Η Χριστίνα Δημητριάδη εμπνέεται για το φωτογραφικό έργο της από τον κόσμο που την περιβάλλει: Ελληνικά διαμερίσματα επιπλωμένα «στην τρίχα», άδεια ερημωμένα δωμάτια, γερμανικό Bauhaus και λιτότητα, τεράστιοι ανυψωτικοί γερανοί στον ορίζοντα, πόρτες που το φωτισμένο τους περίγραμμα μαρτυρά την παρουσία κάποιου από την άλλη πλευρά, φιγούρες που κοιτάζουν ατάραχα το φακό, άλλες φιγούρες που γίνονται ένα με το φόντο και αχνοφαίνονται μέσα στο φωτογραφικό κάδρο, η ίδια υποδυόμενη ρόλους, παραλίες που χάνονται στην ομίχλη. Αυτά είναι τα θέματα από τα έντονα σκηνοθετημένα και συχνά αυτοβιογραφικά φωτογραφικά έργα της. Με χρώματα παλ, σχεδόν άχρωμες, οι φωτογραφίες της αποπνέουν την παραδοξότητα της ζωής, τα δυσερμήνευτα και αντικρουόμενα συναισθήματα, μια αέναη ταλάντωση ανάμεσα στη χαρά και τη λύπη, τη δράση και την παραίτηση. Το ελculture.gr είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει μαζί της, με αφορμή την έκθεσή της στην γκαλερί Ελένη Κορωναίου, όπου παρουσιάζει δύο νέες φωτογραφικές σειρές.

ελc: Η τελευταία σου έκθεση στην Ελλάδα ήταν το 2006. Έχω την αίσθηση ότι δεν «καίγεσαι» να κάνεις την επόμενη έκθεσή σου όπως άλλοι καλλιτέχνες.
Χριστίνα Δημητριάδη:
Έμαθα να μη βιάζομαι. Έμαθα να δέχομαι το χρόνο, να μην προτρέχω, αν και ήταν κάτι που συνήθιζα να κάνω. Πρώτα ετοιμάζω τις φωτογραφικές ενότητες και μετά τις εκθέτω.

ελc: Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τη δουλειά σου στην Ελλάδα είναι διαφορετικός από αυτόν στην Ευρώπη; Η δική μου αίσθηση είναι ότι θα είναι πιο οικεία στο κοινό του εξωτερικού.
Χ. Δ.: Η πρώτη μου σκέψη είναι ότι την κατανοούν καλύτερα στην Ελλάδα, ίσως γιατί ο κόσμος είναι περισσότερο εξοικειωμένος με αυτήν, μιας που εκθέτω με τακτική συνέχεια από το 1995. Οι επιρροές στη δουλειά μου είναι πολλές και διαφορετικές, θα έλεγα ότι είναι ένα μίγμα διαφορετικών πολιτισμών και ιδεών. Οι σπουδές μου στη Νέα Υόρκη και η γερμανική μου καταγωγή έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στον τρόπο που βλέπω και αντιλαμβάνομαι τα πράγματα. Η σχέση μου με την Ελλάδα είναι πιο βαθιά και συνδέεται με τα παιδικά μου χρόνια, τα οποία είναι και τα πιο σημαντικά. Αλλά και στη Γερμανία αισθάνομαι ότι είμαι στη χώρα μου, στη «μητρίδα μου» και αυτό φαίνεται από τον τρόπο που την εξερευνώ στη δουλειά μου. Βέβαια, είναι για μένα μια χώρα χωρίς παιδικές μνήμες, μόνο με εξιστορήσεις, ιδίως από τη Γερμανίδα γιαγιά μου. Το ίδιο συμβαίνει και με τη δουλειά μου, είναι και αυτή ένα πάντρεμα από διαφορετικές κουλτούρες και τάσεις.

ελc: Ο τρόπος με τον οποίο φωτογραφίζεις θυμίζει ξένο καλλιτέχνη. Βέβαια, φωτογραφίες όπως αυτές με τις κουρτίνες που παρουσιάζεις σε αυτή την έκθεση έχουν κάτι το έντονα ελληνικό. Αισθάνθηκα το ελληνικό φως και το καλοκαιρινό αεράκι…
Χ. Δ.:
Παρ’ όλα αυτά, παραμένουν ψυχρές. Παρ’ ότι έχουν φως, έχουν μια ψυχρή αρχιτεκτονική.

ελc: Η δουλειά σου θεωρώ ότι αποπνέει γενικά μια αίσθηση αποστασιοποίησης.
Χ. Δ.: Πράγματι. Ίσως γιατί είναι πάντα πολύ αυστηρά δομημένη αρχιτεκτονικά. Χαρακτηριστικό της δουλειάς μου είναι η έλλειψη χρωμάτων. Δεν υπάρχει ποτέ το κόκκινο ή το πράσινο. Και να υπάρχουν είναι σκοτωμένα. Καμιά φορά θαυμάζω καλλιτέχνες που τα χρησιμοποιούν και λέω ότι η επόμενη δουλειά μου θα έχει και αυτή έντονα χρώματα, αλλά τελικά δεν τα χρησιμοποιώ. Πάντα αφαιρώ κάτι από αυτά. Σαν να τα φοβάμαι; Μάλλον κάπως έτσι.

ελc: Θα μπορούσε να πει κανείς ότι υιοθετείς μια γερμανική χρωματική παλέτα;
Χ. Δ.: Ναι ίσως, αλλά όχι μόνο. Είναι και τα χρώματα της Θεσσαλονίκης. Εάν πάμε στον κινηματογράφο, βλέπουμε ότι και ο Αγγελόπουλος έχει βγάλει μια Ελλάδα χωρίς έντονο φως. Οι περισσότερες ταινίες του είναι γυρισμένες το χειμώνα, έχει ομίχλη και βρέχει. Είναι και αυτός αχρωματικός, δεν είναι Αλμοδοβάρ…

ελc: Θεωρείς ότι αυτή η έλλειψη χρωμάτων διευκολύνει την καταβύθιση στον εαυτό μας και τη διαδικασία της σκέψης;
Χ. Δ.: Ίσως η έλλειψη της έντασης να μεταδίδει καλύτερα μια συναισθηματική κατάσταση. Η δουλειά μου κινείται στο πλαίσιο της μελαγχολίας και της απουσίας, ίσως και στα όρια της κατάθλιψης. Γι’ αυτό μάλλον χρησιμοποιώ αυτά τα χρώματα που μοιάζουν σαν ξεθωριασμένα.

ελc: Ας μιλήσουμε για τις δύο διαφορετικές ενότητες που παρουσιάζεις στην έκθεση.
Χ. Δ.: Συχνά παρουσιάζω διαφορετικές ενότητες στις εκθέσεις, αλλά δεν είναι ποτέ τυχαία τα έργα που παρουσιάζονται μαζί. Οι εκθέσεις μου είναι άκρως σκηνοθετημένες… Επιλέγω τα έργα έτσι ώστε να λειτουργούν μεταξύ τους και να δημιουργούν μια ατμόσφαιρα. Το End and είναι μια συνεργασία και ένας διάλογος με τη Στεφανία Γουλιώτη. Είναι διαφορετική από τις υπόλοιπες δουλειές μου. Είναι μια πολύ σημαντική εμπειρία για μένα. Ίσως ανοίξει καινούργια κανάλια.

ελc: Της έδειχνες πώς τη φωτογράφιζες;
Χ. Δ.: Αυτή η φωτογράφιση προέκυψε από ένα άλλο έργο που έλαβε χώρα πέρυσι στην Kunsthalle Athena με θέμα τον Αποχαιρετισμό, σε επιμέλεια της Θέμης Μπαζάκα και της Μαρίνας Φωκίδη. Η Στεφανία παίζει τις φωτογραφίες μου, όπως το Private Space, Oblivion Exercises, I remember all of you και εγώ σκηνοθετώ. Γίνεται μια κινούμενη εικόνα. Μπαίνει στο πετσί μου. Παίζει εμένα, αλλά παίζει και την ίδια. Το σκηνικό αποτελείται από γνώριμα στοιχεία των φωτογραφιών μου: Ένα στρώμα, μια γυναίκα, ένα δωμάτιο, το ίδιο νυχτικό. Βέβαια, στη συγκεκριμένη δουλειά προστίθεται η τελετουργία με το κοκαλάκι που κρατά η Στεφανία, με το οποίο ξύνει τον τοίχο αποκαλύπτοντας το παλιό χρώμα από κάτω. Για μένα αυτό το στοιχείο ήταν πανέμορφο. Αυτή η τελετουργία ‒δε θα ήθελα να την πω περφόρμανς‒ σε αυτή τη δράση, αυτή η ιδέα, αυτό το δωμάτιο, όλα γίνονται ένα εικαστικό έργο. Στο τέλος αυτό το δωμάτιο είναι ένας πίνακας. Τα ξυσίματα στον τοίχο απλώνονται σαν φλέβες; Σαν κλαδιά δέντρων; Δεν ξέρω. Απέκτησε τη δική του ζωή.

ελc: Και εσύ ωθήθηκες από τη Στεφανία Γουλιώτη σε φωτογραφίες με περισσότερη κίνηση και δράση, γιατί συνήθως δεν παρατηρούμε κάτι τέτοιο στη δουλειά σου.
Χ. Δ.: Συμφωνώ. Τις περισσότερες φορές υπάρχει ένα πάγωμα, όχι όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Την ερωτεύτηκα αυτή τη δουλειά. Μου άρεσε πολύ η ιδέα ότι εγώ φεύγω μπροστά από τη μηχανή. Και μου άρεσε πολύ αυτό που είπε η Στεφανία κάποια στιγμή: «Κοίτα, Χριστίνα, εγώ είμαι εδώ, εγώ θα αδειάσω και εσύ θα με γεμίσεις». Είναι απίστευτο ταλέντο να αδειάζεις τόσο πολύ και να γεμίζεις τόσο σωστά. Άνθρωποι που είχαν δει αυτή την περφόρμανς μου είπαν ότι αυτές οι φωτογραφίες ήταν σαν να την αποτυπώνουν και να την αναπαράγουν. Με ενθουσίασε αυτό.

ελc: Ο αποχωρισμός κρύβει μια απόγνωση, η οποία κάποιες φορές φτάνει στα όρια της τρέλας. Το είχατε συζητήσει;
Χ. Δ.: Ένα τέλος είναι μια απώλεια, ένας θάνατος. Πώς μπορεί να συνεχίσει κανείς; Μέσα σε αυτό το δωμάτιο προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να συνεχίσει. Ψάχνει ανάμεσα σε εκείνο που χάθηκε σε αυτό που δύναται, προσπαθεί… Επιμένει να συνεχίσει.

ελc: Στην άλλη ενότητα της έκθεσης τα πράγματα είναι πιο στατικά, παρ’ ότι οι κουρτίνες φουσκώνουν από την αύρα.
Χ. Δ.: Είναι μια από τις ελάχιστες ενότητες που έχω κάνει επειδή μου ζητήθηκε. Το θέμα της ήταν η νοσταλγία. Είναι μια νοσταλγική κουρτίνα που φλερτάρει, που δημιουργεί φόρμες. Μερικές φορές είναι σαν δύο γυναίκες, αλλά ποτέ δεν ξεσκεπάζει. Είναι γεμάτες από φλερτ, φως και αίσθηση. Τα αισθάνεσαι, αλλά ποτέ δεν τα βλέπεις. Έτσι πιστεύω πως είναι και η μνήμη. Αυτό που θέλει να πει είναι ότι ποτέ δεν μπορείς να επιστρέψεις στο παρελθόν. Γι’ αυτό έχω χρησιμοποιήσει και το κείμενο του Μίλαν Κούντερα από την Άγνοια. Το κείμενο αποτελεί μία ετυμολογική fiction story, ξεκινώντας από την ελληνικη λέξη Νοσταλγια περνώντας διαμέσου των αιώνων από την Ισπανία σε συνώνυμη λεξη του ισπανικου añoranza που σημαινει Άγνοια.

Παίζει με τη νοσταλγία και την άγνοια. Δείχνει ότι δεν υπάρχει επιστροφή στα παιδικά και τα εφηβικά χρόνια που κουβαλάνε πολλά πράγματα μέσα τους, οπότε πόσο να τα ξεσκεπάσεις; Σε αυτή τη δουλειά αποφάσισα ότι δεν τα ξεσκεπάζεις. Υπάρχει ένα φλερτ, μια ομορφιά μια αίσθηση, αλλά η κουρτίνα δεν ανοίγει ποτέ, δε βλέπεις ποτέ καθαρά.

ελc: Πώς σου φαίνονται οι παλιότερες σου δουλειές σήμερα;
Χ. Δ.: Η δουλειά μου μεγαλώνει όπως κι εγώ. Μεγαλώνει, ωριμάζει και γερνάει όπως κι εγώ. Υπάρχουν στοιχεία που αναπαράγω και υπάρχουν και άλλα που δεν μπορώ να αναπαράξω γιατί δεν μπορώ να σκεφτώ όπως σκεφτόμουν τη δεκαετία του ’90. Σίγουρα κάτι ανακυκλώνεται μέσα στη δουλειά, υπάρχει μια ταυτότητα, αλλά πάρα πολλά χάνονται. Τα έργα της Χριστίνας των 25 χρονών είχαν μια εντονότερη σεξουαλικότητα. Η φρεσκάδα και η σεξουαλικότητα δεν υπάρχουν πια. Ήταν και πιο ελαφριά έργα, με την έννοια ότι αποτύπωναν τη Χριστίνα των 25 χρονών, ενώ τώρα το μέστωμα φαίνεται.

ελc: Μέσα από ποια διαδικασία επιλέγεις το επόμενο σου σώμα δουλειάς; Είναι συνειδητή ή ασυνείδητη;
Χ. Δ.: Είναι ασυνείδητη. Φωτογραφίζω συνέχεια, το βλέπεις και από το facebook όπου αναρτώ φωτογραφίες. Έχω μια συνεχόμενη σχέση με τη φωτογραφία. Δεν ξέρω αν περνάει μέρα που να μη φωτογραφίσω. Στο σπίτι έχω πολλά άλμπουμ και ανατρέχω συχνά σε αυτά. Φωτογραφίες που έχω τραβήξει είτε με το τηλέφωνό μου είτε με μια digital μηχανή που είχα πάντα μαζί. Κάπως αυτά ωριμάζουν και επιστρέφω πίσω για να κάνω αυτές τις συγκεκριμένες φωτογραφίες.

ελc: Οπότε πιάνεσαι από μία δύο φωτογραφίες που σου δίνουν το έναυσμα και αρχίζεις μετά να τις σκηνοθετείς;
Χ. Δ.: Ναι. Το έναυσμα είναι αυτές οι φωτογραφίες, ένα βιβλίο που διαβάζω, μια ταινία. Όλα αυτά συνδέονται και κάποια στιγμή προκύπτει η νέα δουλειά. Άλλα όλο αυτό είναι μια υποσυνείδητη διεργασία.

ελc: Όταν βλέπεις ταινίες, μπαίνεις στη διαδικασία να αναπαράξεις μια σκηνή με τον τρόπο που θα ήθελες εσύ;
Χ. Δ.: Ναι, βέβαια. Πολλές φορές κοπιάρω, απλώς τα ζυμώνω πάρα πολύ. Εντέλει χάνεται η αρχική έκφραση του σκηνοθέτη και αποδίδω τη σκηνή με τον τρόπο που εγώ βλέπω τα πράγματα.

ελc: Πώς καταφέρνεις να εκφράζεις στη δουλειά τα συναισθήματα μέσα από την έλλειψη έντονων στοιχείων;
Χ. Δ.: Δεν ξέρω, νομίζω ότι ζω έτσι, πολύ κλειστά. Με τον ίδιο τρόπο που ζω, νομίζω ότι φωτογραφίζω κιόλας. Είμαι πολύ έντονη σαν άνθρωπος, αλλά είναι σαν να έχω φοβηθεί αυτή την ένταση και να την κλείνω. Μόνη μου με κλείνω. Στο Βερολίνο είμαι σε μια διαρκή απομόνωση και μοναξιά, αλλιώς δεν μπορώ να λειτουργήσω. Στην Ελλάδα είμαι διαφορετική. Δύο διαφορετικοί κόσμοι, η Μεσόγειος και ο Βορράς, βρίσκονται μέσα μου, αλλά δεν έχουν καταφέρει ποτέ να παντρευτούν. Παραμένουν ξεχωριστοί και απόλυτοι. Έχω την εντύπωση ότι αν ζούσα εδώ θα ήταν και η δουλειά μου και η αντίληψή μου διαφορετικές. Σε επηρεάζει πολύ ο τόπος που ζεις γιατί σαν φωτογράφος τον καταγράφεις.

ελc: Το μέγεθος παίζει ρόλο στις φωτογραφίες σου; Συνήθως είναι μεγάλου μεγέθους.
Χ. Δ.: Όχι πάντα, αλλά ναι. Έχει να κάνει με το θέμα. Έτσι θεωρώ ότι λειτουργούν αυτές οι φωτογραφίες. Περνάει μεγάλο διάστημα μέχρι να αποφασίσω το μέγεθος του έργου. Το μικρό έχει κάτι το χαριτωμένο, που όμως δε με ενδιαφέρει. Πολλές φορές νιώθω ότι εκτίθεμαι βλέποντας μια φωτογραφία μου, μιας που οι περισσότερες είναι εντελώς αυτοβιογραφικές. Γι’ αυτό στην αρχή μπορεί να μην τη χρησιμοποιήσω και να ανατρέξω σε αυτήν στο μέλλον. Όταν αποκτήσω μια συναισθηματική απόσταση, όταν με το χρόνο συμβιβάζομαι, τότε μπορώ να τη δείξω.

H έκθεση με τίτλο End and παρουσιάζεται στην γκαλερί Κορωναίου.