Για μια ταινία που ανατέμνει τα νεανικά χρόνια μιας μεγάλης ιέρειας του στυλ (και την μόνη από το χώρο της μόδας που φιγουράρει στη λίστα του Τιme με τους 100 πιο σημαντικούς ανθρώπους του 20ου αιώνα), το «Η Κοκό πριν τη Σανέλ» (γαλλική ταινία που για ανεξήγητους λόγους παίζεται στην Ελλάδα με αγγλικό τίτλο) υποφέρει από μεγάλες ελλείψεις στον τομέα του προσωπικού κινηματογραφικού στυλ. Αντίθετα, η πρώτη ταινία για τη Σανέλ που προβλήθηκε φέτος στους κινηματογράφους (και κυκλοφορεί ήδη σε dvd), το «Κοκό Σανέλ & Ιγκόρ Στραβίνσκι», μπορεί να έχει άλλα μειονεκτήματα, αλλά προσωπικό ύφος έχει και παραέχει, στίγμα δικό της έχει, άρα έχει τελικά και λόγο ύπαρξης, όντας στη σύγκριση των δύο πολύ γοητευτικότερη (όσο ας πούμε γοητευτικότερο και πιο μυστηριακό φορτίο κουβαλά σαν γυναίκα η Άννα Μουγκλαλίς από την Οντρέ «για πάντα Αμελί» Τοτού). «Η Κοκό πριν τη Σανέλ» δεν κατορθώνει σε καμία περίπτωση να γίνει κάτι διαφορετικό από μία ακόμα βιογραφία, βιογραφία μάλιστα μέτρια, ενίοτε βαρετή, χωρίς εξάρσεις, χωρίς μια σκηνή να ξεχωρίζει, όπως η καταπληκτική εναρκτήρια σκηνή του «Κοκό Σανέλ & Ιγκόρ Στραβίνσκι» που ανοίγει πόρτες στους αμύητους και σε κάνει να θες να ψάξεις και να ξανακούσεις την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης».

Αν στα κομμουνιστικά καθεστώτα οι ζωές των άλλων αποτελούσαν δυνάμει πηγές κινδύνου και αποσταθεροποίησης, αυτό αντίστροφα σήμαινε ότι ήταν και σημαντικές (και άρα η κάθε Στάζι είχε λόγο να διεισδύσει μέσα τους). Σε καθεστώτα σαν το δικό μας, που η συναίνεσή μας τους έχει εκχωρηθεί και η συνείδηση μας τα νομιμοποιεί , η ζωή του καθενός παύει να έχει τόσο ενδιαφέρον. Έτσι το βλέμμα φεύγει από την παρακολούθηση των πολλών και στρέφεται προς την παρακολούθηση των λίγων και ξεχωριστών. Αυτή είναι άλλωστε και η φυσική πορεία του βλέμματος, η πορεία του προς τους φωτεινότερους εξ ημών. Ωστόσο όλο αυτό συχνά καταλήγει σε τρύπα στο νερό, εφόσον δεχθούμε ότι περισσότερο από τις ζωές τους (που μπορεί να μοιάζουν με τις δικές μας) οι ξεχωριστοί άνθρωποι είναι το έργο τους (που δεν μοιάζει με το δικό μας), ένα έργο μάλιστα το οποίο -αν είμαστε εξοικειωμένοι μαζί του- μπορεί τελικά να μας αποκαλύψει πολύ περισσότερα για τον καθένα από ό,τι η εξαντλητικότερη βιογραφία του. Συχνά δε είναι τόσο αφοσιωμένοι στο έργο τους, τόσο πολύ ταυτίζεται η ζωή τους με το έργο τους (με το έργο τους που την απορροφά), ώστε οι βιογραφίες προσπαθούν να βγάλουν από τη μύγα ξύγκι και να δραματοποιήσουν γεγονότα με μικρό ενδιαφέρον ή να τους αποδώσουν διαστάσεις που δεν έχουν.΄Ετσι, μια παγίδα στην οποία πέφτουν οι περισσότερες βιογραφίες, είναι ότι μας δείχνουν ανθρώπους με κάθε άλλο παρά μπανάλ έργο να αναλίσκονται σε μπανάλ εξαρτήσεις από ουσίες ή σε μπανάλ ερωτικές περιπέτειες, λες και αυτοί οι άνθρωποι ερωτεύονται εξ ορισμού διαφορετικά και πιο πλούσια από εμάς. Αντί να εστιάζουν σε αυτό που τους κάνει διαφορετικούς εστιάζουν σε αυτό που μας μοιάζουν.

Η συγκεκριμένη ταινία δεν μας δείχνει την ακμή και τη δόξα, αλλά τι προηγήθηκε της επιτυχίας της Κοκό Σανέλ. Η γοητεία που ασκούν οι άνθρωποι που ξεχώρισαν δημιουργεί ένα κοινό που σπεύδει να δει και να διαβάσει για την «αληθινή» ζωή τους, άλλοτε ηδονοβλεπτικά και σκανδαλοθηρικά κι άλλοτε με δέος και χρησιμοθηρικά, προσπαθώντας δηλαδή να αποκρυπογραφήσει τους κρυμμένους μυστικούς παράγοντες που κάνουν την Κοκό να γίνει Σανέλ. Tι κάνει την Κοκό να γίνει Σανέλ; Τι κάνει το κάθε κοινό όνομα να μετατραπεί σε επώνυμο επώνυμο;

Στο «Πως ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου» ο Αλαίν Ντε Μποττόν γράφει: «Το Κομπραί ίσως να είναι ευχάριστο, αλλά ως τόπος προς επίσκεψη δεν ξεχωρίζει από άλλους παρόμοιους στο μεγάλο υψίπεδο της βόρειας Γαλλίας· η ομορφιά που ανακάλυψε εκεί ο Προυστ είναι εφικτό να βρεθεί, σε λανθάνουσα κατάσταση, σε σχεδόν κάθε κοντινή κωμόπολη, αρκεί να μπει στον κόπο κανείς να την κοιτάξει με το βλέμμα του Προυστ … Επομένως, ο στόχος μας δεν θα έπρεπε να είναι μια επίσκεψη στο Ιλλιέ Κομπραί: γνήσιος φόρος τιμής στον Προυστ θα ήταν να αντικρίζαμε το δικό μας κόσμο με το βλέμμα του, κι όχι το δικό του κόσμο με το βλέμμα μας».

Αλλά είτε χαρίζεται αυτό το βλέμμα (όντας χάρισμα) είτε κατακτάται, το πιθανότερο είναι πως οι περισσότεροι από εμάς θα παραμείνουμε με το δικό μας μπανάλ βλέμμα και για αυτό θα εξακολουθήσουμε να διαβάζουμε και να βλέπουμε βιογραφίες άλλων ανθρώπων, βιογραφίες που ματαίως θα προσπαθούν να αποδώσουν το μυστήριο της δημιουργίας σε αυτά που εκείνοι έτυχε να δουν, αντί στον τρόπο που εκείνοι τα κοίταξαν.