Όταν οι ταινίες μικρού μήκους ταξίδεψαν από τη Δράμα στην Αθήνα, όλοι μου είπαν να μη χάσω το Casus Belli, την ταινία του 29χρονου Γιώργου Ζώη. Είναι, λέει, από τους πιο πολλά υποσχόμενους νέους σκηνοθέτες. Είχαν δίκιο: Η 11λεπτη ταινία του είχε όλα τα στοιχεία που συνθέτουν μια καλή δουλειά: καλογυρισμένη, πρωτότυπη, δουλεμένη, δυνατή, με άποψη και μήνυμα.

Ένα τράβελινγκ που ξεκινά με ένα παραγεμισμένο καρότσι σούπερ μάρκετ και την ουρά στο ταμείο, συνεχίζει σε κάθε είδους ουρές ανθρώπων – σε κλαμπ, εκκλησίες, γκαλερί, προποτζίδικα, μέχρι μια ουρά για συσσίτιο έξω από το Καλλιμάρμαρο. Παρακολουθούμε και την αντίστροφη πορεία αυτής της ουράς, ένα ανθρώπινο ντόμινο που ενεργοποιείται από την οργισμένη αντίδραση ενός άστεγου, μέχρι που το καρότσι διαγράφει τη δική του πορεία καταλήγοντας σ’ αυτόν.

Είχα διαβάσει ότι ο Ζώης σπούδασε φυσικές επιστήμες και αστροφυσική μέχρι που τον τράβηξε ο κινηματογράφος και συνέχισε στη σχολή Σταυράκου και στην UdK του Βερολίνου. Έτσι δε με παραξένεψε που αντιμετώπισε ως…πείραμα τη συνέντευξή μας:

Νιώθεις κάπως περίεργα με την ξαφνική δημοσιότητα;
Η αλήθεια είναι ότι έγιναν όλα μαζί: Clermont-Ferrand, Βενετία, Δράμα…Ένα μικρό ντόμινο δηλαδή κι εδώ. Είχα ένα δίλημμα με τις πολλές συνεντεύξεις, το συζήτησα πολύ και κατέληξα πως θέλω να μιλάω, για να αναδείξω τις ταινίες μικρού μήκους γενικά. Να τύχουν μιας σοβαρής αντιμετώπισης, όπως και στη Βενετία, όπου αντιμετωπίζονται σαν τις μεγάλου μήκους. Η διάρκεια για μένα είναι μια αισθητική επιλογή. Γιατί την ίδια ιστορία μπορεί να την πεις σε τρία λεπτά και σε μιάμιση ώρα. Παρατηρώ λοιπόν με περιέργεια τη δημοσιότητα, να δω πώς πάει – μόνο να μη μου καταστείλει την έμπνευση!…

Διάβασα ότι έχεις δουλέψει με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο για τη «Σκόνη του Χρόνου»
Ναι, στην Ελλάδα και στο Βερολίνο. Με επηρέασε πολύ και δίπλα του έμαθα κάτι πάρα πολύ σημαντικό: Ότι ανεξάρτητα από το ταλέντο και την αναγνώριση, πρέπει να δουλέψεις πολύ σκληρά, με πειθαρχία, με πάθος. Τον έβλεπα να δουλεύει διαρκώς, ενώ εμείς οι νεότεροι κάποια στιγμή σταματούσαμε, και πείσμωσα. Μου έλεγε: Γιώργο, κάτσε εδώ, να μάθεις πώς, ανεξάρτητα από το πόσες διακρίσεις έχεις πάρει, παλεύεις για να φτιάξεις μια ταινία.

Η οικονομική κρίση ήταν η έμπνευσή σου για το σενάριο;
Έγραψα το σενάριο πριν δύο χρόνια και ξεκίνησα την ταινία πριν ενάμιση χρόνο. Τότε ακόμα δεν είχε γίνει ορατή η οικονομική κρίση, όμως αν διάβαζες κι άκουγες προσεκτικά γύρω σου, όλα έδειχναν ότι θα ερχόταν. Τελικά η ταινία αποδείχτηκε επίκαιρη. Αρχικά είχα την ιδέα με τις ουρές. Το εύρημα του ντόμινο το εμπνεύστηκα από μια άσκηση εμπιστοσύνης που παρακολούθησα στο Βερολίνο. Παιδιά νηπιαγωγείου με τις δασκάλες τους είχαν σχηματίσει φιδάκι. Το πρώτο παιδάκι έπεφτε και ο ένας έπρεπε να πιάσει τον άλλον. Η θεωρία του ντόμινο είναι βασική οικονομική θεωρία, η αλυσίδα του χρήματος, οι αγορές, τα χρηματιστήρια, πώς ο ένας επηρεάζει τον άλλον. Στην ταινία βέβαια δεν πρόκειται για άσκηση εμπιστοσύνης, αλλά για κατάρρευση.

Πώς προέκυψε ο τίτλος της ταινίας, Casus Belli;
Πιστεύω ότι η πείνα είναι αιτία κι αφορμή πολέμου. Κι ότι οι άνθρωποι είναι πολύ σημαντικοί και όταν πέφτουν. Σε συνθήκες ευημερίας, όλοι έχουν έναν καθωσπρεπισμό, μια μάσκα. Στην κρίση βγαίνουν πιο πρωτόγονα και ζωώδη ένστικτα. Ο πολιτισμός είναι σαν ένα πέπλο, που το κρύβει αυτό. Μπροστά όμως στο ένστικτο της επιβίωσης, ο καθωσπρέπει πολιτισμός αυτόματα καταρρέει.

Εσύ πώς τη βιώνεις αυτή την κρίση;
Βλέπω καταρχήν ένα διάχυτο εκνευρισμό. Στο δρόμο, στο μετρό, πχ, σπρώχνονται, βρίζονται και τσακώνονται. Το ποσοστό της εξαθλίωσης έχει αυξηθεί. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ψάχνουν στα σκουπίδια. Βλέπω και τους γνωστούς μου: Όσοι έμειναν στην Ελλάδα εργάζονται με ελαστικό ωράριο ή μένουν άνεργοι. Ξέρεις τι παρατηρώ? Όσοι εργάζονται, δεν πληρώνονται, κι όσοι πληρώνονται, δεν εργάζονται, έχουν άλλα εισοδήματα.

Σε φοβίζει αυτή η κατάσταση;
Από τη φύση μου είμαι ψύχραιμος άνθρωπος. Νομίζω πάντως ότι έχει επιβληθεί μια παρατεταμένη κατάσταση ανασφάλειας, μια οικονομική τρομοκρατία που μας έχει μουδιάσει και μας κάνει κοπάδι που ακολουθεί. Μέχρι τώρα τροφοδοτούνταν η μεσαία τάξη, τώρα αυτή είναι που καταρρέει και προκύπτουν νέες μορφές συσσώρευσης πλούτου. Σε αυτή τη επιτάχυνση προς τα πίσω, εμείς πρέπει να κρατηθούμε. Για μένα το δίλημμα είναι: Ή θα συναποφασίσουμε πώς θα δημιουργήσουμε το μετά, ή θα υποκύψουμε στο μετά που μας επιβάλουν τώρα.

Οι ουρές στην ταινία, πριν το συσσίτιο, είχαν να κάνουν με την κατανάλωση;
Κυρίως είχαν να κάνουν με την οικονομική συναλλαγή και εν τέλει την πείνα. Από την πείνα για θρησκεία, λεφτά, διασκέδαση, μέχρι την κυριολεκτική πείνα. Από τη διαβίωση στην επιβίωση. Όλη η διαδρομή που δείχνω, καταλήγει σ’ εμάς. Ο καθένας μας μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του στις ουρές αυτές, αλλά μελλοντικά ίσως και στο συσσίτιο. Και ο άστεγος στο τέλος δεν τρώει από το καρότσι, αλλά σε κοιτάζει. Κι εκεί βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τον τελευταίο τροχό αμάξης αυτής της κοινωνίας. Έχεις κάποια συνενοχή, συμμετοχή και ευθύνη. Τι θα κάνεις;

Γιατί διάλεξες το Καλλιμάρμαρο για το συσσίτιο;
Αν προσέξεις καλά, πάνω από τα κεφάλια όλων, όσοι περιμένουν στην ουρά, διακρίνονται οι ολυμπιακοί κύκλοι. Η γκλαμουριά των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 που πληρώνουμε τώρα. Επίσης αν δεις, το στάδιο είναι τελείως άδειο από θεατές. Όπως και το συσσίτιο. Τώρα όλοι κάνουμε σα να μην βλέπουμε το πρόβλημα. Η ουρά όμως αυτή είναι σκόπιμα τριπλάσια από τις προηγούμενες ουρές της ταινίας. Επίσης η επιλογή έγινε με κριτήριο και τους ξένους θεατές, για τους οποίους το στάδιο αυτό συμβολίζει κάτι το αρχαίο, και το οποίο έτσι έρχεται σε μια σφοδρή αντιπαράθεση με την σύγχρονη πραγματικότητα.

Τι ετοιμάζεις τώρα;
Τον Νοέμβριο το Casus Belli συμμετέχει και σε άλλα δυο φεστιβάλ, της Amiens και της Gijon. Ξεκινάω επίσης μια μεγάλου μήκους ταινία, το “Stage fright”, που είναι ένας ψυχολογικός όρος για το άγχος της έκθεσης και για το φόβο του ηθοποιού στη σκηνή. Το έργο εκτυλίσσεται μέσα σε ένα θέατρο. Το σενάριο έχει επιλεγεί πρόσφατα ως ένα από τα δέκα που διεκδικούν βραβείο ανάπτυξης σεναρίου στο «Αγορά»,  του προγράμματος Balkan Fund του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Η ταινία θα προβληθεί στο Τριανόν την Κυριακή 17 και την Τετάρτη 20 Οκτωβρίου.

Πληροφορίες και στο site www.casusbellifilm.com