Tο «Carlos» ξεκινά με μια λεζάντα που μας προειδοποιεί ότι παραμένουν ακόμα πολλές γκρίζες ζώνες στη δράση του Κάρλος, ότι οι σχέσεις του με τους άλλους χαρακτήρες έχουν δραματοποιηθεί και ότι αυτό που πρόκειται να παρακολουθήσουμε δεν διεκδικεί την αυθεντικότητα μιας πιστής καταγραφής. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η γκρίζα ζώνη μεταφέρεται από το πεδίο της εξωτερικής δράσης και στο πεδίο του εσωτερικού κόσμου του Κάρλος. «Ο Κάρλος είναι ένα αίνιγμα. Με την ταινία προσπάθησα να το λύσω», λέει ο σκηνοθέτης Ολιβιέ Ασαγιάς. Το λέει αλλά δεν φαίνεται να το κατάφερε, τουλάχιστον στην σχεδόν τρίωρη εκδοχή του έργου του που προβάλλεται στους κινηματογράφους. Δεν ξέρω αν το κατάφερε στην ολοκληρωμένη του μορφή, στην διάρκειας δηλαδή 5 1/2 ώρων μίνι σειρά. Ας δούμε τι μαθαίνουμε λοιπόν για τον Κάρλος από τo Carlos: Ότι πιστεύει στην ένοπλη βία ως αποτελεσματικότερη μορφή πολιτικής πάλης από το λόγο. Ότι είναι -προσοχή, ακολουθεί κακή λέξη- οπλόκαυλος. Ότι είναι στρατιώτης της επανάστασης, αλλά όχι μάρτυρας. Τσιτάτα. Ο ψυχισμός του παραμένει κατʼ ουσίαν ανεξερεύνητος. Δίπλα του σκιαγραφούνται καθαρότερα οι δεύτεροι χαρακτήρες. Καταλαβαίνουμε ευκολότερα τι είναι (αν όχι στην πραγματικότητα, έστω κατά την ταινία) ο Bαντί Χαντάτ, ο Άντζι, η Νάδα. Ο Ασαγιάς φιλμάρει τον Κάρλος ατελείωτα, χωρίς να προσπαθεί να τον διαβάσει, χωρίς να εκμεταλλεύεται όλο αυτό το χρόνο για να μας παραδώσει την δική του εκδοχή ενός ανθρώπου πίσω από τη θολούρα της φήμης του. Από το έργο λείπει η πυξίδα, ο ερμηνευτικός άξονας τόσο των γεγονότων που βλέπουμε να καταγράφονται στο φακό, όσο και του κεντρικού τους ήρωα. Περιστατικά, περιστατικά, περιστατικά.

Πρόκειται ωστόσο για περιστατικά που η αναπαράστασή τους σε αποζημιώνει. Είναι που είναι από μόνο του το θέμα της εικοσαετούς δράσης ενός διαβόητου διεθνούς τρομοκράτη γοητευτικό, είναι και η εικονογράφησή του παραπάνω από αξιοπρεπής, με αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά σπαταλημένος χρόνος ή σπαταλημένα λεφτά να μπορεί να χαρακτηριστεί η παρακολούθηση της ταινίας. Που ωστόσο δεν είναι ταινία, αλλά τηλεοπτική σειρά, κι αυτό φαίνεται. Όχι μόνο στα όποια χάσματα έχει αφήσει η αφαίρεση της σχεδόν μισής διάρκειας του συνολικού υλικού, ούτε μόνο στην αρχιτεκτονική της (π.χ. στο αν, πώς και πότε κλιμακώνεται). Ο «Carlos» θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί πρώτης τάξεως τηλεόραση, αλλά μεσαίας τάξεως σινεμά. Από μια μίνι σειρά μπορεί και να μη ζητάς κάτι βαθύτερο, κάτι αιχμηρότερο, κάτι που να φτάνει πιο κοντά στην ουσία των πραγμάτων, στην ουσία τόσο την πολιτική όσο και του συγκεκριμένου ήρωα. Να σε καλύπτει και με το παραπάνω η εικονογράφηση, η γοητεία επί της γοητείας, η συναρπαστική αναπαράσταση συναρπαστικών γεγονότων. Από τον κινηματογραφική προβολή φεύγεις, έχοντας ασφαλώς δει κάτι ενδιαφέρον και χορταστικό, αισθανόμενος ωστόσο πως ο σκηνοθέτης ήξερε τι ήθελε να δείξει, αλλά καθόλου τι ήθελε να πει.

Ο πρωταγωνιστής Εντγκαρ Ραμίρεζ είναι από την Βενεζουέλα όπως ο Κάρλος. Ο Ασαγιάς λέει ότι ήθελε ο άνθρωπος που θα τον υποδυθεί να είναι συμπατριώτης του, ωστόσο δεν του έχει κάνει χάρη δίνοντάς του το ρόλο, αφού «γράφει» και με το παραπάνω στον φακό. Δεδομένων δε των ωρών που διαρκεί η ταινία και του ότι παίζει σε κάθε σχεδόν σκηνή της, πρέπει να είναι ο κάτοχος του παγκόσμιου ρεκόρ κινηματογραφικών τσιγάρων, καθώς μπορεί σε μια σκηνή να λέει ότι τα όπλα είναι προέκταση του σώματός του, ωστόσο ακόμα πιο σίγουρα τα τσιγάρα είναι προέκταση των δακτύλων του. H σύμπτωση είναι ότι ο Ραμίρεζ είχε παίξει σε μια ταινία από την τριλογία του Bourne, όπου στα βιβλία του Ρόμπερτ Λάντλαμ ο βασικός κακός είναι ο Κάρλος, αλλά στην μεταφορά τους στις ταινίες με τον Ματ Ντέιμον ο Κάρλος δεν είχε θέση. Είχε θέση όμως σε μια παλιότερη μεταφορά, όπου τον υποδυόταν μάλιστα ο καθόλου Παραγουανός Γιώργος Βογιατζής.

Κεντρική θέση τόσο στη δράση του αληθινού Κάρλος όσο και στην ταινία καταλαμβάνει η επιδρομή στη Σύνοδο των Υπουργών του ΟΠΕΚ στη Βιέννη. Οι στολές των Αυστριακών αστυνομικών του 1975 που μπαίνουν στο κτίριο για να αντιμετωπίσουν οπλισμένους τρομοκράτες που έχουν αιχμαλωτίσει υπουργούς, συγκρινόμενες με αυτές μιας διμοιρίας ΜΑΤ σε οποιαδήποτε αθηναϊκή διαδήλωση, θυμίζουν στολές προσκόπων σε εκδρομή. Μόλις αποκρούονται οι αστυνομικοί και ξεκαθαρίζει η κατάσταση αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις. Ούτε λίγο ούτε πολύ ο Κάρλος ζητά να του παραχωρηθεί αεροπλάνο, όπου θα μεταβεί μαζί με τους δεκάδες ομήρους του. Με τα σημερινά μάτια θα τον ρωτούσαμε: «Μα είσαι τρελός; Είναι ποτέ δυνατόν να κάνουν δεκτό το αίτημά σου;» Τότε το έκαναν. Το αεροπλάνο έκανε βόλτες μεταξύ Αλγερίας και Λιβύης. Ο Κάρλος απελευθέρωσε τους ομήρους λαμβάνοντας 20.000.000 δολάρια και μένοντας ελεύθερος να συνεχίσει τη δράση του. Συγκρινόμενος με την μεταχείριση που έχουν σήμερα στην Ελλάδα εικοσάχρονοι τρομοκράτες (τα εισαγωγικά τα βάζει εδώ κανείς κατά το δοκούν), δεν μπορεί κανείς παρά να διαπιστώσει ότι καμιά φορά η πιο ακραία επιστημονική φαντασία κατοικοεδρεύει στο κοντινό παρελθόν.