Στον «Θεό της Σφαγής» δυο εντεκάχρονα αγόρια λογομαχούν στο πάρκο. Το ένα αρπάζει ένα κομμάτι ξύλο και ρίχνει μια στα μούτρα του άλλου. Του σπάει δυο δόντια, παρά λίγο κι ένα τρίτο. Οι γονείς του θύματος προσκαλούν τους γονείς του θύτη στο σπίτι τους, προκειμένου να συνυπογράψουν μια κοινή δήλωση καταγραφής του συμβάντος. Ο λόγος που το κάνουν είναι επειδή πιστεύουν πως έτσι πρέπει να λύνονται οι διαφορές: πολιτισμένα, ειρηνικά, συμβιβαστικά, όχι εχθρικά, όχι με αντιδικίες. Βασικά δηλαδή η μάνα (Τζόντι Φόστερ) το πιστεύει αυτό και δική της ιδέα ήταν όλη αυτή η διευθέτηση. Γιατί η μάνα -που γράφει βιβλία για το Νταρφούρ και άλλες αφρικάνικες τραγωδίες- θεωρεί πως αν κάτι τόσο άγριο συμβαίνει μεταξύ παιδιών σε μια καλή συνοικία της Νέας Υόρκης αυτό κάτι κακό σημαίνει για το δυτικό πολιτισμό. Κι έτσι όταν οι γονείς των παιδιών αυτών φέρονται τόσο ώριμα, παίρνει πόντους ο δυτικός αλλά κι ο πολιτισμός στο σύνολό του. Ο πατέρας (Τζον Σι Ράιλι) είναι πολύ πιο απλός τύπος, ένας σχετικά επιτυχημένος χονδρέμπορος ειδών οικιακού εξοπλισμού. Όχι δηλαδή ότι αν εξαρτιόταν από εκείνον θα είχε λύσει το θέμα επιθετικά. Θα το είχε προσπεράσει ως κάτι που συμβαίνει ανάμεσα σε παιδιά. Κάθε άλλο παρά συγκρουσιακός τύπος είναι, αντίθετα προσπαθεί συνεχώς να ευχαριστήσει τους πάντες. Μολονότι της γυναίκας του επιθυμία ήταν η συνάντηση, εκείνος πήγε και πήρε καινούριες τουλίπες για το βάζο, εκείνος είπε να μην τελειώσουν αλλά να κρατήσουν λίγη από την σπεσιαλιτέ αχλαδομηλόπιτα της γυναίκας του, για να φιλέψουν τους καλεσμένους. Κι οι γονείς του θύτη; Εκείνος (Κρίστοφ Βαλτς) είναι μεγαλοδικηγόρος που ταξιδεύει παντού (ναι, και στην Αφρική), εκείνη (Κέιτ Γουίνσλετ) κάτι σαν σύμβουλος επενδύσεων. Αλλά είτε η φύση της δουλειάς της δεν απαιτεί πολλά τηλέφωνα, είτε δεν είναι και τόσο κορυφή στη δουλειά της, με αποτέλεσμα το κινητό της να μην χτυπάει καθόλου. Ενώ του άντρα της διαρκώς. Έχει να χειριστεί από τηλεφώνου μια κρίση που φουντώνει σε χρόνο dt, καθώς μια φαρμακευτική -ο μεγαλύτερος πελάτης του- αντιμετωπίζει την αρνητική δημοσιότητα που πέφτει ξαφνικά πάνω της για τις παρενέργειες ενός δημοφιλέστατου φαρμάκου της.

—–

Δύο μοτίβα διατρέχουν το έργο: το πρώτο είναι οι γονείς του θύτη όλο πάνε να φύγουν κι όλο μόλις βγουν από την εξώπορτα και φτάσουν στο ασανσέρ οι άλλοι τους ξαναγυρνάνε μέσα. Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό τους γαβγίζει κι ο σκύλος των γειτόνων. Το δεύτερο μοτίβο είναι το κινητό του δικηγόρου. Που χτυπώντας συνεχώς, διακόπτει και συνεχώς τις συζητήσεις των τεσσάρων. Και τι αφορούν αυτές οι συζητήσεις; Ένα από τα θέματα είναι πως το παιδί πρέπει να ζητήσει συγγνώμη. «Οκ, θα του πούμε να ζητήσει», λένε οι γονείς του. «Όχι, πρέπει να το θελήσει από μόνο του», επιμένει η Τζόντι Φόστερ. Πρέπει να το θέλει. Αν η παλιά διαπαιδαγώγηση αρκούνταν στο “πρέπει” και την πειθαρχία, αρκούνταν στην έμπρακτη συμμόρφωση, το “πρέπει να το θέλεις” μπαίνει και στον ψυχικό σου κόσμο, διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο επάνω σου, ζητώντας σου να εσωτερικεύσεις ό,τι σου λένε, ό,τι αντιλαμβάνονται ως σωστό. Το παιδί πρέπει να αντιληφθεί τις συνέπειες της πράξης του. Νιώθει τύψεις; Πρέπει να νιώσει τύψεις. Είναι σαν η Τζόντι Φόστερ να διοργανώνει τη συνάντηση με διπλό κίνητρο: το συνειδητό, να προασπίσει στην πράξη τις αξίες της περί φιλικής λύσης των διαφορών, και το υποσυνειδητό, να ενοχοποιήσει στο φουλ το άλλο ζευγάρι. Και πολύ πολιτισμένα να τα βρούμε, αλλά και το παιδί σας έκανε κάτι φρικτό στο δικό μου. Η Κέιτ Γουίνσλετ περνά στην αντεπίθεση. Ο Τζον Σι Ράιλι τους είχε πει νωρίτερα, πριν η συζήτηση αρχίσει να εκτραχύνεται, ότι είχε αφήσει στο δρόμο ένα χάμστερ που είχαν στο σπίτι. «Δε νιώθει λοιπόν τύψεις;», τον ρωτά. Πώς γίνεται να μη νιώθει τύψεις που εγκατέλειψε στη τύχη του ένα ζωάκι; Πρέπει να τις νιώσει.

Η αντιδιαστολή των γενοκτονιών στην Αφρική με ένα ασήμαντο μικροεπεισόδιο στην καρδιά του πολιτισμού. Παιδιά που εκπαιδεύονται να σκοτώνουν, με παιδιά που απλά τσακώθηκαν σε έναν καυγά. Σαν το συγκεκριμένο νεοϋρκέζικο σαλόνι να προσπαθεί να γίνει ο φάρος της λογικής και της καταπολέμησης όλων των ενστίκτων. Έσπασε τα μούτρα ο γιος σας του γιου μας; Ελάτε να τα βρούμε. Θα σας κεράσουμε αχλαδομηλόπιτα και εσπρέσο, single malt και πανάκριβα πούρα. Όμως οι καλοί μας τρόποι και η ευγένεια μας δεν είναι παρά προσωπεία που πάρα πολύ γρήγορα μπορούμε να τα ξεφορτωνόμαστε, ειδικά αν έχουμε πιει και λίγο: εμετοί, ρίψεις αντικειμένων, καταστροφές αντικειμένων, χειροδικίες. Οκ, είναι λίγο σαν το έργο και κατ΄ επέκταση κι η ταινία να μας ανακοινώνουν το αυτονόητο. Από την άλλη όμως, για αυτό το λόγο νομίζω πως το έργο δεν μας ζητά και να αντιπαθήσουμε τους ήρωές του. Οι τέσσερεις ήρωες δεν είναι τίποτα τέρατα υποκρισίας που ξεσκεπάζονται ή που κατεδαφίζονται στα αλήθεια. Το γκρέμισμα τους είναι μάλλον κάτι που βλέπουμε χαμογελώντας, καθώς μοιάζει ίσως κι αυτό τόσο αποδραματοποιημένο, όσο ένα επεισόδιο με ξύλα ανάμεσα σε παιδιά, σε σύγκριση με τα παιδιά δολοφόνους των αφρικανικών εμφυλίων. Μπορεί λοιπόν ο ένας μετά τον άλλο οι ήρωες να λένε ότι «αυτή είναι η χειρότερη ημέρα της ζωής μου», ωστόσο ούτε την ώρα που το λένε δεν το εννοούν στα σοβαρά.

—-

Ο Πολάνσκι μεταφέρει στο κινηματογράφο την θεατρική επιτυχία της Γιασμίνα Ρεζά, χωρίς η επιλογή του να υποστηρίζεται από κάποια διαφορετική αισθητική πρόταση. Απλά βλέπουμε τέσσερις ανθρώπους σε ένα διαμέρισμα, λίγο πολύ σαν να πρόκειται για καλά κινηματογραφημένο θέατρο. Και σε μια πετυχημένη θεατρική παράσταση, θα υπήρχε τουλάχιστον η θεατρική ατμόσφαιρα. Από την άλλη έχει συγκεντρώσει τέσσερις πρώτης διαλογής ηθοποιούς, που είναι χαρά να τους βλέπεις να παίζουν μαζί σε όλη τη διάρκεια του έργου (έστω και αν η Τζόντι Φόστερ κάνει την αρνητική έκπληξη και όταν η ηρωίδα της χάνει την ψυχραιμία της και αρχίζει να κλονίζεται, χάνει κι αυτή το σωστό τόνο ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό). Και για να μη δώσω λάθος εντύπωση, οι απορίες για το αν συνέτρεχε καλλιτεχνικός λόγος να γυριστεί το θεατρικό σε ταινία, δεν σημαίνουν πως η ταινία δεν βλέπεται ευχάριστα. Αντίθετα, πολύ ευχάριστα βλέπεται, χαμογελάς συχνά, ενίοτε γελάς, υπάρχουν στιγμές που την απολαμβάνεις κιόλας. Ακόμα και αν το έργο δεν σου αποκαλύπτει κάποια καλά καταχωνιασμένη πανανθρώπινη αλήθεια, ακόμα κι αν δεν εκτοξεύει τη νοημοσύνη σου στην στρατόσφαιρα, σίγουρα δεν της φέρεται και άσχημα. Έξυπνο είναι και ελκυστικό. Θα προτιμούσες όμως να περνούσες καλά για περισσότερη ώρα από τα ούτε 80 λεπτά που κρατάει (αν μη τι άλλο επειδή με τίποτα δεν αισθάνθηκες πως το έργο πρόλαβε να πει όλα όσα μπορούσε μέσα σε αυτό το χρόνο).

—-

Όσο για τις τύψεις, αποδεικνύονται υπερβολικές. Τα παιδιά θα είναι πάντα παιδιά και τα ζώα θα είναι πάντα ζώα. Για όλους υπάρχει χώρος στο πάρκο. Όσο για την τεχνολογία, αντέχει και δεν μπορείς να απαλλαγείς από αυτήν τόσο εύκολα. Σίγουρα όχι τόσο εύκολα όσο από τα καθώς πρέπει προσωπεία σου.