Tέλη της δεκαετίας του πενήντα, ο ψυχρός πόλεμος στο πικ του, μαζί κι ο φόβος για πυρηνικό πόλεμο, μαζί κι η δράση των εκατέρωθεν κατασκόπων. Η ταινία ξεκινάει με τον Μάρκ Ράιλανς να ζωγραφίζει τον εαυτό του κοιτάζοντας έναν καθρέφτη τοποθετημένο δίπλα στον υπό κατασκευή πίνακα. Η έκφραση που έχει είναι δύσκολο να περιγραφεί με λέξεις, πρέπει να τη δεις για να την εκτιμήσεις και να την απολαύσεις, ας δοκιμάσουμε να την πούμε πάντως στωική, και είναι μια στωικότητα που θα διατηρήσει σε όλη τη διάρκεια του έργου, παρότι θα του συμβούν πολύ κακά πράγματα. Για την ακρίβεια θα τον συλλάβουν για κατασκοπεία, θα τον φυλακίσουν, θα τον δικάσουν. Συνήγορο δεν έχει, ενδεχομένως αν διόριζε κάποιον συνήγορο να γινόταν κι αυτός αυτομάτως ύποπτος -αν όχι για σχέσεις με τους σοβιετικούς, τουλάχιστον για φιλοκομμουνισμό- οπότε διορίζεται συνήγορός του ένας αναμφισβήτητος ως τότε πατριώτης, ο Τομ Χανκς. Και άπαξ κι αναλαμβάνει την υπεράσπιση και σε αντίθεση με όλους τους άλλους που γνωρίζουν ότι η απόφαση καταδίκης είναι σχεδόν προειλημμένη, αποφασίζει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για τον πελάτη του, αμφισβητείται και ο δικός του πατριωτισμός και στιγματίζεται άσχημα στα μάτια της κοινής γνώμης.

Τον προσεγγίζει μάλιστα ένας πράκτορας της CIA και του ζητά να του μεταφέρει ό,τι τυχόν πληροφορίες έχει από τον πελάτη του. Ο πελάτης του είναι σφίγγα και δεν του λέει τίποτα, αλλά ενώ ο Χανκς θα μπορούσε να επικαλεστεί αυτό και να ξεμπερδέψει, επικαλείται τους λόγους αρχής: Μα τι είναι αυτά που λες; Υπάρχει δικηγορικό απόρρητο. Μόνο αν αντιμετωπίσουμε τον κατηγορούμενο όπως θα αντιμετωπίζαμε κάθε άλλον πολίτη, αποδεικνύουμε ότι πιστεύουμε αυτά που λέμε. Η ταινία βάζει το ερώτημα τι σημαίνει υπηρετώ την πατρίδα μου; Στις διαρκείς επικλήσεις όλων για πατριωτισμό, εκείνος αντιπαρατάσσει τον δικό του συνταγματικό πατριωτισμό. Ξέχνα το βιβλίο με τους κανόνες, του λέει ο πράκτορας, εδώ είναι ειδική περίπτωση, μα το βιβλίο με τους κανόνες είναι η Αμερική, του απαντάει ο Χανκς. Κι ακόμα κι αν δεχτούμε ότι αυτή είναι όντως η σωστή πολιτική στάση, δεν παύει να εκπλήσσει το γεγονός πως οι Αμερικάνοι διαχρονικά θεωρούν ότι βιβλίο με κανόνες έχουν μόνο εκείνοι. Αυτή η θεμελιώδης ψευδαίσθηση που δεν σταματά να προπαγανδίζεται, αυτό το θεμελιώδες παραμύθι.

Κι ενώ περιμένουμε με όλα αυτά να δούμε δίκη, δίκη δεν θα δούμε, ο κατηγορούμενος θα καταδικαστεί κι επειδή δεν γίνεται προφανώς ο ήρωας να είναι αποτυχημένος, η επιτυχία του θα ξεκινήσει από εκείνο το σημείο και ύστερα. Επιχειρηματολογώντας -ως δικηγόρος που άλλωστε ειδικεύεται στο ασφαλιστικό δίκαιο- πως πρέπει να ασφαλιστεί η χώρα του από το ενδεχόμενο αντίστοιχου ατυχήματος στη Σοβιετική Ένωση, πως διατηρώντας τον καταδικασθέντα ζωντανό θα έχουν ένα διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια του, καταφέρνει να πετύχει την μη καταδίκη του εις θάνατον. Και όταν όλα αυτά που προβλέπει συμβούν, η επόμενη αποστολή που τον περιμένει είναι να πάει στο Ανατολικό Βερολίνο να διαπραγματευθεί για την ανταλλαγή των εκατέρωθεν κρατουμένων. Κι αν όλα πάνε καλά, ο σχεδόν προδότης στα μάτια της κοινής γνώμης θα έχει την ευκαιρία να γίνει ήρωας και ξανά πατριώτης.

bridge of spies1

Ευρισκόμενος στο τρένο στο Ανατολικό Βερολίνο όταν το τείχος ανορθώνεται, θα γίνει μάρτυρας εκτελέσεων ανθρώπων από φρουρούς. Όταν βρεθεί στην Αμερική θα δει πάλι από το τρένο παιδιά να πηδάνε τους φράκτες, χωρίς να τους πυροβολεί προφανώς κανείς. Αν επιστρατεύσει κανείς πάρα πολύ καλή θέληση μπορεί να εντοπίσει πιθανώς κάποια αμφισημία στη σκηνή, όπως ξέρω γω ότι οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να πηδάνε τείχη και φράκτες, αλλά μάλλον ναι, η σκηνή θέλει να δείξει μια διαφορά ελεύθερου και μη ελεύθερου κόσμου. Ας έδειχνε τουλάχιστον μαύρα παιδάκια να πηδάνε φράκτες, μπας και κάναμε κανέναν άλλο συνειρμό για την τότε και τώρα Αμερική, αλλά αυτά μάλλον θα ζούσαν σε ξεχωριστές γειτονιές, σε γκέτο από τα οποία δεν θα χρειαζόταν ποτέ να περάσει ο ευκατάστατος λευκός δικηγόρος.

Η «Γέφυρα των Κατασκόπων» παρακολουθείται προφανώς με πολύ ενδιαφέρον, ο Σπίλμπεργκ αδυνατεί να κάνει βαρετή ή κακή ταινία, η σκηνογραφική ανασύσταση της εποχής είναι αξιοσημείωτη, ο Τομ Χανκς και όλοι οι δευτεραγωνιστές βγάζουν με αναμενόμενο επαγγελματισμό το μεροκάματό τους, αλλά εκείνος που ξεκάθαρα ξεχωρίζει ερμηνευτικά είναι ο Μάρκ Ράιλανς. Η «Γέφυρα των Κατασκόπων» είναι μια ταινία ενός μεγάλου κινηματογραφικού μάστορα, που παραδίδει ένα θέαμα καλογυαλισμένο αλλά και ξεδοντιασμένο, αξιοπρεπές αλλά χωρίς αιχμές, ικανό να σου δώσει δυόμιση ευχάριστες ώρες, αλλά να σου αφήσει πολύ λίγα πράγματα όταν αυτές τελειώσουν.

bridge of spies 2

Θέλω όμως να σταθώ κάπου άλλου. Τη σύζυγο του Χανκς παίζει η Έιμι Ράιαν. Ίσως κάποια στιγμή πρέπει και οι γυναίκες που καταφέρνουν να κάνουν μια κάποια καριέρα στο παντελώς ανδροκρατούμενο από πλευράς ρόλων Χόλιγουντ, να αρχίσουν να λένε όχι όταν βλέπουν ταινίες σαν αυτή (και είναι πάρα πολλές σαν αυτή), όπου ο ρόλος τους είναι ακόμη πιο κάτω κι από διακοσμητικός. Αν θέλει το Χόλιγουντ να γεμίζει τα σενάρια με περιπέτειες ανδρών και πιστές συζύγους στις οποίες αντιστοιχούν δυο λόγια ανησυχίας στην αρχή και μια αγκαλιά στο τέλος, ας τα γεμίζει. Ας αρχίσουν τουλάχιστον ηθοποιοί σαν τη Ράιαν να λένε όχι, δεν θα προσποιηθώ ότι αυτό εδώ είναι ρόλος, δεν θα εκπορνεύσω το όνομά μου έτσι.

——

Αν η «Γέφυρα των Κατασκόπων» είναι μια ανδροκρατούμενη ταινία ενός ανδροκρατούμενου κόσμου με τις γυναίκες σε ρόλο κομπάρσου, το «Chevalier» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, είναι αντίθετα μια ταινία που κάνει την πολύ θεμιτή και ιντριγκαδόρικη επιλογή να μας δείξει μόνο άνδρες. Έξι άνδρες σε χειμερινή απόδραση λίγων ημερών για ψαροντούφεκα και άλλα θαλάσσια σπορ, σε πολυτελές σκάφος με άλλους τρεις άνδρες ως προσωπικό, που τους πηγαίνει εδώ κι εκεί, τους ταΐζει, τους ποτίζει. Σταδιακά και όσο η ταινία θα εξελίσσεται θα καταλάβουμε και πώς βρέθηκαν όλοι αυτοί μαζί. Το σκάφος είναι του μεγαλύτερου ηλικιακά άνδρα, που υποδύεται ο Γιώργος Κέντρος, ενός μεγαλογιατρού διευθυντή κλινικής. Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος, είναι ο σύζυγος της κόρης του και ο Μάκης Παπαδημητρίου ο μικρός αδελφός του Πυρπασόπουλου. Ο Σάκης Ρουβάς είναι κι αυτός γιατρός και μάλλον το αγαπημένο παιδί του γιατρού στην κλινική. Ο Βαγγέλης Μουρίκης πολλά χρόνια φίλος με τον γιατρό και ο Πάνος Κορώνης ο συνεταίρος του.

Οι έξι αυτοί άντρες αφού κάνουν τις βουτιές τους και πιάσουν τα ψάρια τους και μετρήσουν πόσα και τι ψάρια έπιασε ο καθένας, αφού φάνε το βραδινό τους, θα προσπαθήσουν να περάσουν την ώρα τους παίζοντας παιχνίδια. Αλλά τι αποδεικνύει άραγε να είναι κάποιος καλύτερος σε ένα συγκεκριμένο παιχνίδι; Είναι όντως μια απόδειξη υπεροχής, μια επικράτηση στον ανταγωνισμό, αλλά δεν παύει να είναι μια μερική επικράτηση. Και τότε έρχεται η ιδέα. Να παίξουν το παιχνίδι ποιος είναι ο καλύτερος γενικότερα. Να βαθμολογούν όλοι όλους στα πάντα. Από το πώς στέκονται και το πώς μιλάνε ως το πώς κοιμούνται και το πώς χτενίζονται, από το ποιος έχει την μεγαλύτερη στύση ως το ποιος έχει τη μικρότερη χοληστερίνη, καθώς επίσης κι ό,τι είδους αποστολές μπορούν να σκεφτούν που θα βάζουν ο ένας στον άλλον. Είναι αρκετά ευδιάκριτη η συνυπογραφή (μαζί με την Τσαγγάρη) στο σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου, μόνιμου πλέον συνεργάτη του Γιώργου Λάνθιμου. Πάλι εδώ, όπως στον «Αστακό», τον «Κυνόδοντα» και τις «Άλπεις», παίρνουμε μερικές βασικές συνθήκες της ανθρώπινης κατάστασης (και εν προκειμένω της ανδρικής ανταγωνιστικότητας, της ανάγκης για επιβεβαίωση και της επιθυμίας για επικράτηση, του γεγονότος ότι βρισκόμαστε υπό το διαρκές άγχος για το πώς φαινόμαστε στα μάτια των άλλων, καθώς και της βαθιάς αγάπης που έχουν οι άντρες για τα πάσης φύσεως παιχνίδια) και τις εξετάζουμε τραβηγμένες στα άκρα τους και σχεδόν ξεγυμνωμένες υπό βλέμμα απροσδόκητα λοξό.

chevalier

Σε αντίθεση με τις ταινίες του Λάνθιμου, η Τσαγγάρη επιλέγει – στη δεύτερη μεγάλου μήκους της ταινία μετά το “Attenberg“- να προσεγγίσει, μαζί με τον Φιλίππου, το θέμα της ως κωμωδία. Και τα καταφέρνει εξαιρετικά, αξιοποιώντας στο έπακρο το απόλυτα συγχρονισμένο ετερόκλητο καστ της -του Σάκη Ρουβά μη εξαιρουμένου και με τον Μάκη Παπαδημητρίου να κλέβει τις εντυπώσεις- όχι διακωμωδώντας τους ήρωές της, ούτε αντιμετωπίζοντάς τους αφ’ υψηλού. Αντίθετα, με θέρμη τους προσεγγίζει και τους κινηματογραφεί, και το κωμικό στοιχείο προκύπτει από αυτή καθαυτή την ανάγκη μας να αποδείξουμε πως είμαστε οι καλύτεροι. Ειδικά ή και γενικότερα. Γιατί τελικά, ναι, όποια ειδική επιτυχία κι αν έχουμε στη ζωή μας, σε όποιον ειδικό τομέα κι αν είμαστε καλοί, η ζωή είναι ένα συνολικό παιχνίδι και μέσα σε αυτό ανταγωνιζόμαστε διαρκώς για το ποιος είναι ο καλύτερος γενικότερα. Και κρίνουμε και συγκρίνουμε. Και κρινόμαστε και συγκρινόμαστε. Και βαθμολογούμαστε και βαθμολογούμε. Και λυπόμαστε και εποφθαλμιούμε. Και χάνουμε και κερδίζουμε. Και το παιχνίδι δεν τελειώνει ποτέ.