Πρεμιέρα στην Αθήνα και το Φεστιβάλ Αθηνών, το Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου, για το πρώτο μέρος του προγράμματος «Χώρα, Σε βλέπω» που θα λάβει χώρα στον Κήπο της Πειραιώς 260 και θα περιλαμβάνει την προβολή 10 έργων της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής που έχουν σημαδέψει, το καθένα για τους δικούς του λόγους, την ιστορία της.

Πρόκειται για μία δράση της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου,  υπό την αιγίδα της Επιτροπής «Ελλάδα 2021»  με Μεγάλο Χορηγό το Εθνικό Κέντρο Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας – ΕΚΟΜΕ  και Με τη χορηγία του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου  και του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης  και με την υποστήριξη της Ταινιοθήκης της Ελλάδος.

Συγκεκριμένα, με ελεύθερη είσοδο, θα έχετε τη δυνατότητα να παρακολουθήσετε τις ταινίες «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού, «Μακεδονικός γάμος» του Τάκη Κανελλόπουλου, «Μπέττυ» του Δημήτρη Σταύρακα, «Η Λίζα και η άλλη» του Τάκη Σπετσιώτη, «Από την άκρη της πόλης» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, «Δοκιμή» του Ζυλ Ντασσέν,  «Οι Βοσκοί» του Νίκου Παπατάκη, «Το τελευταίο Ψέμα» του Μιχάλη Κακογιάννη, «Μανία» του Γιώργου Πανουσόπουλου, «Θίασος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

Την Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου στον χώρο Ε της Πειραιώς 260 θα διεξαχθεί ανοιχτή συζήτηση για τη διάσωση της κινηματογραφικής κληρονομιάς.

Λίγο πριν την πρεμιέρα μιλούν στο ελculture οι άνθρωποι του, επιμέλεια δράσης (ΕΑΚ): Σύλλας Τζουμέρκας, Ελίνα Ψύκου συνεπιμέλεια προγράμματος, επιμέλεια έκδοσης και εκπαιδευτικού υλικού: Αφροδίτη Νικολαΐδου, Δημήτρης Παπανικολάου. 

Τελευταίο Ψέμα, του Μιχάλη Κακογιάννη

Ποιος  είναι ο σκοπός του προγράμματος «Χώρα, σε Βλέπω» και ποιες είναι οι διαδικασίες και δράσεις που περιλαμβάνει;

Ελίνα: Σκοπός του προγράμματος είναι η διάσωση, η προβολή, η προσβασιμότητα και η μελέτη των ελληνικών ταινιών. Οι δράσεις του περιλαμβάνουν την ψηφιακή αποκατάσταση των ταινιών και την προβολή τους σε 21 φεστιβάλ ανά τον κόσμο, τη δημιουργία ενός δίγλωσσου βιβλίου και μιας εκπαιδευτικής βαλίτσας που θα σταλεί σε πανεπιστήμια και ιδρύματα της Ελλάδας και του εξωτερικού και που θα περιέχει κάποιες από τις ταινίες, ώστε να είναι διαθέσιμες σε ερευνητές και μελετητές του Ελληνικού Σινεμά.

Οι διαδικασίες για να συμβούν όλα τα παραπάνω είναι πολλαπλές. Η ανεύρεση και εξασφάλιση των δικαιωμάτων των ταινιών. Ο εντοπισμός και η συλλογή των υλικών. Η συνεργασία με τα εργαστήρια. Η ψηφιοποίηση, η χρωματική επεξεργασία, η αποκατάσταση. Η επικοινωνία και ο συντονισμός με τα φεστιβάλ και τις κινηματογραφικές λέσχες που θα προβάλλουν τις ταινίες. Η επιμέλεια του βιβλίου και η ανταλλαγή σκέψεων και ιδεών με τους συγγραφείς του. Η επιλογή των πανεπιστημίων και των ιδρυμάτων που θα υποδεχτούν την εκπαιδευτική βαλίτσα. Και άλλες πολλές διαδικασίες που δεν είναι πάντα συναρπαστικές, αλλά το αποτέλεσμα είναι πολύ συναρπαστικό και αυτό μας αποζημιώνει και μας απογειώνει!

Αφροδίτη:  Σίγουρα υπάρχει η διάσταση της διαχείρισης της κινηματογραφικής κληρονομιάς και της εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής λειτουργίας που έχει ένα τέτοιο εγχείρημα. Στην ουσία όμως, ο σκοπός είναι να δούμε ξανά τι μας ενώνει με το παρελθόν αλλά και τι μέλλον δείχνει αυτό το παρελθόν. Υπάρχει δηλαδή αφενός μια γενεαλογική λογική στο πρόγραμμα και μια προσπάθεια να επισκεφτούμε ξανά την ιστορία μας, να τη σκεφτούμε, και ίσως να την ξαναγράψουμε όχι όμως σαν κάτι παγιωμένο αλλά σαν κάτι που θέτει ίσως περισσότερα ερωτήματα απ’ ότι απαντήσεις. Έτσι, το πρόγραμμα αυτό και όλες οι παραπάνω διαδικασίες που η Ελίνα περιγράφει, συνιστούν και μια πρόταση για το τι σημαίνει και πώς κάνεις ιστορία κινηματογράφου. Μέσα από αυτό το πρόγραμμα γίνεται εμφανές ότι η ιστορία κινηματογράφου μπορεί να είναι μια πράξη, να είναι διαδικασίες, να είναι μια χειρονομία χειραφέτησης και επανεφεύρεσης, μια πράξη που δεν διαπιστώνει αξίες, όψεις, ιστορίες αλλά τις αποσταθεροποιεί, τις μεταπλάθει, τις διαμορφώνει.

Ευδοκία, του Αλέξη Δαμιανού

Πώς επιλέχθηκαν οι συνολικά 42 ταινίες του προγράμματος και πώς οι 10 πρώτες που θα προβληθούν στην Πειραιώς 260;

Δημήτρης: Είναι δύσκολο να φτιάξεις μια λίστα ταινιών – κυρίως όταν στόχος σου είναι όχι να πακτώσεις έναν κανόνα, αλλά να ξανασκεφτείς την ανάγκη να ξαναδούμε ταινίες, να ξαναμοιραστούμε την εμπειρία τους. Οι ταινίες επιλέχθηκαν μετά από πολλές συζητήσεις, με κριτήρια πολλαπλά: αντιπροσωπευτικότητα, ιδιαιτερότητα, ποικιλομορφία, χρονικό εύρος, διαθεσιμότητα. Νομίζω ότι αν ξανακαθόμαστε και ξαναρχίζαμε τη συζήτηση, μπορεί να καταλήγαμε σε ένα διαφορετικό corpus. Αλλά αυτός ήταν και ο στόχος: όχι να φτιάξουμε την απόλυτη λίστα ταινιών, αλλά να δείξουμε τη δυναμική που μπορεί να έχουν τέτοιες λίστες.

Σύλλας: Αναζητήσαμε ταινίες που καθρέφτισαν και όρισαν μ’ έναν καίριο τρόπο στο σώμα τους κομμάτια της πορείας της ελληνικής κοινωνίας κατά τον προηγούμενο αιώνα. Ταινίες που έβαλαν σε εικόνα, αφήγηση, ήχο και διάλογο, καίρια ερωτήματα για τη φύση των εδωπέρα ανθρώπων, για τις κοινωνικές τάξεις, για τα ήθη, τις ιδέες, τις αντιθέσεις, την πολιτική, τις ίδιες τις τέχνες. Ταινίες που αμφισβητούν την ίδια την αντίληψή μας για όλα αυτά, και που αντηχούν στο τώρα, κοφτερές, προκλητικές, αινιγματικές, ασυμμάζευτες, α-κανονικές.

Ελίνα: Σε σχέση με την επιλογή των 10 (από το σύνολο των 42) ταινιών που θα παιχτούν στην Πειραιώς 260, προσπαθήσαμε να φτιάξουμε ένα πρώτο πρόγραμμα 5 ημερών που θα είναι συμπαγές και όσο το δυνατόν περισσότερο συμπεριληπτικό αναφορικά με τα είδη και τις δεκαετίες. Το επόμενο διάστημα θα προβληθούν στην Αθήνα και οι υπόλοιπες 32 ταινίες, ενώ θα ακολουθήσουν 20 ακόμη στάσεις, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Σε κάθε στάση θα προβάλλεται και μια διαφορετική επιλογή – συνδυασμός ταινιών.

Μανία, του Γιώργου Πανουσόπουλου

Ποιο είναι το κοινό νήμα που ενώνει τις 42 ταινίες;

Δημήτρης: Η γλώσσα τους· η κινηματογραφική τους κοινότητα (κι αυτό σημαίνει και κοινότητα παραγωγής, καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά και πρώτων θεατών)· το ότι συνθέτουν μια εθνική κινηματογραφική γενεαλογία, ακόμα κι όταν θέλουν από αυτή να ξεφύγουν ή σε αυτή να αντιπαρατεθούν.

Σύλλας: Θα έλεγα ότι όλες έχουν κάτι πολύ ελεύθερο στον χαρακτήρα, κάτι αδάμαστο, άρα και ως αποτέλεσμα, τελικά πολύ ρευστό. Αλλά τώρα που έχει περάσει καιρός που ασχολούμαστε με αυτές, μου φαίνεται ότι το νήμα, αυτό που συνδέει ακόμα και τις φωτεινότερες, τις πιο εορταστικές της ανθρωπινότητας ανάμεσά τους, δεν είναι άλλο παρά η προσπάθεια απόδοσης μιας εμπειρίας συντριβής του προσώπου μέσα στο εκάστοτε ελληνικό τοπίο που διαδραματίζονται. Το τοπίο εδώ και με την κυριολεκτική, αλλά και με την ευρύτερη έννοια. Αυτή η συντριβή μέσα στο τοπίο είναι νομίζω τελικά το αντικείμενο του Βλέπω του τίτλου.

Από την άκρη της πόλης, του Κωνσταντίνου Γιάνναρη

Πώς συνδέεται η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή με την έννοια της Χώρας;

Σύλλας: Έχω κάνει ταινία που η λέξη Χώρα είναι η μία από τις δύο του τίτλου, άρα καλύτερα να μην πω περισσότερα γι’ αυτό.

Ελίνα: Οι κινηματογραφιστές πάντα και παντού εμπνεόμαστε από τον τόπο μας, τον τόπο που μεγαλώσαμε, τον τόπο που ζήσαμε, που ερωτευτήκαμε, που κλάψαμε, κερδίσαμε, χάσαμε, γελάσαμε. Συνομιλούμε με τη Χώρα μας, τσακωνόμαστε, φιλιώνουμε. Είναι μια σχέση αγάπης και μίσους. Μια σχέση ζωής. Μια σχέση εξάρτησης. Η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή έχει καταγράψει και συνεχίζει να καταγράφει τη Χώρα σε πόζες μοναδικές, πόζες που θα δώσουν στις επόμενες γενιές μια ιδέα για το πώς αυτή η Χώρα υπήρξε πολύ πριν αυτές τη συναντήσουν.

Δημήτρης: Χώρα είναι νομίζω έννοια πολύ πιο ρευστή από το έθνος, πολύ πιο αντικανονιστική από το κράτος, πολύ πιο βιωμένη από το τοπίο, πολύ πιο συμπεριληπτική από την πατρίδα. Γι αυτό ταιριάζει τόσο στον κινηματογράφο. Γιατί όταν μιλάμε για τη χώρα που «βλέπει» ένας τοπικός κινηματογράφος, δεν εννοούμε μόνο ποια στοιχεία της αναπαριστά αλλά και πόσο, κάθε φορά, την ξαναπλάθει.

Θίασος, του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Ποια είναι η προσδοκία σας από το πρόγραμμα και από το ταξίδι των ταινιών;

Σύλλας: Το πιο σημαντικό για μένα είναι ότι με τη φροντίδα του Γιάννη Βεσλεμέ και των καλλιτεχνών των εργαστηρίων, και σε όσες περιπτώσεις ήταν εφικτό και των ίδιων των συντελεστών, αποκαταστάθηκαν 30 ταινίες (οι άλλες 12 ήταν ήδη αποκατεστημένες), σώθηκαν, ζωντάνεψαν σε εικόνα και ήχο, και θα είναι εδώ για πάντα και προσβάσιμες. Από κει και πέρα, το άλλο σημαντικό – που ισχύει πάντα όταν πάμε σινεμά –  είναι ότι οι θεατές και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, θα βυθιστούν με το Χώρα Σε Βλέπω σε έναν ονειροχώρο. Σε έναν ονειροχώρο φτιαγμένο με τον κόκκο του εικοστού αιώνα, σε ένα ασυνείδητο που είναι και των δημιουργών των ταινιών και του καθενός από τους θεατές ξεχωριστά, αλλά και, περίεργα, όλων, ακόμα και αυτών που δεν τις έχουν δει: κάτι δηλαδή τελικά μοναδικά συλλογικό. Εννοώ και σε επίπεδο Χώρας.

Αφροδίτη και Δημήτρης: Διδάσκοντας για χρόνια ελληνικό σινεμά στην Ελλάδα και το εξωτερικό, για μας είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αφήσει πίσω του αυτό το πρόγραμμα εποπτικό υλικό ικανό να χρησιμοποιείται σε μαθήματα ελληνικού, ευρωπαϊκού ή παγκόσμιου κινηματογράφου, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το να υπάρχουν κάποιες βασικές ταινίες με υπότιτλους καθώς και μερικά βασικά κριτικά κείμενα εισαγωγής είναι άμεση ανάγκη, και ελπίζουμε ότι αυτό το πρόγραμμα θα είναι μόνο η αρχή προς αυτή την κατεύθυνση.

Οι Βοσκοί, του Νίκου Παπατάκη

Info:

«Χώρα, Σε βλέπω» | 11 – 15 Σεπτεμβρίου 2021 | Πειραιώς 260. Είσοδος ελεύθερη με δελτία εισόδου
(θα διατίθενται δωρεάν την ημέρα κάθε προβολής από τις 18.00 και μετά στα ταμεία της Πειραιώς 260)