Σκεφτόμουν μετά τη λήξη της παράστασης του Chicago, και αφού είχα περάσει μία «βόλτα» από το διαδίκτυο διατρέχοντας τι γράφτηκε και ειπώθηκε σχετικά, ότι εδώ στην Ελλάδα δεν έχουμε απενεχοποιήσει κάποια πράγματα, με αποτέλεσμα να ταλανιζόμαστε ανάμεσα στην απόλαυσή τους και στην ενοχή γι’ αυτή. Ένα από αυτά είναι το μιούζικαλ, θεωρώ. Μάλλον φταίει το γεγονός ότι δεν καθιερώθηκε ποτέ στην Ελλάδα ως ένα υπολογίσιμο θεατρικό είδος, δεν δημιουργήθηκε παράδοση πάνω στο ανέβασμά του, δεν προσήλκυσε ιδιαιτέρως τους ικανούς σκηνοθέτες μας ώστε να αναμετρηθούν με τον ιδιαίτερο κώδικά του. Ο τρόπος που ανέβηκε το μιούζικαλ εδώ –ότι ταυτίστηκε σχεδόν αποκλειστικά με τις αμφιβόλου αισθητικής παραγωγές του Δαλιανίδη αρχικά και άλλων θιασαρχών ή θεατρικών επιχειρηματιών αργότερα και τις εγωκεντρικές φιλοδοξίες σούπερ-σταρ πρωταγωνιστριών με αμφισβητούμενες υποκριτικές ικανότητες (πάρτε τη Βουγιουκλάκη για παράδειγμα)– είχε ως αποτέλεσμα να χαρακτηρισθεί γενικευμένα ως «κακό εμπορικό» θέατρο. Το οποίο με λίγα λόγια μεταφράζεται ως: «κακό» για την κριτική και το κοινό του «ποιοτικού» θεάτρου και «εμπορικό», δηλαδή δημοφιλές, για το ευρύ κοινό που συρρέει για να θαυμάσει τους πρωταγωνιστές-σταρ και τη θεαματική όψη.

Υποθέτω ότι αυτή τη ρετσινιά του «ελαφρού» θεάματος θέλησε να αποποιηθεί ο Σταμάτης Φασουλής, που σκηνοθέτησε το Chicago στο θέατρο Παλλάς, δηλώνοντας ότι το έργο θα μπορούσε να το έχει γράψει ο Μπρεχτ. Όμως τι νοητικό άλμα κι αυτό! Το ότι κάποια από τα μέσα του επικού και του μουσικού θεάτρου ταυτίζονται –οι μουσικές παρεμβολές στη δράση ή ο αισθητικός φορμαλισμός ή η παρουσία του κομπέρ/αφηγητή– δεν σημαίνει αυτόματα ότι ταυτίζονται και οι σκοποί τους. Κι αν κάποια από τα θέματα που θίγει το Chicago (το διεφθαρμένο δικαστικό σύστημα, η παντοδύναμη τέταρτη εξουσία, το αδηφάγο star system) θα μπορούσε πράγματι να τα εκμεταλλευτεί ο Μπρεχτ προς στόχο της κοινωνικής αφύπνισης των θεατών, το μιούζικαλ δεν προσανατολίζεται εκεί. Πρόκειται για ένα μουσικοχορευτικό υπερθέαμα, όπου οι ίδιοι κώδικες που ο Μπρεχτ χρησιμοποιεί για να αποστασιοποιήσει τους θεατές λειτουργούν προς το ακριβώς αντίθετο: να τους παρασύρουν σε μία θεατρική μαγεία.

Εμπράκτως ο Φασουλής, στη σκηνοθεσία του δηλαδή, άφησε τον Μπρεχτ κατά μέρος και ασχολήθηκε με την ουσία του πράγματος. Και είναι πραγματικά κρίμα που το ανέβασμα ενός μιούζικαλ υπόκειται λίγο-πολύ στους «κανόνες» που περιγράφηκαν πιο πάνω. Κι έτσι, από τη μια, η «επίσημη» θεατρική κριτική σιωπά, θεωρώντας μάλλον το είδος και την παράσταση ανάξια λόγου, ενώ από την άλλη, η προβολή της παράστασης ποντάρει στα ονόματα του καστ και προσελκύει το κοινό εκείνο που θα χειροκροτήσει εκστασιασμένο άμα τη εμφανίσει του κάθε ηθοποιού στη σκηνή.

Και είναι κρίμα γιατί οι συντελεστές της παράστασης έκαναν μία αξιόλογη δουλειά, όχι μόνο αξιοπρεπή αλλά και άνω του μετρίου, δεδομένης και της έλλειψης παράδοσης που λέγαμε. Στο σύνολό της η παράσταση του Chicago έχει ρυθμό, ζωντάνια, αισθητική συνέπεια, ικανοποιητικές ερμηνείες σε υποκριτική, χορό και τραγούδι, προσεγμένη όψη, δηλαδή όλα τα απαραίτητα στοιχεία που ψάχνει κανείς σε ένα μιούζικαλ. Έχει επίσης έναν σκηνοθέτη και έναν χορογράφο (Φωκάς Ευαγγελινός) που φαίνονται να κινούνται με σχετική άνεση στις απαιτήσεις του είδους, αλλά και μία ζωντανή ορχήστρα που αποτελεί ίσως το δυνατότερο χαρτί της παράστασης.

Δεν υπάρχει κάτι στην παράσταση που να με ξένισε θεωρώντας το παράταιρο ή κακοβαλμένο, ούτε καν η ερμηνεία της Μαρινέλλας, η οποία προσπάθησε, όχι αβίαστα είναι η αλήθεια, να ενσαρκώσει τον ανδρόγυνο ρόλο της Μάμα Μόρτον. Αντίθετα, υπάρχουν σκηνές πραγματικά απολαυστικές χάρη στη σκηνοθετική μπαγκέτα του Φασουλή, άνεση στο χορό και την κίνηση από το γυναικείο πρωταγωνιστικό δίδυμο (Τάνια Τρύπη-Βέλμα Κέλι, Σμαράγδα Καρύδη-Ρόξι Χαρτ), ερμηνείες αξιομνημόνευτες (από τους δύο άντρες, τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη-Μπίλι Φλιν και τον Αντώνη Λουδάρο-Έιμος, που δούλεψαν περισσότερο τους ρόλους τους κερδίζοντας τις (δικές μου) εντυπώσεις), δουλεμένενο chorus, καλοφτιαγμένα και «χορταστικά» σκηνικά και κοστούμια, και γενικότερα μία αβίαστη ροή μουσικής, τραγουδιού, χορού, γέλιου, δράσης και θεάματος, που δημιουργούν από κοινού έναν ψεύτικο, φαντασμαγορικό κόσμο.

Ναι, ο κόσμος του έργου είναι παντελώς ψεύτικος, τι κι αν βασίζεται σε αληθινό γεγονός, τι κι αν τα χαρακτηριστικά του επιζούν μέχρι τις μέρες μας. Ο κώδικας του μιούζικαλ είναι έτσι φτιαγμένος ώστε να αποδέχεσαι αυτό που βλέπεις χωρίς να μπαίνεις στη διαδικασία αναγωγών, να παρασύρεσαι από το μουσικό και εικαστικό υπερθέαμα και να απολαμβάνεις εντέλει μία παράσταση «φυγής» από το εδώ και το τώρα. (Το αν «νομιμοποιείται» η τέχνη να το κάνει αυτό εν μέσω εποχών όπως η δική μας είναι μια άλλη κουβέντα.) Μπορεί η παράσταση του Σταμάτη Φασουλή να μην ήταν άψογη στην παραμικρή λεπτομέρεια και, κυρίως, να μου έλειψε μία αίσθηση «απογείωσης», θεωρώ όμως ότι εκπλήρωσε με το παραπάνω αυτό που κλήθηκε να υπηρετήσει.

Σημ. Το παραπάνω σημείωμα αντιμετώπισε την παράσταση ως αυθύπαρκτο γεγονός, χωρίς δηλαδή να λαμβάνει υπόψιν τη μεγάλη παράδοση του μιούζικαλ στο Broadway. Η διευκρίνηση κρίνεται απαραίτητη, ειδικά ύστερα από την ανάγνωση των –όχι και λίγων– ισοπεδωτικών αρνητικών σχολιών στο διαδίκτυο από θεατές που χαρακτηρίζουν «αρπαχτή» την ελληνική εκδοχή του Chicago σε σχέση με το ανέβασμά του στο Broadway. Από όλα αυτά τα σχόλια, σε ένα μόνο συμπέρασμα καταλήγω: μάλλον κατά την περασμένη δεκαετία, όταν εγώ με το ζόρι ερχόμουν μέχρι την Αθήνα για να δω λίγο θέατρο παραπάνω, ικανή μερίδα του αθηναϊκού κοινού πεταγόταν μέχρι την Νέα Υόρκη τουλάχιστον σε ετήσια βάση για να λάβει τη θεατρική του παιδεία!

To Chicago παίζεται μέχρι 9 Δεκεμβρίου 2012 στο Παλλάς.