Δεν είχαμε προλάβει καλά καλά να συνέλθουμε από το ολοκαύτωμα του Κing’s Landing και στραφήκαμε ομαδικά σε μια άλλη καταστροφή. Από HBO σε ΗΒΟ κι από το “Game of Thrones” στο “Chernobyl”. Κι αν το πρώτο είχε χτίσει τη φήμη του μέσα στα χρόνια, ο χρόνος που πέρασε από τη στιγμή που διάβασες την πρώτη ανάρτηση στα σόσιαλ μίντια κάποιου φίλου που είδε το «Τσερνόμπιλ», μέχρι τη στιγμή που σε ρωτάνε την ίδια μέρα πέντε διαφορετικοί άνθρωποι αν το είδες, κι από εκεί μέχρι τη στιγμή που όλοι στα σόσιαλ μίντια συζητάνε ενώ πια το έχουν δει, είναι εντυπωσιακά αστραπιαίος. Έχει αλλάξει εντελώς ο τρόπος μέτρησης του χρόνου, έχει πυκνώσει εντελώς ο χρόνος αναφορικά με τις σειρές που γίνονται δημοφιλείς, δημοφιλείς με μεθόδους διάδοσης της φήμης τους ανάλογες του viral. Το ερώτημα βέβαια είναι η σχέση της κάθε δημοφιλούς σειράς με τον χρόνο μετά: πόσο μένει, πόσο θα την θυμόμαστε, πόσο θα την ανακαλούμε στη μνήμη όταν η εποχή της κοινής αναφοράς και της κοινής συζήτησης στα σόσιαλ μίντια και στις παρέες περάσει. Πριν λίγες μέρες θέλησα να ξαναδώ για να τσεκάρω κάτι στο πρώτο επεισόδιο του “Μad Men”. E, ξανακόλλησα, ξανακατέβασα όλο τον πρώτο κύκλο, η κλάση, το βάθος και το πλάτος της σειράς είναι σημεία αναφοράς, οι μεγάλες σειρές όχι μόνο δεν κινδυνεύουν να εξαφανιστούν από το χρόνο, αλλά η θέση τους είναι δίπλα σε αυτήν των μεγάλων ταινιών.

Δεν μπορώ να προβλέψω με σιγουριά πώς θα φερθεί ο χρόνος στο «Τσερνόμπιλ», μπορώ να πω όμως με κάθε σιγουριά ότι είναι μια σειρά που κατορθώνει να σου αποδώσει αποτελεσματικότατα όλον τον ζόφο του περιβόητου πυρηνικού ατυχήματος του 1986, χωρίς να προβαίνει στην παραμικρή έκπτωση αισθητικοποίησης των συνεπειών του, χωρίς να επιδίδεται σε φτηνές επιδείξεις σοκ για το σοκ, χωρίς να μετατρέπεται σε σαδιστικό τσίρκο. Το «Τσερνόμπιλ» εικονοποιεί την κόλαση, γνωρίζοντας πολύ καλά, ότι η κόλαση δεν είναι στιγμιαίο σοκ, δεν είναι ρόλερ κόστερ τρομαγμάτων και δειγματισμός τάπερ φρίκης, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η αληθινή κόλαση είναι κάτι που σε περιβάλλει από όλες τις πλευρές, η αληθινή κόλαση είναι ένας μεγάλος χώρος εντός του οποίου είσαι μια μικρή κουκκίδα, η αληθινή κόλαση είναι ένας χώρος από τον οποίο δεν υπάρχει δυνατότητα απόδρασης, η αληθινή κόλαση δεν έχει τίποτα το στιγμιαίο, η αληθινή κόλαση είναι κάθε στιγμή παρούσα, καθώς ακόμη και αν ξεχνάς για λίγο που βρίσκεσαι, δεν μπορείς να το ξεχάσεις για πολύ, έχει τρόπο να σου υπενθυμίζει διαρκώς την παρουσία της, έχει τρόπο να σου υπενθυμίζει κυρίως το πόσο πραγματική είναι, να σου υπενθυμίζει πώς όσο κι αν θα ήθελες να αποτελεί έναν εφιάλτη, αντιθέτως το κύριο και το πιο φρικώδες χαρακτηριστικό της είναι ότι είναι αληθινή.

Το «Τσερνόμπιλ» εικονοποιεί αυτήν την κόλαση ως αίσθηση και για αυτό είναι σπουδαία σειρά και είναι μια αίσθηση που αναδύεται και αναδεικνύεται από την ευτυχή σύμπραξη κάθε επιμέρους τομέα της κινηματογραφικής (sic) τέχνης (σκηνοθεσία, σενάριο, ηθοποιοί, φωτογραφία, μουσική, μοντάζ) στη δημιουργία ενός ενιαίου αισθητικού συνόλου, το οποίο όμως περνά σε ένα άλλο επίπεδο μέσα από τα σκηνικά, καθώς έχουμε να κάνουμε με μια αριστουργηματική αναπαράσταση συντριμμιών, μια αριστουργηματική αναπαράσταση ενός κρανίου τόπου. Αν το αμερικάνικο μπλοκμπάστερ σινεμά των πολλών τελευταίων δεκαετιών επέδειξε έναν φετιχισμό των εκρήξεων, αν το αμερικάνικο μπλοκμπάστερ σινεμά των τελευταίων δεκαετιών έδειξε και ξαναέδειξε κατεστραμμένες πόλεις από πάσης λογής καταστροφές, το «Τσερνόμπιλ» έρχεται σε αντιδιαστολή να πει ότι σημασία δεν έχει να δείξεις το μπουμ, σημασία δεν έχει να δείξεις τεράστιες φωτιές, σημασία δεν έχει η απεικόνιση της έκρηξης, σημασία έχουν οι επιπτώσεις της και οι επιπτώσεις αυτές δεν μπορούν να απεικονιστούν σαν καρτ ποστάλ για θεατές – τουρίστες που καταναλώνουν τις εικόνες σαν ποπ κορν, οι επιπτώσεις αυτές αν απεικονιστούν όπως πρέπει πιάνουν τον θεατή από τον λαιμό και του μαυρίζουν την καρδιά.

 

Κι εδώ πρέπει να κάνoυμε μια ακόμη διάκριση. Το «Τσερνόμπιλ» σε μεταφέρει στο Τσερνόμπιλ του 1986 και αναπαριστά συνταρακτικά, όχι προσπαθώντας να ψευδοντοκιμαντερίσει, όχι επειδή το πόιντ είναι η -ούτως ή άλλως χιμαιρική, πέραν από βλαπτική- ξεπατικωσούρα της πραγματικότητας. Το «Τσερνόμπιλ» σε μεταφέρει στο Τσερνόμπιλ του 1986 επειδή είναι φτιαγμένο σαν δράμα. Κι όταν βέβαια ένα δράμα είναι βασισμένο σε ένα αληθινό δράμα, σε μια αληθινή τραγωδία για την οποία γνωρίζεις ότι συνέβη και τίποτα δεν μπορεί να σε καθησυχάσει ότι απλά ένα έργο είναι, τότε η συναισθηματική εμπλοκή του θεατή είναι πολύ μεγαλύτερη. Είναι ακόμη μεγαλύτερη αν είσαι από μια ηλικία και πάνω και έχεις προλάβει να ζήσει το ατύχημα του Τσερνόμπιλ; Δεν είμαι τελείως σίγουρος. Θα έλεγα πολύ λίγο μεγαλύτερη. Δεν ξέρω αν σε όσους ήταν τότε ενήλικοι ή γονείς, το Τσερνόμπιλ είχε γράψει μέσα τους πιο έντονα, για μένα πάντως που τον Απρίλη του ’86 ήμουν 13 στα 14 το Τσερνόμπιλ ήταν κάτι που μας τρόμαξε τότε αρκετά, αλλά μάλλον κάποια στιγμή τελείωσε και μισοξεχάστηκε «χωρίς να πάθουμε και τίποτα».

Πάθαμε δεν πάθαμε τελικά εμείς, έπαθαν αμέτρητοι άλλοι κι ο πλανήτης αντιμετώπισε πρωτοφανή έκλυση ραδιενέργειας. Κι ανάμεσα στα πολλά άλλα που πετυχαίνει στόχο στην καρδιά η σειρά, είναι το πώς μας μεταδίδει τον τρόπο αντίδρασης των τριών φυσικών προσώπων – υπευθύνων του εργοστασίου που καταδικάστηκαν ως βασικοί υπαίτιοι του ατυχήματος. Η λυσσαλέα άρνησή τους να αποδεχτούν ότι εξερράγη ο πυρήνας του εργοστασίου και ότι έχουμε πυρηνική καταστροφή, μπορεί να είχε εγκληματικές συνέπειες ως προς την μη άμεση αντιμετώπιση του ατυχήματος βάσει του αληθινού μεγέθους της καταστροφής, εγκληματικές συνέπειες που ήρθαν να προστεθούν δίπλα στις ευθύνες τους για την πρόκληση του ατυχήματος, αλλά την ίδια ώρα είναι και σε ψυχολογικό επίπεδο εντελώς κατανοητή: πώς μπορείς να παραδεχτείς στον εαυτό σου ότι προκλήθηκε πυρηνικό ατύχημα στο εργοστάσιο για το οποίο είσαι υπεύθυνος; Όλοι θα βρεθούμε στη ζωή μας, περισσότερες ή λιγότερες φορές, ενώπιον λαθών που έχουμε κάνει, ενώπιον ζημιών που έχουμε προκαλέσει, ενώπιον κακού που έχουμε κάνει φταίγοντας, ανεξάρτητα αν το φταίξιμό μας ήταν αμέλεια ή κάτι άλλο. Κανείς όμως δεν έχει βρεθεί στη δική τους θέση. Το να αρνείσαι αυτό που συνέβη, να καθησυχάζεις τους φορείς, να λες ότι πρόκειται για κάποιο άλλο ατύχημα, πολύ – πολύ μικρότερου βεληνεκούς, δεν έχει ως κίνητρο την προσπάθεια να κρύψεις από τον υπόλοιπο κόσμο την αλήθεια, το μυαλό αρνείται πεισματικά να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο αυτής της αλήθειας, θα υιοθετήσει κάθε άλλο σενάριο προκειμένου να απωθήσει το ενδεχόμενο αυτής της αλήθειας, κι είναι μια απώθηση όχι κουτοπονηριάς, είναι μια απώθηση ηρώων τραγωδίας που σε λίγο θα αντιληφθούν ότι οι πράξεις και οι παραλείψεις τους συνετέλεσαν σε αδιανόητης έκτασης καταστροφή.

Συνετέλεσαν όμως μόνο, αφού δεν ήταν οι αποκλειστικά υπεύθυνοι. Το υπόλοιπο μέρος της ευθύνης και ίσως τελικά το μεγαλύτερο πηγαίνει στον τρόπο κατασκευής των συγκεκριμένων αντιδραστήρων. Στην προσπάθεια εξοικονόμησης πόρων, είχε μπει ένα φτηνότερο υλικό, που όταν πήγαν όλα στραβά αντί να αποτρέψει την τήξη του πυρηνικού αντιδραστήρα, προκάλεσε την έκρηξή του. Η σειρά δίνει μεγάλη βαρύτητα και σε αυτό – και καλά κάνει. Προσωπικά τις ενστάσεις περί αντισοβιετικής προπαγάνδας τις ακούω βερεσέ. Η σειρά δεν χρωματίζει με όμορφα χρώματα τον τρόπο λειτουργίας της σοβιετικής κρατικής μηχανής, αλλά την ίδια ώρα δεν είναι καθόλου φειδωλή τόσο στο να δείξει πολίτες διατεθειμένους να ρισκάρουν την υγεία τους και τη ζωή τους προκειμένου να μειωθεί η έκταση του κακού, ενώ ακόμη και αυτή τη σοβιετική κρατική μηχανή τη δείχνει από ένα σημείο και ύστερα να λειτουργεί αποτελεσματικά.

 

Στις ταινίες μιλάμε συνεχώς για τον σκηνοθέτη, στις σειρές για τον συγγραφέα – δημιουργό τους. Αφού ο σκηνοθέτης εδώ είναι ένας, ας αποδώσουμε τα εύσημα και στους δύο, και στον Κρεγκ Μέιζιν (δημιουργό της σειράς) και στον Γιόχαν Ρενκ (σκηνοθέτη). Το επίσημο σάιτ της σειράς έχει πλουσιότατο υλικό προς επίσκεψη. Επανερχόμενος τέλος στα περί αυθεντικότητας κι αναπαράστασης, έγινε λόγος για το ότι οι ηθοποιοί δεν μιλάνε με ανατολικοευρωπαϊκή προφορά, αλλά κανονικά αγγλικά. Οι τρεις επικεφαλής του εργοστασίου όμως σε πείθουν ότι είναι πιο σοβιετικοί κι από τους σοβιετικούς. Μακάρι να είχαν και δίκιο στην απώθησή τους. Μακάρι να μην είχε εκραγεί ο αντιδραστήρας. Μακάρι η κόλαση να μην ήταν αληθινή.