Είναι ξανθιά γιατί αυτό το χρώμα μαλλιών ταιριάζει στο δέρμα της, μικρόσωμη και έχει ένα ατελιέ στη Νέα Υόρκη που μοιράζεται με τον παπαγάλο της. Την λένε Σίντι Σέρμαν και ανήκει στο κλαμπ των πιο σημαντικών καλλιτεχνών του κόσμου. Φωτογραφίζει μόνο τον εαυτό της και το έργο της πουλιέται πανάκριβα, ενώ κάθε μουσείο του κόσμου που έχει συλλογή σύγχρονης τέχνης δεν σέβεται τον εαυτό του αν δεν έχει τουλάχιστον ένα έργο της. Σιχαίνεται τη δημοσιότητα και τις συνεντεύξεις και ο,τι θέλει να πει το λέει μέσα από τη χαμαιλεόντια εικόνα του εαυτού της που τον απεικονίζει για περισσότερα από 40 χρόνια, με καταπληκτική συνέπεια και εικαστική δύναμη, χαρίζοντάς μας τα αλλόκοτα πορτραίτα ενός εαυτού που ανησυχεί και στοχάζεται, μεταμορφώνεται πέρα από κάθε όριο και δοκιμάζει τις αντοχές του.

Η Σίντι Σέρμαν είναι χωρίς αμφισβήτηση μία από τις σημαντικότερες φωτογράφους της εποχής μας. Ξεκίνησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Buffalo και εκεί έφτιαχνε αυτοπροσωπογραφίες και ρεαλιστικούς πίνακες. Οι σπουδές της στη ζωγραφική έμειναν στην άκρη όταν πήρε την απόφαση να μεταμφιέζεται και να σκηνοθετεί τον εαυτό της μπροστά στη φωτογραφική κάμερα, άλλοτε σαν έγκυος, άλλοτε σαν έφηβη, άλλοτε σαν ξεπεσμένη σταρ. Ο εαυτός της σε εκατοντάδες ρόλους, αντιπροσωπεύει τον ρόλο της γυναίκας και τους ρόλους που της επιβάλλονται από την κοινωνία και αναπαράγει τα στοιχεία του φύλου της στην μικροαστική αμερικανική πραγματικότητα.

Μια από αυτές, πορτρέτο της, ντυμένης με ρετρό, εφηβικά ρούχα, ξαπλωμένης στο πάτωμα, κατάφερε να πουληθεί προς 3,9 εκατομμύρια δολάρια το 2011 και έγινε η πιο ακριβή φωτογραφία στον κόσμο. Η εικόνα με τον τίτλο “Untitled #96” τραβήχτηκε το 1981 και τυπώθηκε σε 10 αντίτυπα με το συγκεκριμένο να είναι το δέκατο.

Τον επόμενο χρόνο, οι New York Times έγραφαν ότι η Σέρμαν καταφέρνει να «παίρνει φωτογραφίες από το γκέτο και τις τοποθετεί στο ίδιο σκαλί με καλές τέχνες όπως η ζωγραφική και η γλυπτική». Καθώς η Σίντι Σέρμαν αναρωτιέται για τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τη γυναίκα το Χόλιγουντ, τα b-movies, τα φιλμ νουάρ, ο γαλλικός σοφιστικέ κινηματογράφος, οι άνδρες, οι περαστικοί και οι περίεργοι, αναπαράγει τα στερεότυπα της νοικοκυράς ή της Λολίτας με τρόπο που τελικά είναι το πιο ισχυρό πολιτικό σχόλιο. Δυνατό και τρομακτικό, σχόλιο ανοιχτό σε ερμηνείες και μεταφράσεις, ακυρώνει κρατούσες απόψεις και αφήνει τη φαντασία του θεατή να οργιάσει. Το παιχνίδι της Σέρμαν είναι σοβαρό.

Από τα Centerfolds, τις ερωτικές εικόνες κοριτσιών σαν αυτές που φιλοξενούν στις κεντρικές σελίδες τους τα ανδρικά περιοδικά μέχρι τα History Portraits, στα οποία υιοθετεί ρόλους ανδρών στα αριστουργηματικά πορτραίτα της αναγέννησης και του μπαρόκ, η Σέρμαν σχολιάζει και έρχεται σε ρήξη με ένα παρελθόν και με μια παράδοση με τον πιο αιρετικό τρόπο. Fairy Tales (1985), Disasters (1986), Sex Pictures (1992), Σουρεαλιστικές Εικόνες Τρόμου (1994-96), Hollywood/Hamptons (2000-2002), Clowns (2003), Society Portraits (2008), Photographic Mural (2010), φωτογραφήσεις μόδας (1983-2011) είναι μερικές από τις σειρές έργων της που όσο περνούν τα χρόνια αγγίζουν το γκροτέσκο, το αλλόκοτο, το μη ωραίο. Σε έναν κόσμο που το «μέγεθος μετράει», η Σέρμαν μεγεθύνει, αποσπά και ακρωτηριάζει λεπτομέρειες της κοινωνικής και προσωπικής μας εικόνας σε ένα πάρτι αλησμόνητων εντυπώσεων.

Ποζάρει, μακιγιάρεται, χτενίζεται, κάνει styling, σκηνοθετεί, επινοεί περσόνες, υποδύεται ρόλους, κάνει performance, φωτογραφίζει. Το προσωπικό της λεξιλόγιο είναι ατελείωτο και μόνο το εύρος του αποτελεί μια πρόκληση. Πριν από λίγα χρόνια έκανε λογαριασμό στο instagram, ένα μέσο που μοιάζει να γεννήθηκε για εκείνη και τις καλλιτεχνικές της πρακτικές. Οι 259.000 ακόλουθοί της την βλέπουν καθημερινά σχεδόν να κάνει τέχνη με την παραμόρφωση και τη μακάβρια παρακμή που μας επιτρέπει η τεχνολογία.

Η Σίντι Σέρμαν σε όλες τις μορφές και τους ρόλους που μπορεί κάποιος να φανταστεί γεμίζει με την εικόνα της τις αίθουσες της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου. Μας προκαλεί να γράφουμε το δικό μας σενάριο κάθε φορά που κοιτάζουμε προσεκτικά μια φωτογραφία της. Από τις 27 Ιουνίου έως τις 15 Σεπτεμβρίου, όποιος φτάσει στο Λονδίνο «οφείλει» να κάνει ένα προσκύνημα στην αναδρομική της έκθεση και μέσα στον βαθύ, σκοτεινό και σαρκαστικό κόσμο της. Οι χαρακτήρες σε χτυπούν καταπρόσωπο, αναγεννησιακές φιγούρες και κλόουν, πρόσωπα με μπότοξ και γυναίκες πέρα από το όριο. Τα κοινωνικά κωμικά και τα τα παράλογα της μόδας συγκροτούν μια πραγματικότητα που και αυτή με τη σειρά της ξεπερνά το όριο της βαρετής κριτικής και αγγίζει τη διάσταση της ανθρώπινης ευπάθειας. Η εικόνα της είναι ψευδής αλλά αυτό που δεν καταλαβαίνουμε κοιτάζοντάς την, είναι η ανυπέρβλητη οφθαλμαπάτη μεταξύ της πραγματικότητας και της φαντασίας. 

Στην έκθεση, υπάρχει ένα δωμάτιο, μια ρεπλίκα του στούντιό της στο Μανχάταν, το εργαστήριό της, με τα ράφια, τις περούκες και τα προσθετικά, τα φώτα και τους καθρέφτες και τη συλλογή βιβλίων. Φυσικά όπως και ο εαυτός της, τίποτα δεν είναι αληθινό, όπως και στα έργα της απλώς μας επιτρέπει να κρυφοκοιτάξουμε.

Το επινοημένο πρόσωπό της είναι βαθιά ανησυχητικό καθώς κοιτάζει κατάματα τον επισκέπτη. Το μεγαλύτερο μέρος της φωτογραφικής σταδιοδρομίας της έχει πραγματοποιηθεί χωρίς τη χρήση ψηφιακής τεχνολογίας. Αυτό πάντα έδωσε στη δουλειά της ένα ιδιαίτερο είδος ακεραιότητας, την αυθεντικότητα ενός πίνακα ζωγραφικής και τη δύναμη της αληθοφανούς ειλικρίνειας ενός στοχαστή της πραγματικότητας που δε διστάζει να σηκώσει τη μάσκα του και να κοιτάξει πέρα από αυτή.

Info:

Cindy Sherman | 27 Ιουνίου – 15 Σεπτεμβρίου 2019 | Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου