θα κινηθεί σε όλη της τη διάρκεια. Αντίθετα, το «Είμαι ο Έρωτας» χτίζει υπομονετικά και διακριτικά το δικό του περιβάλλον, χωρίς να βιάζεται καθόλου να μπει στο ερωτικό πεδίο. Γενικότερα το «Είμαι ο Έρωτας» είναι μια ταινία που σε ξεγελά. Νομίζεις πως βλέπεις μια εντελώς κλασική κινηματογραφική αφήγηση, μέχρι να διαπιστώσεις ότι έχει μέσα στην καρδιά της ένα ξεχωριστό προσωπικό στυλ. Όπως π.χ. συμβαίνει με τη σκηνή της ερωτικής καταδίωξης στο Σαν Ρέμο (μια σκηνή με επιρροές από τον «Δεσμώτη του Ιλίγγου» και που περιλαμβάνει άλλωστε ζουμ στο χτένισμα της Τίλντα Σουίντον σαν να ήταν η Κιμ Νόβακ), μια αληθινά ζαλιστική σκηνή, θαμπή σαν τα τζάμια του φορτηγού του για να μην είσαι σίγουρος αν θα βγει κι εκείνη από μέσα ή είναι όλα στη φαντασία της, θαμπωτική σαν την ανάμνηση του πρώτου αιφνίδιου φιλιού. Όπως επίσης συμβαίνει με όλη την τελευταία πράξη της ταινίας, που μολονότι περιέχει μια μελό απιθανότητα αντάξια της πιο κραυγαλέας σαπουνόπερας, κατορθώνει αμέσως μετά να την υπερβεί, με μια τραμπάλα έντονων συναισθημάτων, με μια θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στο βουβό και στο φωναχτό ή ανάμεσα στο σκοτάδι και τα μαργαριτάρια του κολιέ της.

«Το παν είναι να μη χάσουμε το μυαλό μας» θα της πει ο άντρας της. Αλλά η Έμμα είχε χάσει τόσα χρόνια τα ερωτικά της συναισθήματα και τώρα που τα βρήκε είναι μια χαρά διατεθειμένη να χάσει το μυαλό της. Kαι ίσως αυτό ακριβώς το χάσιμο επείγεται να διατηρήσει, ίσως αυτό να είναι το τελικό διακύβευμα και η τελική φούρια της ταινίας και ίσως για αυτό η ταινία εξαφανίζει από το προσκήνιο τον έρωτά της. Αλλά και γενικότερα η ταινία δεν αναλύει αισθήματα, δεν εξετάζει τα κίνητρά της, τα κίνητρά του, τα τι και τα πως, αμφιβολίες και αναστολές. Είναι που είναι ήδη τετριμμένο και χιλιοειπωμένο το θέμα του έρωτα που τάξεις και λοιπά εμπόδια δεν γνωρίζει, που αν το ανέλυε με λέξεις το μελόδραμα θα μετατρεπόταν κανονικά σε σαπουνόπερα. Αντί να μιλήσει για αυτά, η ταινία προτιμά να εικονογραφεί μεγάλα συναισθήματα, ριζικές αποφάσεις, το άνοιγμα της συναισθηματικής αβύσσου, και έτσι το σαπούνι αφαιρείται και μένει η όπερα. Η εμφατική σινεφίλ αναφορά της σκηνής του «Φιλαδέλφεια» φανερώνει την προτίμηση που έχει ο Γκουαντανίνο για τις σκηνές με πατημένο το γκάζι του μελοδράματος. Η Έμμα στο τέλος είναι μια δύναμη της φύσης, η καταπληκτική μουσική του Τζον Άνταμς είναι εσκεμμένα θυελλώδης και η ταινία τελειώνει σαν όπερα.

Και κάπως έτσι υποκλίνεσαι μεν στη σύλληψη και την εκτέλεση του «Buried», ξέρεις όμως πως αν είναι να χάσεις το δικό σου μυαλό για μια ταινία αυτή θα Είναι ο Έρωτας.